Μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι βρίσκεται η γεωργία των χωρών του ΟΟΣΑ. Από τη μία πλευρά, οι αγροτικές οικονομίες κατάφεραν τα τελευταία τριάντα χρόνια να αυξήσουν θεαματικά την παραγωγικότητά τους, με τους αγρότες να αξιοποιούν νέες τεχνολογίες, βελτιωμένες καλλιεργητικές πρακτικές και πιο αποδοτικά συστήματα διαχείρισης. Από την άλλη, οι περιβαλλοντικές πιέσεις όχι μόνο δεν εξαφανίστηκαν, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις εντάθηκαν.
Η νέα έκθεση για την περιβαλλοντική απόδοση της γεωργίας στις χώρες του ΟΟΣΑ για το 2026 αποτυπώνει με σαφήνεια αυτή τη σύνθετη πραγματικότητα. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η συνολική αγροτική παραγωγή αυξήθηκε κατά 33% την περίοδο 1990-2023, ενώ η αγροτική γη μειώθηκε περίπου κατά 11%, αποκαλύπτοντας ότι οι αγρότες παράγουν περισσότερα τρόφιμα σε μικρότερες εκτάσεις. Παράλληλα, η ένταση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου παρέμειναν σχετικά σταθερές.
Η συνολική αγροτική παραγωγή αυξήθηκε κατά 33% την περίοδο 1990-2023, ενώ η αγροτική γη μειώθηκε περίπου κατά 11%
Ωστόσο, οι συνολικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τη γεωργία παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητες σε σχέση με το 1990, ενώ η βιοποικιλότητα συνεχίζει να υποχωρεί. Σύμφωνα με την έκθεση, αν και η γεωργία γίνεται πιο αποδοτική, δεν είναι απαραίτητα και πιο βιώσιμη.

Η χρήση των αγροτικών εισροών
Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της έκθεσης αφορά τη χρήση των αγροτικών εισροών. Η κατανάλωση λιπασμάτων, ιδιαίτερα αζωτούχων και φωσφορικών, παρουσίασε μείωση την τελευταία δεκαετία, κυρίως μεταξύ 2021 και 2023, ενώ αυξήθηκε η κατανάλωση ενέργειας στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται τόσο με την αύξηση των διεθνών τιμών των λιπασμάτων όσο και με τις προσπάθειες περιορισμού της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης. Παρ’ όλα αυτά, η εικόνα δεν είναι ενιαία σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ.
Στην περίπτωση του αζώτου, η κατάσταση παραμένει ανησυχητική. Αν και υπήρξε βελτίωση στη διαχείριση των θρεπτικών συστατικών, τα υψηλά πλεονάσματα αζώτου σε αρκετές χώρες συνεχίζουν να προκαλούν σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Η υπερβολική χρήση λιπασμάτων οδηγεί σε ρύπανση εδαφών και υδάτων, αλλά και στην απελευθέρωση αερίων που συμβάλλουν στην κλιματική αλλαγή. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, σε ορισμένες χώρες το ισοζύγιο αζώτου ξεπέρασε τα 200 κιλά ανά εκτάριο, δείχνοντας ότι η υπερεντατική γεωργία εξακολουθεί να αποτελεί βασικό πρόβλημα.
Παράλληλα, η αποδοτικότητα χρήσης θρεπτικών συστατικών φαίνεται να έχει σταθεροποιηθεί τα τελευταία χρόνια. Ειδικά για το άζωτο, όπως αναφέρεται στην έκθεση, μόνο περίπου το 60% των εισροών αξιοποιείται πραγματικά από τις καλλιέργειες, ενώ το υπόλοιπο χάνεται στο περιβάλλον μέσω του εδάφους, του νερού ή της ατμόσφαιρας.

Η κατανάλωση ενέργειας στη γεωργία
Ανησυχητικές είναι και οι εξελίξεις στον τομέα της ενέργειας και των υδάτινων πόρων. Παρότι η χρήση λιπασμάτων μειώθηκε, η κατανάλωση ενέργειας στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις συνέχισε να αυξάνεται, έστω και με αργό ρυθμό. Το ίδιο συνέβη και με την άντληση νερού.
Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατανάλωσης ενέργειας στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις, παρέμεινε σχετικά σταθερή, αυξανόμενη κατά μέσο όρο 0,48% ετησίως σε όλες τις χώρες μέλη του ΟΟΣΑ. Η άντληση νερού αυξήθηκε επίσης (0,32% ετησίως), υποδεικνύοντας αυξανόμενες πιέσεις στους υδάτινους πόρους σε όλες τις χώρες μέλη του ΟΟΣΑ.
«Ενώ οι τάσεις στη χρήση αγροτικών εισροών αντικατοπτρίζουν τις μεταβολές στις πρακτικές παραγωγής σε όλες τις χώρες μέλη του ΟΟΣΑ, οι αλλαγές στα πρότυπα χρήσης γης παρέχουν περαιτέρω πληροφορίες για το πώς εξελίσσονται τα γεωργικά τοπία με την πάροδο του χρόνου», αναφέρεται στην έκθεση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκθεση του ΟΟΣΑ, η συνολική έκταση αγροτικής γης στις χώρες μέλη του ΟΟΣΑ μειώθηκε με μέσο ρυθμό 0,29% μεταξύ 2013 και 2023 με μέσες ετήσιες μειώσεις που παρατηρήθηκαν τόσο για τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις (-0,15%) όσο και για τις βοσκοτόπους (-0,34%).

Ανησυχία για τη βιοποικιλότητα
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο της έκθεσης αφορά ίσως τη βιοποικιλότητα, καθώς ο αντίκτυπος της γεωργίας σε αυτή παραμένει μια σημαντική πρόκληση. Οι πληθυσμοί πτηνών στις αγροτικές εκτάσεις — ένας από τους βασικότερους δείκτες υγείας των οικοσυστημάτων — συνέχισαν να μειώνονται στη μεγάλη πλειονότητα των χωρών του ΟΟΣΑ. Από τις 27 χώρες που παρακολουθούν συστηματικά τον συγκεκριμένο δείκτη, οι 22 κατέγραψαν πτώση στους πληθυσμούς πτηνών την περίοδο 2013-2023.
Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στην εντατικοποίηση της γεωργίας, στην απώλεια φυσικών οικοτόπων και στις αλλαγές χρήσης γης. Οι σύγχρονες καλλιεργητικές πρακτικές, με μεγάλες μονοκαλλιέργειες, εκτεταμένη χρήση φυτοφαρμάκων και περιορισμό των φυσικών ζωνών βλάστησης, μειώνουν δραστικά τους διαθέσιμους βιότοπους για πολλά είδη πτηνών και εντόμων. Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την προστασία της φύσης, αλλά και την ίδια την αγροτική παραγωγή, καθώς η απώλεια βιοποικιλότητας επηρεάζει τη γονιμότητα των εδαφών, την επικονίαση και τη συνολική σταθερότητα των οικοσυστημάτων.
Η έκθεση του ΟΟΣΑ καταδεικνύει επίσης ότι οι μέχρι σήμερα βελτιώσεις έχουν αρχίσει να επιβραδύνονται. Ενώ τη δεκαετία του 1990 η μείωση της έντασης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προχωρούσε με ρυθμό περίπου 1,2% ετησίως, σήμερα ο ρυθμός αυτός έχει περιοριστεί στο 0,4%.








![Χρυσές λίρες: Ποιες χρονιές πουλήθηκαν οι περισσότερες [πίνακας]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/07/ot_lires25-300x300.png)










![Γεωργία: Παραμένει ημιτελής η πράσινη μετάβαση – Τι αποκαλύπτει ο ΟΟΣΑ [γραφήματα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/01/agrotes.trakter.80.jpg)









![Χρυσές λίρες: Ποιες χρονιές πουλήθηκαν οι περισσότερες [πίνακας]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/07/ot_lires25.png)








