Φαινομενικά, ο πόλεμος του Βιετνάμ κόστισε πολύ περισσότερο στις ΗΠA από τον σημερινό στο Ιράν. Οι απώλειές τους ανήλθαν στις 58.000, ενώ στον πόλεμο με το Ιράν έχασαν τη ζωή τους κάτω από 20 αμερικανοί. To οικονομικό κόστος του πολέμου του Βιετνάμ ξεπέρασε το 1 τρισ. δολάρια συγκριτικά με τα 25 δισ. δολάρια του σημερινού. Αν μη τι άλλο, για πολλούς απλούς Αμερικανούς το Βιετνάμ σήμαινε προσωπικό πένθος. Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να υποστηρίξει ότι ο πόλεμος με το Ιράν ήταν τελικά πιο σημαντικός ως προς τις στρατηγικές του συνέπειες;
Σύμφωνα με τον ειδικό σε θέματα αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Georgetown στο Κατάρ, αν. καθηγητή Πολ Μάσγκρεϊβ, τα παραπάνω δεδομένα δεν αλλάζουν το γεγονός ότι για τις ίδιες τις ΗΠΑ οι συνέπειες της ήττας στο Βιετνάμ ήταν μακροπρόθεσμα σχετικά περιορισμένες και κυρίως εσωτερικές.
«Οι ΗΠΑ αναδείχθηκαν τελικά νικήτριες του Ψυχρού Πολέμου» σημειώνει σε ανάλυσή του στο περιοδικό Foreign Policy, προσθέτοντας πως «το ίδιο το Βιετνάμ είναι σήμερα μια χώρα εκπληκτικά φιλική προς τις ΗΠΑ».
Αντίθετα, σήμερα, σύμφωνα πάντα με τον Μασγκρέιβ, οι ΗΠΑ βρίσκονται αναμφισβήτητα σε ασθενέστερη θέση από ό,τι όταν ξεκίνησαν τον πόλεμο με το Ιράν από δική τους επιλογή, ενώ βασικοί στρατηγικοί στόχοι τους έχουν υποστεί ζημιά.
Αιματοβαμμένες σχολικές τσάντες Ιρανών μαθητριών
Σε επίπεδο απόδοσης, συνεχίζει ο Μασγκρέιβ, ο αμερικανικός στρατός του 1990-91 διέλυσε τον ιρακινό, ενώ σήμερα στον πόλεμο με το Ιράν, η τεχνολογική υπεροχή των αμερικανικών όπλων επισκιάστηκε από τα περιορισμένα αμερικανικά αποθέματα, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την ετοιμότητα των ΗΠΑ για σύγκρουση με οποιονδήποτε αντίπαλο ισχυρότερο από την Ισλαμική Δημοκρατία.
«Η εικόνα που θα μείνει από τον πόλεμο υψηλής τεχνολογίας είναι οι αιματοβαμμένες σχολικές τσάντες Ιρανών μαθητριών που σκοτώθηκαν εξαιτίας ενός προφανούς σφάλματος βάσης δεδομένων. Και παρότι τα αμερικανικά αμυντικά συστήματα λειτούργησαν καλά απέναντι σε ιρανικούς πυραύλους και drones αυτοκτονίας, το Ιράν κατάφερε παρ’ όλα αυτά να τα διαπεράσει με σημαντικά αποτελέσματα, δημιουργώντας ερωτήματα για το πώς θα ανταποκρίνονταν απέναντι σε έναν πιο συγκροτημένο αντίπαλο ή σε μια μακροχρόνια σύγκρουση» σημειώνει.
Στρατηγική
Σε στρατηγικό επίπεδο, ο ειδικός στην αμερικανική εξωτερική πολιτική διαβλέπει ότι οι συνέπειες είναι ακόμη πιο δυσοίωνες. Πράγματι οι ΗΠΑ πέτυχαν ένα είδος αλλαγής καθεστώτος, αλλά όπως λέει ο ίδιος χαρακτηριστικά, αντί να μετατρέψουν την Τεχεράνη σε πειθήνιο πελάτη, ο πόλεμος έκανε το Ιράν πιο σκληροπυρηνικό, αφήνοντας ουσιαστικά τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης να ελέγχουν τη χώρα.
«Τα ισραηλινά και αμερικανικά όπλα, όσο αποτελεσματικά και αν αποδείχθηκαν στις πρώτες ημέρες του πολέμου, κατέδειξαν τελικά τα όρια των στρατιωτικών λύσεων, γεγονός που λειτούργησε προς όφελος του Ιράν. Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν έχει πλέον αντέξει δύο γύρους κοινών ισραηλινοαμερικανικών αεροπορικών επιδρομών. Φαίνεται απίθανο ένας τρίτος να έχει καλύτερα αποτελέσματα».
Πλήγμα στο γόητρο
Ένας επιπλέον λόγος που το Ιράν κόστισε περισσότερο είναι πως επλήγη περισσότερο η ηγετική θέση των ΗΠΑ στο παγκόσμιο σύστημα.
«Οι περιφερειακοί σύμμαχοι, πολλοί από τους οποίους φέρονται να είχαν προειδοποιήσει κατά της επέμβασης, επωμίστηκαν το μεγαλύτερο μέρος του κόστους των συγκρούσεων. Το σημαντικότερο είναι ότι το Ιράν έμαθε πως η δυνατότητά του να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ μπορεί να του προσφέρει οικονομική επιρροή σε παγκόσμια κλίμακα» επισημαίνει ο Μασγκρέιβ.
Με την ελευθερία της ναυσιπλοΐας να αποτελεί βασικό στρατηγικό στόχο των ΗΠΑ εδώ και περισσότερους από δύο αιώνες, η πιθανή απώλεια της ελεύθερης διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσε να σηματοδοτήσει τη μετατροπή των εμπορικών οδών σε όπλο, με μακροχρόνιες και ενδεχομένως καταστροφικές συνέπειες για το παγκόσμιο εμπόριο.
Έτσι, συνεχίζει ο ειδικός, μπορεί μετά τον πόλεμο στο Βιετνάμ, οι ΗΠΑ να μπόρεσαν σε μεγάλο βαθμό να γυρίσουν την πλάτη τους στο Βιετνάμ και τους γείτονές του και να επικεντρωθούν σε περιοχές μεγαλύτερης στρατηγικής σημασίας, ωστόσο τα πράγματα με τη Μέση Αναστολή είναι διαφορετικά.
Μια τέτοια αποχώρηση από τον Κόλπο δεν μπορεί να επαναληφθεί σύμφωνα με τον ειδικό, παρά την παγκόσμια μετάβαση στην πράσινη ενέργεια και τη αμερικανική παραγωγή υδρογονανθράκων.
«Η παγκόσμια οικονομία είναι σήμερα πολύ πιο διασυνδεδεμένη από ό,τι τη δεκαετία του 1970 και ο Κόλπος διαδραματίζει πολύ σημαντικότερο ρόλο στα παγκόσμια δίκτυα από ό,τι η Ινδοκίνα τότε. Οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού εξαρτώνται όχι μόνο από τους υδρογονάνθρακες του Κόλπου αλλά και από το ήλιο, τα λιπάσματα και το αλουμίνιό του».
Επίσης, ο Μάσγκρεϊβ υπενθυμίζει και τη διαρκή σχέση των ΗΠΑ με το Ισραήλ που καθιστά «απίθανη μια πλήρη αποχώρηση από την περιοχή και αυξάνει την πιθανότητα νέων, ίσως ακόμη πιο έντονων συγκρούσεων».
Οι ΗΠΑ θα αντιμετωπίσουν τις συνέπειες
Τέλος, ο αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Georgetown σημειώνει πως η εξέλιξη των ιρανικών πυραύλων και ενδεχομένως του πυρηνικού του προγράμματος καθιστά τις προοπτικές της δεκαετίας του 2030 πολύ πιο ανησυχητικές, όχι μόνο για τη Μέση Ανατολή αλλά και για την Ευρώπη και τη Νότια Ασία.
«Οι ΗΠΑ, ανεξαρτήτως της ηγεσίας τους, θα κληθούν να αντιμετωπίσουν αυτές τις συνέπειες ενώ θα είναι οι ίδιες αποδυναμωμένες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Οι σύμμαχοί τους θα έχουν λιγότερη εμπιστοσύνη στις δυνατότητές τους· το αμερικανικό κοινό θα είναι λιγότερο πρόθυμο να επωμιστεί το κόστος ακόμη και παραγωγικών διεθνών δεσμεύσεων· οι αντίπαλοί τους θα είναι πιθανότερο να αμφισβητήσουν τη βούληση της Ουάσιγκτον. Αυτά τα αποτελέσματα θα είναι πολύ πιο μακροχρόνια και σοβαρά από την αποτυχία των ΗΠΑ στον πόλεμο του Βιετνάμ», καταλήγει ο ειδικός.
Πηγή: in.gr


![Ακατάσχετος λογαριασμός: Τι πρέπει να δηλώσετε για να προστατευτείτε [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/06/akat.jpg)



































