Επιβράδυνση στο ρυθμό αύξησης των πωλήσεων στα αμοιβαία κεφάλαια καταγράφεται τους πρώτους πέντε μήνες του 2026. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ένωσης Θεσμικών Επενδυτών, από την Πρωτοχρονιά έως και τις 25 Μαΐου, οι καθαρές εισροές στο σύνολο της αγοράς διαμορφώθηκαν σε 1,57 δισ. ευρώ. Πρόκειται για επίπεδα χαμηλότερα κατά 42% περίπου ή 1,12 δισ. ευρώ σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο.
Οι καθαρές εισροές στο σύνολο της αγοράς διαμορφώθηκαν σε 1,57 δισ. ευρώ
Τραπεζικές πηγές χαρακτηρίζουν φυσιολογική τη συγκεκριμένη εξέλιξη μετά από 3 σειρές χρονιές μεγάλης αύξησης των τοποθετήσεων σε επενδυτικά προϊόντα αυτού του τύπου.
Συγκεκριμένα, την περίοδο 2023 – 2025 οι καθαρές νέες τοποθετήσεις σε αμοιβαία κεφάλαια εγχώριων διαχειριστών προσέγγισαν τα 13,5 δισ. ευρώ. Προήλθαν κυρίως από τραπεζικούς λογαριασμούς, προς αναζήτηση καλύτερων αποδόσεων σε σχέση με τις προθεσμιακές καταθέσεις.
Τα τραπεζικά έσοδα
Όπως εξηγούν τραπεζικά στελέχη, η περυσινή χρονιά ήταν από τις καλύτερες της τελευταίας 20ετίας, με καθαρές εισροές που ξεπέρασαν τα 5 δισ. ευρώ. Με αυτά τα δεδομένα, προσθέτουν, δεν υπάρχει ανησυχία για την εξέλιξη των εργασιών του asset managements, για τις οποίες οι προοπτικές περαιτέρω ανόδου παραμένουν ισχυρές.
Δεν υπάρχει ανησυχία για την εξέλιξη των εργασιών του asset managements
Επιπλέον, τονίζουν ότι τα έσοδα των τραπεζών από τον τομέα δεν προέρχονται μόνο από τις προμήθειες διάθεσης, αλλά κυρίως από τις αμοιβές διαχείρισης που εισπράττονται σε ετήσια βάση. Με το συνολικό ενεργητικό λοιπόν στις τραπεζικές ΑΕΔΑΚ στην περιοχή των 27 δισ. ευρώ, υψηλότερα κατά 6 δισ. ευρώ σε σχέση με ένα χρόνο νωρίτερα, τα έσοδά τους συνεχίζουν να αυξάνονται.
Οι λόγοι της πτώσης
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως τα πιστωτικά ιδρύματα μένουν με σταυρωμένα χέρια, παρακολουθώντας την εφετινή «κοιλιά». Η δημιουργία νέων προϊόντων, στο βαθμό που το επιτρέπουν οι συνθήκες στις αγορές είναι συνεχής, όπως και η προώθησή τους από όλο το δίκτυο.
Σε σχέση με την ετήσια υποχώρηση των καθαρών εισροών μέχρι στιγμής το 2026, από τις τράπεζες σημειώνουν πως οφείλονται στα εξής:
Πρώτον, η εγχώρια αγορά έχει συγκεκριμένα περιθώρια ανάπτυξης. Μετά από μία τριετία με μέσες ετήσιες καθαρές εισροές κοντά στα 4,5 δισ. ευρώ, είναι αναμενόμενο να σημειωθεί επιβράδυνση στην άνοδο των πωλήσεων.
Όπως τονίζει πηγή από ΑΕΔΑΚ, η πλειονότητα των καταθετών δεν διαθέτει μεγάλα ποσά προς αποταμίευση. Ως εκ τούτου, τα περιθώρια και η ταχύτητα μεγέθυνσης της αγοράς έχουν ταβάνι.
Δεύτερον, η εφετινή χρονιά ξεκίνησε με το κόστος χρήματος στα χαμηλότερα επίπεδα της τελευταίας τριετίας και με την προοπτική για περαιτέρω υποχώρησή του.
Με αυτά τα δεδομένα, στα πιο δημοφιλή αμοιβαία κεφάλαια μέχρι και σήμερα, τα ομολογιακά προκαθορισμένης διάρκειας, οι προσφερόμενες αποδόσεις μειώθηκαν αισθητά, κάτω από τη ζώνη του 2% έναντι 3% – 4% προ διετίας.
Ως αποτέλεσμα περιορίστηκε η ζήτηση για τις νέες εκδόσεις, με τις τράπεζες να επιχειρούν την προώθηση άλλων προγραμμάτων, μεγαλύτερου ρίσκου.
Σε αυτή λοιπόν τη μεταβατική περίοδο οι πωλήσεις ομολογιακών αμοιβαίων κεφαλαίων υποχώρησαν, επιδρώντας αρνητικά συνολικά στην αγορά.
Είναι χαρακτηριστικό ότι από τα 2,15 δισ. ευρώ πέρυσι στο πεντάμηνο, οι καθαρές εισροές το αντίστοιχο διάστημα του 2026 έπεσαν στα 760 εκατ. ευρώ.
Τρίτον, λόγω της αναταραχής που προκάλεσε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, παρατηρήθηκε μία στάση αναμονής από μεγάλη μερίδα επενδυτών μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο.
Έτσι, ότι το δίμηνο Μαρτίου – Απριλίου οι καθαρές εισροές δεν ξεπέρασαν τα 280 εκατ. ευρώ, όταν το αντίστοιχο περυσινό διάστημα είχαν προσεγγίσει το 1 δισ. ευρώ.






































