Πτωτικά κινείται στα τελευταία τρίμηνα το περιθώριο κέρδους των ελληνικών τραπεζών, όπως αυτό προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ των επιτοκίων με τα οποία δανείζουν τους πελάτες του και του κόστους άντλησης ρευστότητας από τις ίδιες.
Πρόκειται για το βασικό συμπέρασμα από την εξέταση της πορείας των σχετικών μεγεθών στους τέσσερις συστημικούς ομίλους, από τις αρχές του 2025 μέχρι και το α΄ τρίμηνο της εφετινής χρήσης.
Όλες οι τράπεζες έχουν δει τα spreads τους να μειώνονται κατά 15 – 20 μονάδες βάσης περίπου.
Από τη ζώνη του 230 – 240 μονάδων βάσης κατά μέσο όρο, υποχώρησαν στο ξεκίνημα του 2026 στις 215 – 220 μονάδες βάσης.
Όπως λένε αναλυτές, αυτή η πτώση είναι απολύτως ελεγχόμενη και δεν επιδρά σε αξιοσημείωτο βαθμό στην οργανική τους κερδοφορία, τουλάχιστον προς ώρας.
Προσθέτουν όμως πως αποτελεί μία παράμετρο την οποία αξιολογούν σε συνεχή βάση οι τραπεζικές διοικήσεις, καθώς επηρεάζει ευθέως την εξέλιξη των καθαρών εσόδων από τόκους.
Πότε ξεκίνησε
Οι ίδιοι κύκλοι εξηγούν πως η υποχώρηση των περιθωρίων σχετίζεται με τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, διαδικασία που ολοκληρώθηκε πέρυσι τον Ιούνιο, μετά από σωρευτική πτώση 200 μονάδων βάσης στους παρεμβατικούς της δείκτες.
Με δεδομένο ότι η πλειονότητα των υφιστάμενων δανείων των ελληνικών τραπεζών είναι κυμαινόμενου επιτόκιου, η εν λόγω αναπροσαρμογή πέρασε άμεσα στους οφειλέτες και ελάφρυνε το κόστος εξυπηρέτησής τους.
Ειδικότερα, σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο στο σύνολο των δανείων βρισκόταν κατά το α΄ τρίμηνο του 2025 στο 5,20% κατά μέσο όρο.
Την αντίστοιχη εφετινή περίοδο έχει πέσει, όπως ήταν αναμενόμενο, στην περιοχή του 4,60%, ήτοι 60 μονάδες βάσης χαμηλότερα.
Οι 3 λόγοι
Η μείωση του κόστους χρηματοδότησης των τραπεζών ωστόσο το ίδιο διάστημα δεν ήταν ανάλογη. Κι αυτό για 3 βασικούς λόγους:
– Τα επιτόκια καταθέσεων μειώθηκαν μεσοσταθμικά μόλις κατά 20 μονάδες βάσης, καθώς κατά τη φάση ανόδου στο κόστος χρήματος που είχε προηγηθεί δεν είχαν ακολουθήσει ανάλογη πορεία.
Ως εκ τούτου, και η πτώση τους από τα υψηλά της διετίας 2023 – 2024 ήταν μικρότερη σε σχέση με την αντίστοιχη στα δάνεια.
Επιπλέον, το μεγαλύτερο μέρος της καταθετικής βάσης, σε ποσοστό της τάξης του 75%, τηρείται σε λογαριασμούς πρώτης ζήτησης, που είναι ούτως ή αλλιώς στην πλειονότητά τους άτοκοι.
Άρα η όποια ελάφρυνση του σχετικού κόστους για τα πιστωτικά ιδρύματα μπορεί να έλθει μόνο μέσα από τις ανανεώσεις με χαμηλότερα επιτόκια προθεσμιακών λογαριασμών, που αντιπροσωπεύουν περίπου το 25% του συνόλου των καταθέσεων.
– Οι τράπεζες προχώρησαν κατά την περίοδο του ακριβού χρήματος σε εκδόσεις χρέους, προς κάλυψη των ελάχιστων απαιτήσεων για την κεφαλαιακή τους επάρκεια.
Τα ομόλογα έπρεπε να εκδοθούν για την επίτευξη των ενδιάμεσων και τελικών στόχων για τους δείκτες MREL. Έτσι, διατέθηκαν με υψηλά κουπόνια.
Η πρόωρη ανάκλησή τους είναι δυνατή μετά από κάποια χρόνια και την ασκούν τα πιστωτικά ιδρύματα για την αναχρηματοδότησή τους με χαμηλότερο κόστος.
Μέχρι τότε όμως, θα συνεχίσουν να επιβαρύνονται με τα υψηλότερα επιτόκια της περιόδου 2023 – 2024.
– Τα περιθώρια κέρδους πιέζονται από την όξυνση του ανταγωνισμού στα δάνεια το τελευταίο διάστημα.
Η μάχη που δίνουν οι τράπεζες για την προσέλκυση των ενδιαφερόμενων για νέες χρηματοδοτήσεις με καλό πιστοληπτικό προφίλ, είναι συνεχής και σκληρή.
Αυτές οι συνθήκες καταγράφονται σε όλες τις κατηγορίες πίστης: Στα επιχειρηματικά δάνεια, όπου οι μεγάλες και μεσαίες εταιρείες με υγιή θεμελιώδη μεγέθη δεν είναι απεριόριστες, αλλά και στα επαγγελματικά δάνεια, όπου επίσης με βάση τα δηλωθέντα στοιχεία στην εφορία, είναι λίγα για τα δεδομένα της εγχώριας αγοράς τα φυσικά πρόσωπα με επαρκή εισοδήματα.
Ανάλογη είναι η κατάσταση και στα στεγαστικά δάνεια, με τις τράπεζες να ενεργοποιούν συνεχώς τα τελευταία τρίμηνα νέες προσφορές με στόχο να ενισχύσουν τα μερίδιά τους.
Ως αποτέλεσμα, τα προσφερόμενα επιτόκια οδεύουν σε ολοένα και πιο χαμηλά επίπεδα.







































