«Η ανταγωνιστικότητα είναι η αχίλλειος πτέρνα της ελληνικής επιχειρηματικότητας». Αυτό αναφέρει ο Νίκος Λούλης, τονίζοντας ότι «το νούμερο ένα πρόβλημα που έχει η Ελλάδα επιχειρηματικά εντοπίζεται στη χαμηλή παραγωγικότητα».
Ο πρόεδρος της Loulis Food Ingredients, μιας από τις ιστορικότερες ελληνικές βιομηχανίες τροφίμων σε συνέντευξη που παραχώρησε στον ΟΤ υπογραμμίζει ότι η παραγωγικότητα πρέπει να εξελιχθεί σε ένα νέο εθνικό στοίχημα και αποδομεί ορισμένους από τους μύθους που συνοδεύουν την ελληνική οικονομία. «Στην Ελλάδα εργαζόμαστε περισσότερες ώρες σε σχέση με τον μέσο Ευρωπαίο εργαζόμενο», τονίζει χαρακτηριστικά.
Εξηγεί γιατί αποφάσισε να είναι υποψήφιος για το δ.σ. του ΣΕΒ και απορρίπτει την άποψη ότι ο ΣΕΒ εκπροσωπεί μόνο τις μεγάλες επιχειρήσεις, επισημαίνοντας ότι άμεσα και έμμεσα εκφράζει περισσότερες από 4.000 επιχειρήσεις σε όλη τη χώρα.
Αναλύει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται ώστε η μεταποίηση να αυξήσει το αποτύπωμά της στην ελληνική οικονομία, αλλά και για τις αλλαγές που συντελούνται στον κλάδο των τροφίμων.
Στέλνει τέλος σαφές μήνυμα για το παραγωγικό μοντέλο, λέγοντας ότι «η λέξη – κλειδί είναι η ισορροπία». Γιατί, όπως υποστηρίζει, η Ελλάδα χρειάζεται ισχυρό τουρισμό, αλλά δεν μπορεί να είναι μια μονοθεματική οικονομία. Χρειάζεται ισχυρή βιομηχανία, παραγωγή και εξωστρέφεια.
Η Βιομηχανία Τροφίμων αποτελεί έναν από τους λίγους κλάδους που συνδυάζουν παραγωγή, εξαγωγές και ισχυρή εγχώρια παρουσία. Πιστεύετε ότι η φωνή του κλάδου ακούγεται όσο θα έπρεπε στον δημόσιο διάλογο για την οικονομία και ποιες παρεμβάσεις θα θέλατε να προωθήσετε μέσα από το διοικητικό συμβούλιο του ΣΕΒ;
Πράγματι, πρόκειται για έναν εξαιρετικά σημαντικό κλάδο, τόσο για την οικονομία, όσο και για την απασχόληση. Με βάση τη τελευταία μελέτη του ΙΟΒΕ, Ο κλάδος Τροφίμων και Ποτών είναι ο μεγαλύτερος κλάδος της μεταποίησης με κύκλο εργασιών 21,7 δις ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 27,7% της συνολικού κύκλου εργασιών της ελληνικής μεταποίησης. Σήμερα, αποτελεί τον μεγαλύτερο εργοδότη της μεταποίησης με περισσότερες από 130.000 άμεσες θέσεις εργασίας, απασχολώντας το 37,5% των εργαζομένων σε αυτή. Παράλληλα, ο Κλάδος Τροφίμων και Ποτών αντιπροσωπεύει πάνω από το 15% των συνολικών εξαγωγών της χώρας, ύψους 7 δισ. ευρώ.
Πέρα από την άμεση οικονομική αξία που δημιουργεί, η ελληνική Βιομηχανία Τροφίμων συνεισφέρει σημαντικά και στην καθιέρωση του ελληνικού «brand name», εξάγοντας τις γεύσεις και τα αρώματα της χώρας μας σε όλο τον κόσμο. Ένα μοναδικό στοιχείο που δεν αντιγράφεται και συνεισφέρει άμεσα στο τουριστικό προϊόν που προσφέρει η Ελλάδα.
Ο ΣΕΒ εκφράζει και μάλιστα με σθένος τις θέσεις και τις προτάσεις του κλάδου, ωστόσο, η εκπροσώπηση μπορεί και πρέπει να ενισχυθεί. Με εξαίρεση τον Πρόεδρο κ. Θεοδωρόπουλο, σήμερα δεν υπάρχει κάποιο μέλος στο ΔΣ που να εκπροσωπεί το μεταποιητικό κομμάτι της Βιομηχανίας Τροφίμων. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που θέλησα να είμαι υποψήφιος, στο πλευρό του κ. Θεοδωρόπουλου, μετά από την τιμητική πρόταση που μου απηύθυνε.
Τα τελευταία χρόνια οι ελληνικές επιχειρήσεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με αλλεπάλληλες κρίσεις — από το ενεργειακό κόστος μέχρι την αύξηση του κόστους στις πρώτες ύλες. Ποιο θεωρείτε σήμερα το μεγαλύτερο εμπόδιο για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας και ποιο μέτρο θα μπορούσε να έχει άμεσο αποτέλεσμα;
Η ανταγωνιστικότητα είναι η «αχίλλειος πτέρνα» της ελληνικής επιχειρηματικότητας. Το νούμερο ένα πρόβλημα που έχει η Ελλάδα επιχειρηματικά εντοπίζεται στη χαμηλή παραγωγικότητα, η οποία βρίσκεται στο 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Ο συγκεκριμένος δείκτης είναι ακόμη πιο απογοητευτικός, εάν τον εξετάσουμε ανά ώρα εργασίας, όπου το ποσοστό πέφτει στο 43%. Κόντρα στα λανθασμένα στερεότυπα που δυστυχώς επικράτησαν κατά την οικονομική κρίση, αυτό δεν οφείλεται στην «τεμπελιά» των Ελλήνων. Στην Ελλάδα εργαζόμαστε περισσότερες ώρες σε σχέση με τον μέσο ευρωπαίο εργαζόμενο.
Πρέπει η παραγωγικότητα να γίνει ένα εθνικό στοίχημα. Πρέπει η βελτίωση του δείκτη να αποτελέσει κοινό στόχο όλων μας, όπως αντίστοιχα έγινε αυτός της ανεργίας ή των δανείων προς το ΑΕΠ. Υψηλή παραγωγικότητα σημαίνει οικονομική ανάπτυξη και αντίστοιχα δημιουργία αξίας και πλούτου για τη κοινωνία.
Υπάρχουν πολλά ακόμη ζητήματα, όμως το πιο σοβαρό και συγχρόνως ανησυχητικό, είναι το φαινόμενο της αποβιομηχανοποίησης, το οποίο δυστυχώς τα τελευταία χρόνια το βλέπουμε πολύ έντονα στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Αρχικά για να ανακτήσει η ελληνική Βιομηχανία την ανταγωνιστικότητα της χρειάζονται επενδύσεις, δεδομένου ότι τα τελευταία χρόνια, και ειδικά την περίοδο της κρίσης οι επενδύσεις στην Ελλάδα μειώθηκαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου στην Ελλάδα είναι στο 15% του ΑΕΠ, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι στο 21%. Εδώ πρέπει το κράτος να δώσει στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα και τα κίνητρα να επενδύσουν. Στον ΣΕΒ έχουμε ήδη καταθέσει προτάσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Μια από αυτές είναι η υιοθέτηση του μέτρου των υπεραποσβέσεων, το οποίο μπορεί να αποτελέσει ένα πολύ σημαντικό κίνητρο για τις επιχειρήσεις, καθώς δεν μειώνει τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού, ενώ επιτρέπει στις επιχειρήσεις να επωφεληθούν από την προστιθέμενη αξία που θα δημιουργήσει μια επένδυση.
Ένα επιπλέον εμπόδιο στην ανταγωνιστικότητα, είναι το ενεργειακό κόστος που αναφέρατε. Οι ελληνικές επιχειρήσεις εξακολουθούν και πληρώνουν έναν πολύ υψηλό «λογαριασμό» γεγονός που τις καθιστά αντι-ανταγωνιστικές, ειδικά στον τομέα των εξαγωγών. Ενώ έχουν ληφθεί μέτρα προς τη σωστή κατεύθυνση τα τελευταία χρόνια, υπάρχει ακόμη αρκετός δρόμος για να βελτιωθούν αγκυλώσεις και τα προβλήματα που παρουσιάζει το ελληνικό μοντέλο της αγοράς ενέργειας.
Υπάρχουν πολλά ακόμη ζητήματα, όμως το πιο σοβαρό και συγχρόνως ανησυχητικό, είναι το φαινόμενο της αποβιομηχανοποίησης, το οποίο δυστυχώς τα τελευταία χρόνια το βλέπουμε πολύ έντονα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι ενωσιακές πολιτικές κινούνται πολλές φορές ενάντια στη Βιομηχανία. Είναι ενδεικτικό ότι στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 το 20% του ΑΕΠ προερχόταν από τη μεταποίηση. Σήμερα το ποσοστό αυτό έχει πέσει στο 14%. Η τάση αποβιομηχανοποίησης της Ευρώπης, την αποδυναμώνει και την καθιστά ακόμη πιο ευάλωτη σε ένα ρευστό διεθνές περιβάλλον, όπου η επάρκεια και η αυτάρκεια αγαθών και προϊόντων παίζουν καθοριστικό ρόλο.

Ισορροπία. Αυτή είναι η λέξη «κλειδί». Θεωρώ ότι η Ελλάδα πρέπει να αποκτήσει ένα ισορροπημένο παραγωγικό μοντέλο που θα βασίζεται σε πολλούς και διαφορετικούς πυλώνες, ειδικά σε μια περίοδο αυξημένου κινδύνου, επισημαίνει ο Νίκος Λούλης στη συνέντευξή του στον ΟΤ
Η ελληνική μεταποίηση καλείται να επενδύσει ταυτόχρονα στην πράσινη μετάβαση, στον ψηφιακό μετασχηματισμό και στην παραγωγικότητα. Υπάρχει ο κίνδυνος οι μικρότερες και μεσαίες βιομηχανίες να μείνουν πίσω σε αυτή τη μετάβαση; Και πώς μπορεί να αποφευχθεί ένα τέτοιο χάσμα;
Ανεξαρτήτως μεγέθους, οι προκλήσεις για μια επιχείρηση είναι πολλές και συχνά σύνθετες. Για να μπορέσει να ανταπεξέλθει χρειάζονται διαρκείς επενδύσεις και εξωστρέφεια. Αν δεν το κάνεις μπορεί γρήγορα να ξεπεραστείς. Σίγουρα, μια μεγάλη επιχείρηση διαθέτει πολύ περισσότερους πόρους προκειμένου να ανταποκριθεί στους ρυθμούς και τις απαιτήσεις της εποχής. Ωστόσο, δεν είναι όλα μαύρο ή άσπρο. Πάρτε για παράδειγμα την Τεχνητή Νοημοσύνη. Κατά τη γνώμη μου είναι ένας πολύ πιο πολύτιμος σύμμαχος για τις μικρότερες επιχειρήσεις. Αφενός τους δίνει τη δυνατότητα γρήγορα και φθηνά να αποκτήσουν πρόσβαση σε μοντέλα που μπορούν να πολλαπλασιάσουν την παραγωγικότητα τους και τον όγκο δουλειάς που μπορούν να διαχειριστούν. Αφετέρου μια μικρή εταιρεία μπορεί να αφομοιώσει πιο γρήγορα από ό,τι μια μεγάλη την Τεχνητή Νοημοσύνη και να στήσει επιχειρηματικά μοντέλα πάνω σε αυτήν. Η τεχνολογία τους δίνει τη δυνατότητα να μειώσουν το κενό που τις χωρίζει από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, οι οποίες ως γνωστό δεν είναι και τόσο «δεκτικές» στις αλλαγές.
Oφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η Βιομηχανία μπορεί αφενός να δώσει προστιθέμενη αξία μέσω των εξαγωγών της και αφετέρου μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη εγχώρια ασφάλεια σε μια περίοδο μεγάλων γεωπολιτικών αναταράξεων
Επιτρέψτε μου να ξεκαθαρίσω κάτι. Σε αντίθεση με ακόμη μία λανθασμένη αντίληψη, ο ΣΕΒ δεν εκπροσωπεί μόνο τις μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά την επιχειρηματικότητα στο σύνολο της. Πέρα από τα άμεσα μέλη του, ο ΣΕΒ έχει στενή θεσμική συνεργασία με τους περισσότερους περιφερειακούς συνδέσμους. Άμεσα και έμμεσα εκπροσωπεί πάνω από 4.000 επιχειρήσεις και βιομηχανίες σε όλη την Ελλάδα. Μέσα από τις εκπαιδευτικές και ενημερωτικές δράσεις που οργανώνει ο ίδιος και οι περιφερειακοί σύνδεσμοι γίνεται μια μεγάλη προσπάθεια, ώστε όλα τα εργαλεία να είναι διαθέσιμα στις ελληνικές επιχειρήσεις με στόχο να παραμένουν σύγχρονες και ανταγωνιστικές. Στόχος μας είναι να απελευθερωθεί η πραγματική δυναμική της επιχειρηματικότητας, είτε πρόκειται για μικρές, μεσαίες ή μεγάλες επιχειρήσεις.
Η συζήτηση για το παραγωγικό μοντέλο της χώρας επανέρχεται διαρκώς, αλλά συχνά μένει στη θεωρία. Τι θα θέλατε να δείτε να αλλάζει προκειμένου να οικοδομήσουμε ένα βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο που θα δημιουργεί καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας και πλούτο για την χώρα και τους πολίτες της;
Ισορροπία. Αυτή είναι η λέξη «κλειδί». Θεωρώ ότι η Ελλάδα πρέπει να αποκτήσει ένα ισορροπημένο παραγωγικό μοντέλο που θα βασίζεται σε πολλούς και διαφορετικούς πυλώνες, ειδικά σε μια περίοδο αυξημένου κινδύνου. Σίγουρα ένας βασικός πυλώνας για τη χώρα είναι αυτός του Τουρισμού και όλων των υπηρεσιών που ανθίζουν πέριξ αυτού. Όμως, δεν μπορεί η οικονομία μας να είναι μονοθεματική. Τα τελευταία χρόνια η χώρα έχει αποδείξει πως διαθέτει μεγάλο αναπτυξιακό απόθεμα σε υπηρεσίες πέραν του Τουρισμού, όπως logistics, χρηματοοικονομικές και επαγγελματικές υπηρεσίες, υγεία κ.α. που επίσης δημιουργούν ένα πυλώνα υγιούς οικονομικής συμβολής στην ελληνική οικονομία.
Προσωπικά, θέλω να δω μια Ελλάδα που θα πιστεύει στην υπεύθυνη μεταποίηση και Βιομηχανία – τόσο σε πολιτικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Θα είναι μια μεγάλη κατάκτηση που θα μας επιτρέψει να γυρίσουμε σελίδα.
Ο πυλώνας όμως της μεταποίησης παραμένει ο πιο αδύναμος. Στην Ελλάδα με βάση στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας η μεταποίηση συμμετέχει περίπου στο 9% του ΑΕΠ, όταν στην Ευρώπη ο μέσος όρος είναι στο 14%. Άρα υπάρχει μεγάλο περιθώριο βελτίωσης και οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η Βιομηχανία μπορεί αφενός να δώσει προστιθέμενη αξία μέσω των εξαγωγών της και αφετέρου μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη εγχώρια ασφάλεια σε μια περίοδο μεγάλων γεωπολιτικών αναταράξεων. Ένα μοντέλο το οποίο βασίζεται στην εισαγωγή αγαθών είναι και πιο ακριβό αλλά και πιο επίφοβο για τους Έλληνες σε περιόδους κρίσεων.
Προσωπικά, θέλω να δω μια Ελλάδα που θα πιστεύει στην υπεύθυνη μεταποίηση και Βιομηχανία – τόσο σε πολιτικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Θα είναι μια μεγάλη κατάκτηση που θα μας επιτρέψει να γυρίσουμε σελίδα. Αυτός είναι και ο λόγος που θέλω να συμμετέχω ενεργά στον ΣΕΒ. Όταν πραγματικά πιστέψουμε πως η Βιομηχανία και η μεταποίηση είναι το όχημα ανάπτυξης και ευημερίας τότε είμαι βέβαιος πως θα κάνουμε τα σωστά βήματα.





































