Με απώλειες έκλεισαν σήμερα τα μεγάλα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια, με αυτό της Φρανκφούρτης να δέχεται τις μεγαλύτερες πιέσεις, υπό το βάρος των νέων ανησυχιών για τον πληθωρισμό, τη γεωπολιτική αβεβαιότητα και τις προειδοποιήσεις για την αύξηση του δημόσιου χρέους.
Ειδικότερα, ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx 600 υποχώρησε κατά 0,72% στις 625 μονάδες. Ο βρετανικός FTSE 100 κατέγραψε απώλειες 0,16% στις 10.441 μονάδες, ο γερμανικός DAX σημείωσε πτώση 1,12% στις 24.823 μονάδες, ενώ ο γαλλικός CAC 40 έκλεισε χαμηλότερα κατά 0,51% στις 7.729 μονάδες.
Ανησυχία στις διεθνείς αγορές ομολόγων προκάλεσε η νέα άνοδος των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου στην Ευρώπη, καθώς η εντατικοποίηση των στρατιωτικών επιθέσεων σε θαλάσσιες οδούς και ενεργειακές υποδομές στον Περσικό Κόλπο και την Ερυθρά Θάλασσα αναζωπύρωσε τις ανησυχίες για την ενεργειακή επάρκεια. Η νέα ένταση ανέτρεψε μέρος της πρόσφατης αποκλιμάκωσης των τιμών, εντείνοντας τους προβληματισμούς για το ενεργειακό κόστος των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων ενόψει του χειμώνα.
Το κλίμα επιβαρύνθηκε περαιτέρω από τα πρακτικά της συνεδρίασης του Σεπτεμβρίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Οι υπεύθυνοι χάραξης νομισματικής πολιτικής εκτίμησαν πως οι κίνδυνοι για τον πληθωρισμό γέρνουν προς την πλευρά των υψηλότερων τιμών, επικαλούμενοι τις εντάσεις στη Μέση Ανατολή και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Παράλληλα, ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, προειδοποίησε ότι ο δομικός πληθωρισμός αναμένεται να αυξηθεί το επόμενο έτος, ενώ ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, Άντριου Μπέιλι, επισήμανε ότι η διόγκωση του δημόσιου χρέους ενδέχεται να περιορίσει τη δυνατότητα του Ηνωμένου Βασιλείου να αντιμετωπίσει μελλοντικές οικονομικές κρίσεις.
Παρόλα αυτά, η γερμανική κυβέρνηση αναθεώρησε προς τα πάνω τις προβλέψεις της για την οικονομική ανάπτυξη το 2026 και το 2027, εκτιμώντας ότι οι επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν στην οικονομία ήταν ηπιότερες από ό,τι αναμενόταν αρχικά.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομίας, το γερμανικό ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,3% το 2026 και κατά 1,1% το 2027, έναντι των προηγούμενων εκτιμήσεων του Απριλίου για ανάπτυξη 0,5% και 0,9%, αντίστοιχα. Για το 2028, η κυβέρνηση προβλέπει επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης στο 0,6%.
«Τα στοιχεία δείχνουν ότι η γερμανική οικονομία βρίσκεται σε τροχιά ανάπτυξης και έχει αποδειχθεί ανθεκτικότερη από ό,τι αναμενόταν», ανέφερε το υπουργείο, επισημαίνοντας ότι, παρά τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και την άνοδο των τιμών της ενέργειας, η οικονομία κατέγραψε ισχυρή ανάπτυξη το πρώτο εξάμηνο του 2026. Όπως σημείωσε, η ανάκαμψη στηρίχθηκε κυρίως στις εξαγωγές και στη δημόσια κατανάλωση, ενώ οι βασικές αναπτυξιακές ωθήσεις για το σύνολο του έτους αναμένεται να προέλθουν από το εξωτερικό εμπόριο.



































