Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναμένεται να καλέσουν τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι να μετριάσει τη δημόσια κριτική του προς τον Ντόναλντ Τραμπ, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες ότι οι ολοένα πιο αιχμηρές δηλώσεις του Ουκρανού προέδρου μπορεί να επιδεινώσουν τις ήδη τεταμένες σχέσεις μεταξύ Κιέβου και Ουάσιγκτον. Το ζήτημα θα τεθεί στις συνομιλίες με τον Ζελένσκι στις Βρυξέλλες την Παρασκευή, στο περιθώριο της συνόδου κορυφής της ΕΕ.
Σε συνέντευξή του στους Financial Times την Τετάρτη, ο Ουκρανός πρόεδρος επέκρινε τη συμφωνία του Αμερικανού προέδρου με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ, χαρακτήρισε «επικίνδυνη» την υποχώρηση της αμερικανικής υποστήριξης στον τομέα των πληροφοριών και κατηγόρησε τον Τραμπ ότι δείχνει ιδιαίτερη συμπάθεια προς αυταρχικούς ηγέτες και υπερπλούσιους επιχειρηματίες.
Οι δηλώσεις προκάλεσαν αμηχανία σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Σύμφωνα με τρεις αξιωματούχους που ενημερώθηκαν για την προετοιμασία της συνόδου, οι ηγέτες της ΕΕ σκοπεύουν να μεταφέρουν στον Ζελένσκι ένα μήνυμα υποστηρικτικό, αλλά ταυτόχρονα σαφές: ακόμη και όταν οι επικρίσεις του έχουν βάση, δεν είναι απαραίτητο να διατυπώνονται δημόσια με τον συγκεκριμένο τρόπο. Στόχος τους είναι να αποτρέψουν μια νέα κλιμάκωση της σύγκρουσης με την αμερικανική κυβέρνηση.

Η Ουκρανία ανάμεσα στην εξάρτηση και τη δυσαρέσκεια
Η κρίση έχει ενταθεί μετά την ανακοίνωση του Τραμπ για ενεργειακή συμφωνία με τη Ρωσία, τις πιέσεις προς το Κίεβο να σταματήσει τις επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια και τις αμερικανικές προτάσεις για την αποδέσμευση παγωμένων ρωσικών κρατικών περιουσιακών στοιχείων. Οι εξελίξεις αυτές έχουν αναζωπυρώσει την αντιπαράθεση μεταξύ των δύο προέδρων, θυμίζοντας την έντονη δημόσια σύγκρουσή τους στον Λευκό Οίκο πέρυσι.
Η κατάσταση φέρνει τους Ευρωπαίους συμμάχους της Ουκρανίας σε δύσκολη θέση. Από τη μία πλευρά, επιδιώκουν να συνεχίσουν την οικονομική και στρατιωτική στήριξη του Κιέβου. Από την άλλη, εξακολουθούν να εξαρτώνται από τις ΗΠΑ για κρίσιμες αμυντικές δυνατότητες και πληροφορίες, τις οποίες η Ουκρανία χρειάζεται για να αντιμετωπίζει τις ρωσικές επιθέσεις και να εντοπίζει στόχους στο ρωσικό έδαφος.
Οι ΗΠΑ δεν παρέχουν πλέον άμεση οικονομική βοήθεια στην Ουκρανία, ενώ οι παραδόσεις όπλων πραγματοποιούνται με πληρωμές από το Κίεβο και τους Ευρωπαίους συμμάχους του. Ωστόσο, η σημασία των αμερικανικών πληροφοριών παραμένει καθοριστική για την ουκρανική άμυνα, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια του Ζελένσκι να συγκρουστεί ανοιχτά με τον Τραμπ.
Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δήλωσε ότι η Ευρώπη πρέπει να κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να στηρίξει την Ουκρανία, υπογραμμίζοντας πως δεν διακυβεύεται μόνο η εδαφική της ακεραιότητα, αλλά και η πολιτική τάξη της Ευρώπης, η οποία δέχεται έντονες πιέσεις από τη Ρωσία.

Διαφορετικές προσεγγίσεις ΕΕ – ΗΠΑ για τον πόλεμο
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες είχαν επιχειρήσει και σε προηγούμενες κρίσεις να γεφυρώσουν τις διαφορές μεταξύ Τραμπ και Ζελένσκι, προσφέροντας πολιτική στήριξη στον Ουκρανό πρόεδρο και παρεμβαίνοντας στην Ουάσιγκτον. Αυτή τη φορά, όμως, ορισμένοι εμφανίζονται διατεθειμένοι να του ασκήσουν πιο άμεση κριτική, χωρίς να αμφισβητήσουν τη δέσμευσή τους απέναντι στην Ουκρανία.
Ο Ιρλανδός πρωθυπουργός Μίχολ Μάρτιν τόνισε ότι η επικοινωνία με τις ΗΠΑ πρέπει να συνεχιστεί, υπενθυμίζοντας πως στο παρελθόν οι δυσκολίες στις διατλαντικές σχέσεις ξεπεράστηκαν μέσω διπλωματικών επαφών. Αντίθετα, η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, υπογράμμισε ότι η ΕΕ και οι ΗΠΑ έχουν διαφορετική προσέγγιση ως προς τον τρόπο τερματισμού του πολέμου.
«Έχουμε σίγουρα διαφορετικές προσεγγίσεις σε σύγκριση με τις ΗΠΑ ως προς αυτόν τον πόλεμο. Θεωρούμε ότι πρέπει να ασκήσουμε πίεση στον επιτιθέμενο για να σταματήσει τον πόλεμο, όχι στο θύμα. Η άσκηση πίεσης στην Ουκρανία δεν είναι η σωστή προσέγγιση, είπε η Κάλας
Η ευρωπαϊκή προσπάθεια, επομένως, είναι διπλή: να διατηρηθεί η αμερικανική εμπλοκή και ταυτόχρονα να αποφευχθεί η περαιτέρω αποδυνάμωση του Κιέβου. Για τους ηγέτες της ΕΕ, η δημόσια αντιπαράθεση δεν απειλεί μόνο τις σχέσεις Τραμπ–Ζελένσκι, αλλά και τη συνοχή της δυτικής συμμαχίας σε μια κρίσιμη φάση του πολέμου.



































