array(5) {
  ["ai_cats"]=>
  array(2) {
    [0]=>
    string(20) "Business and Finance"
    [1]=>
    string(18) "Academic Interests"
  }
  ["ai_subcats"]=>
  array(2) {
    [0]=>
    string(7) "Economy"
    [1]=>
    string(7) "History"
  }
  ["ai_tone"]=>
  string(7) "neutral"
  ["ai_dv_cat1"]=>
  string(8) "Business"
  ["ai_dv_cat2"]=>
  string(24) "Negative News: Financial"
}

Η ελληνική οικονομία στην Κατοχή: Από την παραγωγική κατάρρευση στον υπερπληθωρισμό

Η περίοδος που η Ελλάδα έζησε ατην Κατοχή από τις δυνάμεις του Άξονα υπήρξε καταστροφική για την ελληνική οικονομία και το νόμισμά της

Η ελληνική οικονομία στην Κατοχή: Από την παραγωγική κατάρρευση στον υπερπληθωρισμό

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του ot.gr στην Google

Η Κατοχή της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα, την περίοδο 1941–1944, αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές και νομισματικές καταστροφές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Οι βελτιώσεις που είχαν επιτευχθεί μετά τη χρεοκοπία του 1932 εξανεμίστηκαν, ενώ η παραγωγή, το εμπόριο και το χρηματοπιστωτικό σύστημα οδηγήθηκαν σε αποδιοργάνωση. Όπως επισημαίνει ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ («Στην Ελλάδα του Χίτλερ»), η χώρα έφτασε στην απελευθέρωση μέσα σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης.

Υπό αυτό το πρίσμα, περιγράφοντας την κατάσταση της εθνικής οικονομίας κατά τη διάρκεια του πολέμου, δεν μπορούμε καν να μιλάμε για μακροοικονομικές εξελίξεις, αλλά μάλλον για μια πορεία προς την άβυσσο.

Η παραγωγική μηχανή καταστράφηκε, όπως και το εμπόριο. Οι ελλείψεις τροφίμων έπληξαν τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα του αστικού πληθυσμού, ενώ οι μεσαίες και ανώτερες τάξεις είδαν τον συσσωρευμένο πλούτο τους να χάνεται εξαιτίας του υπερπληθωρισμού και της μαύρης αγοράς.

Ανθρώπινες απώλειες και κατάρρευση της παραγωγής

Σύμφωνα με την απογραφή του 1940, ο πληθυσμός της Ελλάδας ανερχόταν σε περίπου 7.336.000 κατοίκους. Κατά την Κατοχή, οι συνολικές δημογραφικές απώλειες εκτιμώνται σε περίπου 415.300 ανθρώπους, από τους οποίους περίπου 260.000 άμαχοι πέθαναν από πείνα ή βία. Η ανθρωπιστική κρίση αποτυπώνεται και στη διατροφή: η μέση ημερήσια θερμιδική πρόσληψη το 1941 έφτασε μόλις τις 900 θερμίδες ανά άτομο, ενώ σε κανένα σημείο της Κατοχής δεν ξεπέρασε τις 1.400 θερμίδες.

Παράλληλα, σύμφωνα με την ιστορία της Τραπέζης της Ελλάδος η παραγωγική βάση της χώρας υπέστη τεράστιες απώλειες. Μεταξύ 1940 και 1944, η αγροτική παραγωγή μειώθηκε κατά 70% και η βιομηχανική κατά 82%. Περίπου 60% του ζωικού κεφαλαίου χάθηκε, η μεταφορική ικανότητα της εμπορικής ναυτιλίας περιορίστηκε κατά 78%, ενώ εξαφανίστηκε περίπου το 72% των φορτηγών και άλλων οχημάτων. Επιπλέον, καταστράφηκε περίπου το 25% των δασών της χώρας.

Οι αριθμοί αυτοί περιγράφουν κάτι περισσότερο από την καταστροφή περιουσιακών στοιχείων. Η απώλεια ζώων, μηχανημάτων, πλοίων και οχημάτων περιόρισε την ικανότητα της οικονομίας να παράγει και να διακινεί αγαθά, δυσχεραίνοντας την ανάκαμψη ακόμη και μετά την αποχώρηση των κατακτητών.

Το κόστος των καταστροφών

Η εκτίμηση της συνολικής οικονομικής ζημιάς αποδείχθηκε δύσκολη. Ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης, ο οποίος συμμετείχε στην καταγραφή των καταστροφών, υπολόγισε τις ελληνικές απώλειες σε περίπου 15 δισ. προπολεμικά δολάρια ΗΠΑ. Αντίθετα, το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο των Ηνωμένων Εθνών παρουσίασε μια πολύ χαμηλότερη εκτίμηση, της τάξης του 1–2 δισ. δολαρίων.

Η μεγάλη απόσταση μεταξύ των δύο εκτιμήσεων αντανακλά τις διαφορετικές μεθόδους και παραδοχές που χρησιμοποιήθηκαν για την αποτίμηση των ζημιών. Δεν πρόκειται για ποσά που μπορούν να μετατραπούν απευθείας σε σημερινά ευρώ χωρίς να προσδιοριστεί αν μετράται η αξία των κατεστραμμένων περιουσιακών στοιχείων, η απώλεια παραγωγής ή οι ευρύτερες οικονομικές συνέπειες.

Η καταστροφή επηρέασε διαφορετικά τις κοινωνικές τάξεις. Οι ελλείψεις τροφίμων έπληξαν ιδιαίτερα τα φτωχότερα αστικά στρώματα, ενώ τα μεσαία και ανώτερα στρώματα είδαν τις αποταμιεύσεις και τον συσσωρευμένο πλούτο τους να χάνουν μεγάλο μέρος της αξίας τους λόγω του υπερπληθωρισμού. Ταυτόχρονα, η μαύρη αγορά έγινε βασικός μηχανισμός διακίνησης αγαθών, καθώς η επίσημη αγορά αδυνατούσε να καλύψει τις ανάγκες του πληθυσμού.

Η λεηλασία των πόρων και ο έλεγχος του εμπορίου

Η οικονομική αφαίμαξη δεν περιορίστηκε στις καταστροφές των πολεμικών επιχειρήσεων. Οι αρχές κατοχής προχώρησαν σε κατασχέσεις αγροτικών προϊόντων, όπως ο καπνός και το ελαιόλαδο, καθώς και ορυκτών πρώτων υλών, όπως ο βωξίτης και το χρώμιο. Παράλληλα, εμπορεύματα που βρίσκονταν σε αποθήκες μεταφέρθηκαν στη Γερμανία.

Βιομηχανικές επιχειρήσεις που θεωρούνταν χρήσιμες για τη γερμανική πολεμική οικονομία εξαγοράστηκαν, μισθώθηκαν ή επιτάχθηκαν. Η παραγωγή πυρίτη, σιδηρομεταλλεύματος, χρωμίου, νικελίου, μαγγανίου και γρανίτη εντάχθηκε στις ανάγκες των κατακτητών. Οι Ιταλοί διεκδίκησαν μερίδιο από τους διαθέσιμους πόρους και απέκτησαν ορισμένα οικονομικά προνόμια μετά την άνοιξη του 1942.

Η κατεύθυνση του εξωτερικού εμπορίου αποτυπώνει αυτή την εξάρτηση: περίπου 76% των ελληνικών εξαγωγών κατευθυνόταν προς τη Γερμανία και 17% προς την Ιταλία. Η παραγωγή και το εμπόριο λειτουργούσαν, επομένως, σε μεγάλο βαθμό προς όφελος των κατοχικών δυνάμεων και όχι της εγχώριας κατανάλωσης ή της οικονομικής ανάκαμψης.

Η νομισματική αποδιοργάνωση

Στην αρχή της Κατοχής, η Ελλάδα χωρίστηκε σε γερμανική, ιταλική και βουλγαρική ζώνη, όπου κυκλοφόρησαν διαφορετικά κατοχικά νομίσματα παράλληλα με τη δραχμή: το μάρκο κατοχής (Reichskreditkassen), η λεγόμενη «δραχμή της Μεσογείου» και το λέβα, αντίστοιχα. Στις 18 Ιουλίου 1941, ύστερα από επίμονες παρεμβάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, η δραχμή ορίστηκε ως το μοναδικό νόμιμο νόμισμα, σε μια προσπάθεια να αποκατασταθεί κάποιος έλεγχος στη νομισματική κυκλοφορία.

Η προσπάθεια απέτυχε υπό το βάρος των δαπανών κατοχής και της συνεχούς έκδοσης νέου χρήματος. Μεταξύ Οκτωβρίου 1939 και Ιανουαρίου 1944, η κυκλοφορία της δραχμής αυξήθηκε κατά περίπου 36.000%. Η νομισματική κατάρρευση επιταχύνθηκε στη συνέχεια, καθώς η Τράπεζα της Ελλάδος δεν μπορούσε να ελέγξει τις αποφάσεις των κατοχικών αρχών.

Η αξία της χρυσής λίρας αποτελεί χαρακτηριστικό μέτρο της απώλειας εμπιστοσύνης στο νόμισμα: από περίπου 1.000 δραχμές το 1940, η τιμή της έφτασε τα 1,5 δισ. δραχμές το 1944.

Η εξέλιξη της κυκλοφορίας χρήματος ήταν εξίσου εντυπωσιακή:

  • 11,2 δισ. δραχμές το 1940.
  • 19,4 δισ. στις 30 Απριλίου 1941.
  • 79,1 δισ. στις 30 Απριλίου 1942.
  • 560 δισ. στις 30 Απριλίου 1943.
  • 18.100 δισ. στις 30 Απριλίου 1944.
  • 604.570.000 δισ. δραχμές στις 31 Δεκεμβρίου 1944, σύμφωνα με την ΤτΕ.

Ο υπερπληθωρισμός κορυφώθηκε γύρω από την απελευθέρωση. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, μεταξύ Απριλίου 1941 και Οκτωβρίου 1944 το κόστος ζωής αυξήθηκε περίπου 2,3 δισεκατομμύρια φορές. Τον Νοέμβριο του 1944 εισήχθη νέα δραχμή, με ισοτιμία 1 νέα δραχμή προς 50 δισ. παλαιές δραχμές.

Το κατοχικό δάνειο

Σημαντικό μέρος της νομισματικής κρίσης συνδεόταν με το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο. Στις 14 Μαρτίου 1942, η Γερμανία και η Ιταλία επέβαλαν στην Ελλάδα, μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος, τη χορήγηση ποσών πέραν των ήδη συμφωνημένων εξόδων κατοχής. Οι προκαταβολές αυτές προβλέπονταν να επιστραφούν μετά τον πόλεμο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε το 1947 ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γεώργιος Μαντζαβίνος, η Ελλάδα κατέβαλε 87.811.216.671.480 δραχμές για έξοδα κατοχής, ποσό που αντιστοιχούσε σε 3.381.001 χρυσές λίρες. Επιπλέον, χορηγήθηκαν προκαταβολές ύψους 1.530.190.356.165.819 δραχμών, ή 4.506.226 χρυσών λιρών.

Συνολικά, τα έξοδα κατοχής και οι προκαταβολές ανήλθαν σε 1.618.001.572.837.299 δραχμές, δηλαδή 7.887.227 χρυσές λίρες, με βάση τη μέση τιμή της λίρας στο Χρηματιστήριο Αθηνών κατά την Κατοχή.

Η συμφωνία προέβλεπε την αποπληρωμή των προκαταβολών, αλλά οι σχετικές δεσμεύσεις δεν υλοποιήθηκαν. Το ζήτημα παρέμεινε ανοικτό στη μεταπολεμική περίοδο και εξετάστηκε επανειλημμένα από την Τράπεζα της Ελλάδος και τις ελληνικές κυβερνήσεις. Η μετατροπή της οφειλής σε σημερινές αξίες εξαρτάται από τις παραδοχές για τον πληθωρισμό, το επιτόκιο και τον ανατοκισμό, επομένως οι διαφορετικές εκτιμήσεις δεν είναι αυτομάτως συγκρίσιμες.

Η απελευθέρωση και η κληρονομιά που άφησε η Κατοχή

Η Αθήνα απελευθερώθηκε στις 12 Οκτωβρίου 1944, αλλά η οικονομία παρέμενε σε κρίσιμη κατάσταση. Η παραγωγή είχε καταρρεύσει, οι υποδομές είχαν υποστεί εκτεταμένες ζημιές και το νόμισμα είχε χάσει σχεδόν ολοκληρωτικά την αγοραστική του δύναμη. Η νομισματική μεταρρύθμιση του Νοεμβρίου 1944 δεν αρκούσε από μόνη της για να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη, καθώς οι ελλείψεις αγαθών και η πολιτική αστάθεια συνέχισαν να τροφοδοτούν τον πληθωρισμό.

Η οικονομική κληρονομιά της Κατοχής δεν αποτυπώνεται, συνεπώς, σε έναν μόνο αριθμό. Περιλαμβάνει τις 415.300 δημογραφικές απώλειες, τη μείωση της αγροτικής παραγωγής κατά 70%, της βιομηχανικής κατά 82%, την απώλεια του 78% της ναυτιλιακής χωρητικότητας και την εκτίναξη της νομισματικής κυκλοφορίας σε επίπεδα που κατέστησαν τη δραχμή πρακτικά αναξιόπιστη.

Η ιστορική σημασία αυτών των στοιχείων βρίσκεται στο ότι αποκαλύπτουν μια συνολική κατάρρευση: η Ελλάδα έχασε ανθρώπους, παραγωγική δυναμικότητα, αποταμιεύσεις και οικονομική αυτονομία. Η αποτίμηση του κόστους χρειάζεται να κρατά χωριστά τις υλικές καταστροφές, την οικονομική αφαίμαξη, το κατοχικό δάνειο και την απώλεια παραγωγής, ώστε να μην καταλήγει σε ένα εντυπωσιακό αλλά παραπλανητικό άθροισμα.

OT Originals
Περισσότερα από World

ot.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθυντής Σύνταξης: Χρήστος Κολώνας

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ΟΝΕ DIGITAL SERVICES MONOΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ

Μέτοχος: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 801010853, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: [email protected], Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

Μέλος

ened
ΜΗΤ

Aριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ.232433

Cookies