Μια παγκόσμια ενεργειακή ισορροπία που ακροβατεί σε εύθραυστους διαδρόμους, με τα Στενά του Ορμούζ να λειτουργούν ως αθέατος αλλά καθοριστικός ρυθμιστής της επάρκειας και των τιμών, περιέγραψε ο Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος της HELLENiQ ENERGY κ. Γιώργος Αλεξόπουλος, από το βήμα του «Φόρουμ των Δελφών».
Παράλληλα, ανέδειξε τη θέση ισχύος της Ελλάδας ως κόμβου διύλισης και εξαγωγών, επισημαίνοντας ότι η χώρα δεν περιορίζεται στην απορρόφηση των κραδασμών, αλλά διαθέτει τη δυνατότητα να τους μετατρέψει σε συγκριτικό πλεονέκτημα για την ευρύτερη περιοχή.
Το 20% που μπορεί να τινάξει την αγορά στον αέρα
Ξεκινώντας από τη γεωπολιτική διάσταση της κρίσης, έδωσε το βασικό πλαίσιο των κινδύνων. «Η διαφοροποίηση των πηγών και των διαδρομών είναι κρίσιμη. Και η τρέχουσα κρίση αναδεικνύει ακριβώς αυτό, καθώς μέσω των Στενών του Ορμούζ διακινείται περίπου το 20% των παγκόσμιων ροών πετρελαίου και προϊόντων αργού», επεσήμανε.
Περιγράφοντας τις πρώτες επιπτώσεις στην αγορά, ανέδειξε πού εντοπίζονται ήδη πιέσεις. «Αντιμετωπίζουμε κάποιες ελλείψεις — όχι εδώ στην Ελλάδα, ούτε στην ευρύτερη περιοχή — αλλά σίγουρα στην Ασία και σε ορισμένα μέρη της βόρειας Ευρώπης», είπε ο κ. Αλεξόπουλος. Εξηγώντας το εύρος της απειλής, έδωσε τη διάσταση της ανισορροπίας προσφοράς–ζήτησης. «Αν χάσουμε αυτό το 20% των ροών από τον Περσικό Κόλπο για πολύ μεγαλύτερο διάστημα, θα υπάρξει πραγματική ανισσοροπία σε επίπεδο ζήτησης, η οποία ήδη κυμαίνεται υψηλότερα κατά 20% από αυτό που μπορεί να προσφέρει η υπόλοιπη αγορά», δήλωσε.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στα στα όρια της υφιστάμενης ανθεκτικότητας, λέγοντας ότι «μέχρι τώρα έχουμε προστατευτεί χάρη στα αποθέματα ασφαλείας, στις πλωτές αποθήκες και στα φορτία που ταξιδεύουν προς τον προορισμό τους αλλά τα περισσότερα έχουν ήδη φτάσει σε αυτούς. Οπότε δεν μας απομένει πολύς χρόνος πριν αντιμετωπίσουμε πραγματικές ελλείψεις», υπογράμμισε ο ίδιος.

Η Ελλάδα ανεβαίνει στην ενεργειακή σκακιέρα
Εστιάζοντας στην ελληνική αγορά, ανέδειξε τη συγκριτική της θέση. «Η Ελλάδα, και κατ’ επέκταση η περιοχή, βρίσκεται σε πολύ καλή θέση για να αντιμετωπίσει αυτή τη διαταραχή, επειδή έχουμε το προνόμιο να διαθέτουμε έναν μεγάλο κόμβο διύλισης, με δυναμικότητα 550.000 βαρέλια την ημέρα», όπως τόνισε. Εμβαθύνοντας στον ρόλο της εγχώριας βιομηχανίας, παρέθεσε συγκεκριμένα μεγέθη. «Έχουμε δύο εταιρείες, την HELLENiQ ENERGY και τη Motor Oil, που προμηθεύουν ολόκληρη την αγορά και εξάγουν το 60% της παραγωγής τους. Από αυτό το 60%, το 10% κατευθύνεται στην υπόλοιπη Νοτιοανατολική Ευρώπη», σημείωσε ο κ. Αλεξόπουλος. Σημείωσε δε, ότι τα ελληνικά διυλιστήρια τροφοδοτούν τις ξένες αγορές και με προϊόντα που έχουν μεγάλη ζήτηση και αυτή τη στιγμή δεν είναι διαθέσιμα όπως συμβαίνει με τα καύσιμα αεροσκαφών.
Περιγράφοντας την παγκόσμια εικόνα, υπογράμμισε τη δυσκολία διατήρησης της ισορροπίας. «Πρόκειται για μια μεγάλη πρόκληση. Μέχρι τώρα την έχουμε διαχειριστεί χάρη στα αποθέματα ασφαλείας και στα πλωτά φορτία, αλλά αν δούμε τη συνολική παγκόσμια εικόνα, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε για πολύ χωρίς αυτές τις ποσότητες», επεσήμανε.
«Θα χρειαστούν μήνες ή και χρόνια για να ανακατευθυνθούν αυτές οι ποσότητες μακριά από τα Στενά του Ορμούζ. Επομένως, αν αυτή η κρίση δεν τελειώσει σχετικά σύντομα, θα υπάρξουν ελλείψεις», προειδοποίησε και διατύπωσε μια συγκρατημένα αισιόδοξη εκτίμηση: «Πιστεύω ότι η περιοχή και η Ελλάδα είναι καλά καλυμμένες και επαρκώς εφοδιασμένες ακόμη και σε αυτό το σενάριο».
Όσον αφορά στο γεγονός ότι η ΕΕ εισάγει το 57% της συνολικής ενέργειας που χρειάζεται για να καλύψει τις ανάγκες της, τόνισε ότι αυτό το γεγονός καθιστά κρίσιμη την ενίσχυση της ενεργειακής της ασφάλειας και τη διαφοροποίηση πηγών και διαδρομών εφοδιασμού της. «Αν δούμε μόνο το φυσικό αέριο, το ποσοστό της εξάρτησης είναι 90%. Εάν θεωρήσουμε τη Νορβηγία ως “εγχώρια” πηγή, αν και δεν ανήκει στην ΕΕ, τότε το ποσοστό πέφτει στο 60%, που παραμένει και πάλι πολύ υψηλό», εξήγησε ο κ. Αλεξόπουλος.
Αναδεικνύοντας αυτή τη στρατηγική πρόκληση, συνέδεσε τα στοιχεία με πολιτικές επιλογές και τις έρευνες υδρογονανθράκων. «Άρα, η ΕΕ ξεκινά με μια πολύ μεγάλη εξάρτηση από εισαγωγές σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Γι’ αυτό είναι κρίσιμο να αξιοποιήσουμε οποιουσδήποτε εγχώριους πόρους διαθέτουμε. Και γι’ αυτό το τρέχον πρόγραμμα ερευνών υδρογονανθράκων στην Ελλάδα, στο οποίο συμμετέχει η HELLENiQ ENERGY, θα είναι σημαντικό – αν φυσικά έχει επιτυχία, για να καλύψει ένα κομμάτι αυτού του κενού», υπογράμμισε.

Ο αυξανόμενος ρόλος του LNG και οι εισαγωγές από τις ΗΠΑ
Αναφερόμενος στο LNG, εστίασε στις νέες ισορροπίες στην προμήθεια. «Η ΕΕ σήμερα εισάγει σημαντικές ποσότητες υγροποιημένου φυσικού αερίου από τις ΗΠΑ. Στην Ελλάδα, η μεγαλύτερη πηγή LNG είναι ήδη οι ΗΠΑ», δήλωσε.
Όπως σημείωσε, η τρέχουσα πολιτική της ΕΕ είναι αρκετά σαφής: το ρωσικό φυσικό αέριο τελειώνει τον επόμενο χρόνο. Και μάλιστα η περιοχή μας είναι πιθανώς η πιο εξαρτημένη από το ρωσικό αέριο, οπότε θα υπάρξει μεγάλη εισροή LNG — κυρίως από τις ΗΠΑ, αλλά όχι αποκλειστικά — για να καλυφθεί αυτό το κενό».
Ο Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος της HELLENiQ ENERGY, υπογράμμισε, ωστόσο, ότι η ενεργειακή στρατηγική απαιτεί μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και σταθερότητα πολιτικών, με ορίζοντα τα επόμενα 15-20 χρόνια.
Κατά συνέπεια, όπως εξήγησε, δεν είναι μόνο θέμα ασφάλειας εφοδιασμού, αλλά και θέμα κόστους. «Σήμερα τα οικονομικά δεδομένα είναι σχετικά ευνοϊκά ώστε το αμερικανικό LNG να υγροποιείται, να μεταφέρεται στην Ελλάδα και να επαναεριοποιείται, όμως αυτό δεν είναι καθόλου βέβαιο για το μέλλον. Οπότε, η διαφοροποίηση τόσο των πηγών όσο και των διαδρομών εφοδιασμού είναι εξαιρετικά σημαντική, όχι μόνο για λόγους ασφάλειας εφοδιασμού, αλλά και για λόγους κόστους», κατέληξε ο κ. Αλεξόπουλος.




































