Συνολικά έσοδα 114 δισ. δολαρίων σημείωσαν πέρυσι εταιρείες συναλλαγών όπως η Jane Street και η Citadel Securities, δείχνοντας έτσι «τα δόντια» τους στις παραδοσιακές τράπεζες της Wall Street.
Η εκρηκτική άνοδος του κλάδου σημειώνεται στην ανάλυση της Crisil Coalition Greenwich, σύμφωνα με την οποία τα έσοδα από μη τραπεζικές εμπορικές εταιρείες αυξήθηκαν κατά 45% από το 2024.
Καθώς οι κανονισμοί που θεσπίστηκαν μετά την οικονομική κρίση του 2008 απώθησαν τις τράπεζες από ορισμένα είδη συναλλαγών, οι εταιρείες συναλλαγών φαίνεται πώς κάλυψαν το «κενό» και έτσι έγιναν η νέα κινητήρια δύναμη της Wall Street τα τελευταία χρόνια, όπως αναφέρουν οι Financial Times.
Το «ταμείο» των εταιρειών συναλλαγών «γέμισε» κυρίως από το proprietary trading, στο οποίο στοιχηματίζουν με τα δικά τους κεφάλαια. Ο τομέας αυτός εγκαταλείφθηκε από τις τράπεζες μαζικά μετά την οικονομική κρίση.
Βραδύτερη ήταν η ανάπτυξη στην ειδική διαπραγμάτευση, έναν τομέα που παραδοσιακά αποτελούσε τομέα των τραπεζικών γραφείων συναλλαγών.
Εταιρείες συναλλαγών: Πού στηρίχτηκε η ανάπτυξή τους
Όπως δήλωσε ο ο Raman Kalra, επικεφαλής ανάλυσης ανταγωνιστών για μη τραπεζικούς παρόχους ρευστότητας στην Crisil Coalition Greenwich, «οι υποστηρικτικές συνθήκες της αγοράς, οι αυξήσεις αποτιμήσεων στις άμεσες επενδύσεις και η συνεχιζόμενη εξέλιξη της δομής της αγοράς» ήταν που δημιούργησαν τις ιδανικές συνθήκες για την ανάπτυξη των εταιρειών συναλλαγών.
Ενδεικτική είναι η εικόνα των εσόδων από τις δύο παραπάνω δραστηριότητες.
Τα έσοδα από την ειδική διαπραγμάτευση ανήλθαν σε 30,2 δισ. δολάρια πέρυσι, σημειώνοντας αύξηση 20%, ενώ τα έσοδα από ιδιωτικές επενδύσεις και proprietary trading ανήλθαν σε 84,3 δισ. δολάρια, σημειώνοντας αύξηση σχεδόν 60%.
Τα έσοδα για τις τράπεζες από τις συναλλαγές το 2025 ανήλθαν συνολικά σε 260,7 δισ. δολάρια, σύμφωνα με την Crisil Coalition Greenwich, σημειώνοντας αύξηση 13%.

Οι μη τραπεζικές εταιρείες διενέργειας συναλλαγών εκμεταλλεύτηκαν την ψηφιοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών για να ανταγωνιστούν κολοσσούς της Wall Street, όπως η Goldman Sachs και η JPMorgan Chase.
Έχουν σημειώσει ιδιαίτερη πρόοδο διευκολύνοντας τις συναλλαγές για τους πελάτες λιανικής, καθώς και διαρθρώνοντας τα διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια (ETFs).
Εν τω μεταξύ, οι τράπεζες έχουν επικεντρωθεί κυρίως στη διάρθρωση και τη διευκόλυνση μεγαλύτερων και πιο σύνθετων συναλλαγών για θεσμικούς πελάτες.
Όμιλοι όπως η Citadel Securities, που ιδρύθηκε από τον δισεκατομμυριούχο των hedge funds, Κεν Γκρίφιν, ανταγωνίζονται ολοένα και πιο άμεσα τις τράπεζες.

«Ράλι κερδών» το 2026
Τα κέρδη από τις συναλλαγές συνεχίστηκαν και στο πρώτο τρίμηνο του 2026, με τις Citadel Securities, Jane Street και Hudson River να αποφέρουν συνολικά περίπου 27 δισεκατομμύρια δολάρια σε έσοδα από συναλλαγές το πρώτο τρίμηνο.
Τόσο οι εταιρείες συναλλαγών όσο και οι τράπεζες επωφελήθηκαν από την αυξημένη μεταβλητότητα στις χρηματοπιστωτικές αγορές, η οποία πυροδοτήθηκε από τον πόλεμο στο Ιράν καθώς και από την άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης.
Ωστόσο, η Crisil Coalition Greenwich σημείωσε ότι «το αν αυτές οι υπερβολικά μεγάλες αποδόσεις είναι η νέα κανονικότητα ή απλώς ένα υποπροϊόν μιας μοναδικής μακροοικονομικής στιγμής μένει να το δούμε».
Ακόμα και όταν τα κέρδη σε ιδιόκτητες εταιρείες ξεπερνούν εκείνα των τμημάτων διενέργειας συναλλαγών των τραπεζών, οι τράπεζες διατηρούν μεγαλύτερο μερίδιο εσόδων ως αποτέλεσμα του εύρους των υπηρεσιών που παρέχουν στους επενδυτές.
Σταδιακά, ορισμένες εταιρείες συναλλαγών – ιδίως η Citadel Securities – έχουν αρχίσει να παρέχουν πιο εξατομικευμένες υπηρεσίες σε πελάτες, σε μια προσπάθεια να επωφεληθούν από αυτήν τη δραστηριότητα.


































