Καμία περικοπή δεν πρόκειται να υποστούν οι συντάξεις χηρείας, αντιθέτως η κυβέρνηση πρόκειται να φέρει νομοθετική ρύθμιση με την οποία θα αντιμετωπίζονται τα προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί από την εφαρμογή του νόμου Κατρούγκαλου.
Η υφυπουργός Εργασίας κυρία Άννα Ευθυμίου ξεκαθάρισε χθες πως δεν είναι προτίθεται να εφαρμόσει την απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για την περικοπή της μίας εκ των δυο εθνικών συντάξεων που δίδονται όταν υπάρχει συρροή, δηλαδή όταν ένας συνταξιούχος εισπράττει σύνταξη χηρείας και δεύτερη σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος.
Μάλιστα η κυβέρνηση μελετά το ενδεχόμενο να δώσει οριστική λύση στο θέμα των συντάξεων χηρείας, το οποίο έχει τεράστιο κοινωνικό αποτύπωμα και εμπεριέχει τον κίνδυνο να αναζητηθούν επιστροφές τεράστιων ποσών από συνταξιούχους που συνέχισαν να εισπράττουν – ως έχει – τη σύνταξη χηρείας από το 2020 και μετά.
Το ζήτημα έχει ως εξής: σύμφωνα με το νόμο Κατρούγκαλου το ύψος των συντάξεων των δικαιούχων που προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα, (σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο) θα έπρεπε να μειωθεί κατά 50% (από το 70% στο 35%) σε περίπτωση ανάληψης εργασίας ή συνταξιοδότησης. Η περικοπή έπρεπε να είχε εφαρμοστεί από το 2020 σε όλους. Ωστόσο εφαρμόσθηκε μόνο στις συντάξεις που προέρχονται από το δημόσιο τομέα και τον ΟΓΑ. Ενώ οι συντάξεις χηρείας του ιδιωτικού τομέα συνέχισαν να καταβάλλονται κανονικά.
Η λύση που επεξεργάζεται το υπουργείο Εργασίας προβλέπει την επαναφορά των συντάξεων χηρείας στο 70% αντί του 35% της σύνταξης των θανόντων, την οποία λαμβάνουν τώρα οι επιζώντες σύζυγοι.
Η λύση δεν θα περιέχει την επιστροφή αναδρομικών ποσών για τους συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα – για το μεσοδιάστημα – κατά το οποίο δεν εφαρμόστηκε η διάταξη του νόμου Κατρούγκαλου. Στον ιδιωτικό τομέα δεν θα υπάρξουν επιστροφές και αναδρομικά αφού δεν εφαρμόστηκε ο νόμος, αλλά θα καταργηθούν οι αναδρομικές περικοπές από τις συντάξεις χηρείας που έπρεπε να κοπούν και δεν κόπηκαν μετά το 2019.
Τα σχέδια του υπουργείου Εργασίας
Η ηγεσία του υπουργείου Εργασίας σχεδιάζει να παραμείνουν στο ακέραιο οι δύο εθνικές συντάξεις που καταβάλλονται σε συνταξιούχους οι οποίοι λαμβάνουν τη δική τους σύνταξη γήρατος και τη σύνταξη χηρείας και η περικοπή να εφαρμοστεί σε λίγες περιπτώσεις, όταν ο συνταξιούχος λαμβάνει από ίδιο δικαίωμα δύο συντάξεις και σύνταξη χηρείας.
Ο νόμος 4387/2016 (Κατρούγκαλου) μείωνε τη σύνταξη χηρείας στο 50% της σύνταξης του θανόντος και μετά από μια τριετία στο 25%, εφόσον ο δικαιούχος (χήρα/χήρος) έπαιρνε δική του σύνταξη ή εργαζόταν.
Με τον νόμο 4670/2020 (νόμος Βρούτση) το 50% αυξήθηκε στο 70%, αλλά δεν απαλείφθηκαν οι λόγοι περικοπής μετά την τριετία (δεύτερη σύνταξη ή εργασία), με αποτέλεσμα να επικρέμεται η «δαμόκλειος σπάθη» μειώσεων από το 70% στο 35% για δεκάδες χιλιάδες δικαιούχους συντάξεων χηρείας.




































