Η κυβέρνηση της Βρετανίας αποφάσισε να χαλαρώσει μέρος των κυρώσεων που αφορούν το ρωσικό πετρέλαιο το οποίο διυλίζεται σε τρίτες χώρες και στη συνέχεια επανεξάγεται ως ντίζελ ή καύσιμο αεριωθούμενων, επικαλούμενη τις αυξανόμενες πιέσεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας και τον κίνδυνο διαταραχών στον εφοδιασμό.
Η εξαίρεση τίθεται σε ισχύ από την Τετάρτη και αντανακλά τις αυξανόμενες ανησυχίες για την επάρκεια ορισμένων καυσίμων, καθώς η κρίση στη Μέση Ανατολή και η ένταση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ έχουν περιορίσει σημαντικά τη ροή πετρελαίου και έχουν οδηγήσει σε άνοδο των τιμών, αναφέρει το BBC.
Παράλληλα, το Λονδίνο χαλάρωσε και ορισμένους περιορισμούς που σχετίζονται με τη μεταφορά ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι, συνολικά, το καθεστώς κυρώσεων παραμένει αυστηρότερο, ωστόσο κρίθηκε απαραίτητο να υπάρξει «περιορισμένη ευελιξία» για την προστασία της ενεργειακής ασφάλειας.
Οι τιμές των καυσίμων αεριωθούμενων στην Ευρώπη είχαν υπερδιπλασιαστεί μετά το ξέσπασμα της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, ενώ αν και έχουν υποχωρήσει από τα υψηλά επίπεδα, εξακολουθούν να παραμένουν σημαντικά αυξημένες. Στη Βρετανία, οι τιμές στα πρατήρια συνεχίζουν να ανεβαίνουν. Η μέση τιμή της αμόλυβδης βενζίνης έφτασε τις 158,52 πένες ανά λίτρο, στο υψηλότερο επίπεδο από την έναρξη του πολέμου.
Η άνοδος του κόστους καυσίμων έχει ήδη επηρεάσει σημαντικά τις αερομεταφορές. Πολλές αεροπορικές εταιρείες στο Ηνωμένο Βασίλειο και διεθνώς έχουν ακυρώσει πτήσεις ή αυξήσει τις τιμές των εισιτηρίων εξαιτίας του υψηλού κόστους των καυσίμων αεριωθούμενων.

Αντιδράσεις στην Βρετανία
Η απόφαση προκαλεί πολιτικές αντιδράσεις, καθώς το Ηνωμένο Βασίλειο είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στις διεθνείς κυρώσεις κατά της Ρωσίας μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Μόλις μία ημέρα πριν από την ανακοίνωση, το Λονδίνο είχε συνυπογράψει δήλωση της G7 με την οποία επαναβεβαίωνε την «ακλόνητη δέσμευσή» του να επιβάλει «σοβαρό κόστος» στη Ρωσία.
Η βρετανική κυβέρνηση είχε ανακοινώσει ήδη από τον Οκτώβριο ότι σχεδίαζε να απαγορεύσει την εισαγωγή προϊόντων πετρελαίου που παράγονται από ρωσικό αργό, ακόμη και αν αυτά είχαν διυλιστεί σε τρίτες χώρες. Η νέα εξαίρεση ανοίγει ουσιαστικά τον δρόμο για εισαγωγές καυσίμων αεριωθούμενων από χώρες όπως η Ινδία και η Τουρκία, όπου μεγάλες ποσότητες ρωσικού πετρελαίου διυλίζονται και επανεξάγονται.
Σύμφωνα με την κυβέρνηση, οι νέοι κανόνες για τα διυλισμένα πετρελαϊκά προϊόντα θα έχουν «αόριστη διάρκεια», αν και θα επανεξετάζονται περιοδικά και θα μπορούν να τροποποιηθούν ή να ανακληθούν εφόσον αλλάξουν οι συνθήκες της αγοράς.
Το Λονδίνο εξέδωσε επίσης προσωρινή άδεια για τη θαλάσσια μεταφορά LNG και σχετικών υπηρεσιών στο πλαίσιο των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, με ισχύ έως την 1η Ιανουαρίου.
Ο υπουργός Οικονομικών Νταν Τόμλινσον υποστήριξε ότι πρόκειται για μια «μικρή, συγκεκριμένη και χρονικά περιορισμένη» αλλαγή, η οποία αποσκοπεί στην προστασία της ασφάλειας εφοδιασμού για κρίσιμα αγαθά όπως τα καύσιμα αεριωθούμενων. Όπως ανέφερε στο BBC Breakfast, η κυβέρνηση παραμένει προσηλωμένη στη στήριξη της Ουκρανίας, αλλά οφείλει παράλληλα να λαμβάνει «λογικές αποφάσεις» ώστε να περιορίσει τις επιπτώσεις του αυξημένου κόστους ζωής στα βρετανικά νοικοκυριά.
Ωστόσο, η κίνηση δέχθηκε έντονη κριτική. Ο διευθύνων σύμβουλος της Qamar Energy, Ρόμπιν Μιλς, χαρακτήρισε την απόφαση λανθασμένη, υποστηρίζοντας ότι δεν θα μειώσει ουσιαστικά τις τιμές των καυσίμων στο Ηνωμένο Βασίλειο. «Στέλνει το μήνυμα ότι οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας εξασθενούν λόγω της κρίσης στον Κόλπο», δήλωσε στο BBC Radio 4. Εκτίμησε επίσης ότι δεν υπήρχε πραγματικός κίνδυνος σοβαρών ελλείψεων σε καύσιμα αεροσκαφών και πως το μέτρο είναι περισσότερο συμβολικό παρά ουσιαστικό.

Τα πισωγυρίσματα του Λονδίνου
Αντιδράσεις υπήρξαν και στο πολιτικό πεδίο. Η πρόεδρος της επιτροπής εξωτερικών υποθέσεων των Εργατικών Έμιλι Θόρνμπερι δήλωσε ότι Ουκρανοί αξιωματούχοι εμφανίστηκαν «πολύ απογοητευμένοι» από την απόφαση. «Μιλάμε για συμμάχους που πολεμούν γενναία τη Ρωσία εδώ και χρόνια και θεωρούν τη Βρετανία έναν από τους σημαντικότερους υποστηρικτές τους», ανέφερε.
Η ηγέτιδα των Συντηρητικών Κέμι Μπάντενοχ επέκρινε επίσης την κυβέρνηση, κατηγορώντας την ότι, μετά από μήνες σκληρής ρητορικής απέναντι στον Πούτιν, επιτρέπει τώρα έμμεσα την εισαγωγή ρωσικού πετρελαίου μέσω τρίτων χωρών. Παράλληλα, επεσήμανε την αντίφαση μεταξύ της άρνησης νέων αδειών εξόρυξης στη Βόρεια Θάλασσα και της ανάγκης εισαγωγής καυσίμων από το εξωτερικό.
Παρόμοια στάση έχουν υιοθετήσει και οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα παρέτειναν αντίστοιχη εξαίρεση που είχε τεθεί σε εφαρμογή από τον Μάρτιο, με στόχο – όπως δήλωσε ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ – τη διατήρηση της «σταθερότητας στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας».
Η πολιτική αυτή, ωστόσο, επικρίνεται από συμμάχους της Δύσης, οι οποίοι θεωρούν ότι χαλαρώνει την πίεση προς τη Μόσχα. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν δήλωσε ότι το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ «σε καμία περίπτωση» δεν δικαιολογεί την άρση κυρώσεων κατά της Ρωσίας, ενώ ο πρόεδρος της Ουκρανίας Ζελένσκι προειδοποίησε πως «κάθε δολάριο που πληρώνεται για ρωσικό πετρέλαιο είναι χρήματα για τον πόλεμο».
Παρά τις επικρίσεις, η κυβέρνηση στην Βρετανία επιμένει ότι συνεχίζει να ενισχύει το συνολικό πλαίσιο κυρώσεων κατά της Ρωσίας, με νέους περιορισμούς στις εξαγωγές, στις εισαγωγές και στις ναυτιλιακές υπηρεσίες που σχετίζονται με το ρωσικό LNG.
Όπως τόνισε εκπρόσωπος του Λονδίνου, «η υποστήριξή μας προς την Ουκρανία παραμένει ακλόνητη» και οι νέες κυρώσεις αποσκοπούν στο να περιορίσουν περαιτέρω τα έσοδα της Ρωσίας και τη δυνατότητά της να συνεχίσει τον πόλεμο.

































