Το κόστος δανεισμού παγκοσμίως αυξάνει η παρατεταμένη περίοδος κλιμάκωσης των αποδόσεων των ομολόγων μακροπρόθεσμης διάρκειας.
Οι αποδόσεις των 30ετών αμερικανικών ομολόγων έχουν αυξηθεί πάνω από 5%, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007 και των αντίστοιχων βρετανικών στο υψηλότερο επίπεδο εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες. Το επιτόκιο των 20ετών ιαπωνικών ομολόγων βρέθηκε στο υψηλότερο σημείο από το 1996.
Οι επενδυτές ζητάνε υψηλότερο premium για να διακρατήσουν μακροπρόθεσμα ομόλογα καθώς ο πόλεμος στο Ιράν έχει αναζωπυρώσει τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό, το δημόσιο χρέος και το κόστος χρήματος.
Η εκτόξευση των τιμών της ενέργειας έχει οδηγήσει τις αγορές να στοιχηματίζουν ότι η Federal Reserve αλλά και άλλες κεντρικές τράπεζες θα αυξήσουν τα επιτόκια σε υψηλότερα επίπεδα από τις προβλέψεις πριν τον πόλεμο για να τιθασεύσουν τις πληθωριστικές πιέσεις.
Ωστόσο και πριν τον πόλεμο οι επενδυτές ανησυχούσαν για τα υψηλά χρέη που οι χώρες συσσώρευσαν και κατά τη διάρκεια της πανδημίας, για τους εμπορικούς πολέμους με την υπογραφή του Αμερικανού προέδρου αλλά και τη γήρανση του πληθυσμού που επίσης εκτιμάται ότι θα τροφοδοτήσει τον πληθωρισμό και θα ροκανίσουν την αξία των ομολόγων.
Ένας ακόμα παράγοντας που ασκεί πίεση στα ομόλογα είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη. Ενώ οι μετοχές έχουν απογειωθεί από την άνθηση του τομέα στον αντίποδα τα ομόλογα στέλνουν σήμα για τον βραχυπρόθεσμο πληθωριστικό αντίκτυπο της αύξησης των επενδύσεων σε ημιαγωγούς και κέντρα δεδομένων για την τεχνητή νοημοσύνη.

Γιατί έχει σημασία η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου
Η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου λειτουργεί ως το απόλυτο σημείο αναφοράς για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, που σημαίνει ότι οι κινήσεις του επηρεάζουν άμεσα το κόστος δανεισμού, τις αποτιμήσεις των μετοχών και το οικονομικό κλίμα παγκοσμίως.
Ως ασφαλής και υψηλής ρευστότητας επένδυση, το αμερικανικό 10ετές αποτελεί σημαντικό μέρος των παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών αγορών.
Η απόδοσή του επηρεάζει τις επενδυτικές αποφάσεις παγκοσμίως, επηρεάζοντας τις ροές κεφαλαίων μεταξύ των χωρών. Για παράδειγμα, οι υψηλότερες αποδόσεις προσελκύουν ξένους επενδυτές που αναζητούν σταθερές αποδόσεις, οι οποίοι διαφορετικά θα μπορούσαν να διατηρήσουν το κεφάλαιό τους στη χώρα καταγωγής τους.
Τα μακροπρόθεσμα ομόλογα
Τα κρατικά ομόλογα ως περιουσιακό στοιχείο σε ένα χαρτοφυλάκιο προσφέρει τη σταθερή πληρωμή επιτοκίου ενώ θεωρούνται χαμηλού κινδύνου καθώς έχουν εγγυημένη την απόδοση του κεφαλαίου στη λήξη της έκδοσης.
Όσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη, όταν αποπληρώνεται το αρχικό κεφάλαιο, τόσο περισσότερες είναι οι πιθανότητες να συμβούν απρόβλεπτα γεγονότα στο μεταξύ. Γι’ αυτό, τα ομόλογα και οι ομολογίες με διάρκεια 10 έως 100 ετών συνήθως προσφέρουν υψηλότερα επιτόκια σε σχέση με τα γραμμάτια που λήγουν σε λιγότερο από ένα έτος, προκειμένου να αποζημιώσουν τους αγοραστές για τον επιπλέον κίνδυνο.
Η επιτάχυνση του πληθωρισμού κάνει τα ομόλογα να φαίνονται λιγότερο ελκυστικά, καθώς οι τακτικές πληρωμές του τόκου και το τελικό κεφάλαιο δεν αξίζουν τόσο όσο ήταν πριν τον πληθωρισμό σε σχέση με άλλα περιουσιακά στοιχεία.
Γιατί αυξάνονται οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων
Ο πόλεμος στο Ιράν είναι ένας βασικός καταλύτης για την άνοδο των αποδόσεων. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, της νευραλγικής θαλάσσιας οδού από όπου περνάει το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, αύξησε την τιμή του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και των συναφών προϊόντων, γεγονός που με τη σειρά του οδηγεί σε αύξηση του ευρύτερου πληθωρισμού, είτε επειδή κοστίζει περισσότερο η αγορά τους είτε επειδή οι παραγωγοί αγαθών ή υπηρεσιών που εξαρτώνται από το εμπόρευμα μετακυλίουν το πρόσθετο κόστος στους καταναλωτές αυξάνοντας τις δικές τους τιμές.
Οι ανησυχίες για το χρέος και τα ελλείμματα
Οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο συσσώρευσαν φθηνό χρέος μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και στη συνέχεια δανείστηκαν ακόμη περισσότερο για να αντιμετωπίσουν τα lockdown λόγω του κορονοϊού και τις συνοδευτικές υφέσεις.
Τώρα, πολλές χώρες βρίσκονται υπό πίεση να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες, αλλά και να ξοδέψουν περισσότερα ή να φορολογήσουν λιγότερο για να μετριάσουν το βάρος του αυξανόμενου κόστους διαβίωσης για τους ψηφοφόρους, ενδεχομένως συσσωρεύοντας περισσότερο χρέος στη διαδικασία.
Συνολικά, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι το ακαθάριστο δημόσιο χρέος βρίσκεται σε πορεία να ξεπεράσει το 100% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος έως το 2029, από λίγο κάτω από 94% πέρυσι. Αυτό σημαίνει πράγμα που σημαίνει ότι θα εκδώσουν περισσότερο χρέος, υπονομεύοντας περαιτέρω την τιμή των ομολόγων. Και, καθώς οι αποδόσεις αυξάνονται, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αυξάνεται, δημιουργώντας μια ένα σπιράλ χρέους.
Ο ρόλος των κεντρικών τραπεζών
Για μεγάλο μέρος των τελευταίων δύο δεκαετιών, οι κεντρικές τράπεζες αγόραζαν ομόλογα στο πλαίσιο προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης, με στόχο να περιορίσουν το κόστος δανεισμού σε περιόδους οικονομικής αναταραχής. Τα προγράμματα έχουν ολοκληρωθεί και οι κεντρικές τράπεζες πωλούν το χρέος που είχαν στον ισολογισμό τους ή το αφήνουν να λήξει ασκώντας περαιτέρω πίεση στα ομόλογα.
Καθώς ο πληθωρισμός επιταχύνεται, οι επενδυτές εκτιμούν όλο και περισσότερο ότι οι κεντρικές τράπεζες θα χρειαστεί να αυξήσουν τα επιτόκιά τους για να ανακτήσουν τον έλεγχο των τιμών. Αν αυτό αποδώσει και ο πληθωρισμός επιβραδυνθεί στη συνέχεια, τότε τα ομόλογα θα ξαναγίνουν ελκυστικά. Εν τω μεταξύ, ωστόσο, η πιθανότητα αύξησης των βασικών επιτοκίων καθιστά τις αποδόσεις των υφιστάμενων ομολόγων λιγότερο ελκυστικές για τους επενδυτές, με αποτέλεσμα να πέφτουν οι τιμές.
Γιατί η απότομη αύξηση των αποδόσεων των μακροπρόθεσμων ομολόγων αποτελεί πρόβλημα
Οι επενδυτές θέλουν η αγορά ομολόγων να είναι προβλέψιμη και σταθερή. Ο λόγος είναι ότι ως επένδυση σε χαρτοφυλάκιο προσφέρει σταθερή ροή εισοδήματος και λειτουργεί ως εξισορρόπηση στην αστάθεια των τοποθετήσεων υψηλού κινδύνου και μεγαλύτερης απόδοσης.
Όταν οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις αυξάνονται συμπαρασύρουν ανοδικά το κόστος των στεγαστικών δανείων, των δανείων αυτοκινήτου, των πιστωτικών καρτών και άλλων μορφών δανεισμού, πιέζοντας νοικοκυριά και εταιρείες αποδυναμώνοντας την οικονομική δραστηριότητα.
Και αν οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων παραμείνουν υψηλές επηρεάζουν το κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μείγμα με την επιδείνωση της οικονομίας.
Κατά καιρούς, οι αναταράξεις στις αγορές μπορούν ακόμη και να οδηγήσουν στην πτώση των κυβερνήσεων. Πρόσφατο παράδειγμα η Βρετανία του 2022. Ο αίολος προϋπολογισμός της τότε πρωθυπουργού Λιζ Τρας, οδήγησε τους «εκδικητές των ομολόγων» να αναλάβουν δράση πουλώντας βρετανικά ομόλογα, αναγκάζοντας την Τράπεζα της Αγγλίας να παρέμβει και την Τρας να παραιτηθεί.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 λέγεται ότι ήταν αρκετά ισχυροί για να αναγκάσουν τον Πρόεδρο Μπιλ Κλίντον να περιορίσει το χρέος των ΗΠΑ.
Πώς επηρεάζουν οι υψηλότερες αποδόσεις άλλα περιουσιακά στοιχεία
Μια άτακτη αύξηση των αποδόσεων αμερικανικών ομολόγων κατά 5% συνήθως δεν αποτελεί καλό οιωνό για τις οικονομίες ή για τις μετοχές, όπως καταγράφεται και στις συνεδριάσεις της Wall Street της μεγαλύτερης χρηματιστηριακής αγοράς του πλανήτη.
Εν τω μεταξύ, οι εταιρικοί δανειολήπτες έχουν επωφεληθεί, ίσως αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς, από τη μεταβλητότητα στην αγορά κρατικών ομολόγων. Οι υψηλές αποδόσεις τονώνουν τη ζήτηση από επενδυτές που εστιάζουν στη συνολική απόδοση, το επιτόκιο ενός συγκρίσιμου κρατικού ομολόγου συν το περιθώριο του εταιρικού χρέους, ωθώντας τη δραστηριότητα σε διάφορους τομείς της αγοράς πιστώσεων σε επίπεδα ρεκόρ.

Οι εταιρείες συνήθως πληρώνουν περισσότερα από τις κυβερνήσεις για να δανειστούν, λόγω της αντίληψης ότι είναι πιο ριψοκίνδυνοι δανειολήπτες.
Ωστόσο, αυτή τη στιγμή, η ισχυρή ζήτηση για εταιρικό χρέος, σε συνδυασμό με τις μειώσεις στις τιμές των κρατικών ομολόγων, μειώνει το χάσμα αποδόσεων μεταξύ των δύο προς τα ιστορικά χαμηλά.
Προς το παρόν, οι διαχειριστές χρημάτων δεν ανησυχούν, επικαλούμενοι ισχυρούς ισολογισμούς και κέρδη εταιρειών. Στην τελευταία περίοδο κερδών, εταιρείες τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη ξεπέρασαν τις προσδοκίες των αναλυτών για τα κέρδη, βάσει στοιχείων που συγκέντρωσε το Bloomberg.
Είναι αυτή μια γεύση από το μέλλον για τις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων;
Οι Jamie Rush, Tom Orlik και Stephanie Flanders του Bloomberg Economics υποστηρίζουν ότι η πολιτική και οι διαρθρωτικές δυνάμεις θα μπορούσαν ενδεχομένως να καταστήσουν τις αποδόσεις των 10ετών αμερικανικών ομολόγων στο 4,5% το νέο φυσιολογικό.
Αυτό συμβαίνει καθώς δεκαετίες μείωσης του «φυσικού» επιτοκίου – του πραγματικού επιτοκίου που θα επικρατούσε εάν η οικονομία λειτουργούσε με πλήρη απασχόληση με σταθερό πληθωρισμό – έχουν ήδη τελειώσει και έχουν αντιστραφεί εν μέρει.
«Στα επόμενα χρόνια, το φυσικό επιτόκιο αναμένεται να αυξηθεί ακόμη περισσότερο» έγραψαν οι Rush, Orlik και Flanders σε ένα βιβλίο με τίτλο «Η τιμή του χρήματος», που δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο του 2025. «Εάν οι κίνδυνοι από το χρέος, το κλίμα, τη γεωπολιτική και την τεχνολογία κρυσταλλωθούν, θα μπορούσε να αυξηθεί αρκετά».








































