Το ερώτημα αν η τεχνητή νοημοσύνη θα αντικαταστήσει την εργασία ή αν θα οδηγήσει σε αναβάθμιση και συμπληρωματικότητα με την ανθρώπινη συμβολή δεν έχει ακόμη οριστική απάντηση στη διεθνή βιβλιογραφία και στην πραγματικότητα.
Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, περίπου 40% των θέσεων εργασίας παγκοσμίως έχουν υψηλή έκθεση στην τεχνητή νοημοσύνη, ποσοστό που αυξάνεται στο 60% στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Παράλληλα, ο ΟΟΣΑ καταγράφει μακροχρόνια μείωση του μεριδίου της εργασίας στο εισόδημα κατά περίπου 6 ποσοστιαίες μονάδες από τη δεκαετία του 1980, τάση που συνδέεται με την αυτοματοποίηση και την τεχνολογική εντατικοποίηση της παραγωγής. Η Boston Consulting Group εκτιμά ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να επηρεάσει έως και το 50%-55% των επαγγελματικών ρόλων, ενώ σε πιο προχωρημένα σενάρια περίπου 10%-15% των θέσεων εργασίας σε συγκεκριμένους κλάδους ενδέχεται να εξαλειφθούν πλήρως λόγω αυτοματοποίησης. Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο η απώλεια θέσεων, αλλά η αναδιάρθρωση του περιεχομένου τους. Οι απολύσεις εργαζομένων σε τεχνολογικούς κολοσσούς όπως είναι η Meta (Ιnstagram, WhatsApp), καθώς και η Microsoft και Oracle κ.λπ., πραγματοποιούνται ή σχεδιάζονται να πραγματοποιηθούν λόγω της επέλευσης της τεχνητής νοημοσύνης και των επενδύσεων σε υποδομές για τη τεχνητή νοημοσύνη.
Παράλληλα, διενεργούνται σημαντικές διεργασίες αναφορικά με την αναδιάταξη των καθηκόντων εργασίας. Το Massachusetts Institute of Technology επισημαίνει ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν αντικαθιστά κυρίως ολόκληρες θέσεις, αλλά επιμέρους καθήκοντα (tasks). Μεγάλο μέρος αυτών αυτοματοποιείται, ενώ τα υπόλοιπα επανασυνδυάζονται γύρω από τον ανθρώπινο ρόλο, οδηγώντας σε λιγότερες αλλά πιο παραγωγικές και τεχνολογικά ενισχυμένες θέσεις εργασίας.
Αντίστοιχα, το Stanford Institute for Human-Centered Artificial Intelligence καταγράφει ότι η AI επηρεάζει κυρίως εργασίες ρουτίνας και μεσαίας γνωσιακής πολυπλοκότητας, ενώ ενισχύει τη ζήτηση για δεξιότητες που συνδυάζουν τεχνική κατανόηση, ανάλυση δεδομένων και συνεργασία με συστήματα τεχνητής νοημοσύνης. Αυτό οδηγεί σε αυξανόμενη πόλωση της αγοράς εργασίας μεταξύ υψηλής και χαμηλής εξειδίκευσης.
Μια ακόμη κρίσιμη τάση είναι η συρρίκνωση των entry-level θέσεων. Σε πολλούς κλάδους, τα εισαγωγικά καθήκοντα είναι από τα πρώτα που αυτοματοποιούνται, περιορίζοντας τους παραδοσιακούς μηχανισμούς ένταξης νέων εργαζομένων στην αγορά εργασίας. Αυτή η τάση δημιουργεί σοβαρές επιδράσεις στην αγορά εργασίας, καθότι οι νεότεροι εργαζόμενοι δεν θα έχουν την ευκαιρία να αποκτήσουν εμπειρία την οποία οι εργοδότες επιζητούν για την κάλυψη των θέσεων εργασίας.
Παρά τις απολύσεις, πολλές επιχειρήσεις εξακολουθούν να αναφέρουν ελλείψεις εργατικού δυναμικού, γεγονός που αποδίδεται σε δομικό χάσμα δεξιοτήτων. Οι απαιτήσεις μεταβάλλονται ταχύτερα από την ικανότητα των εκπαιδευτικών και εργασιακών συστημάτων να προσαρμοστούν, δημιουργώντας ταυτόχρονα υποαπασχόληση και ελλείψεις.
Σε θεωρητικό επίπεδο, αναλυτές όπως ο Γιουβάλ Νόα Χαράρι επισημαίνουν ότι η τεχνολογική μετάβαση μπορεί να οδηγήσει σε μια νέα συνθήκη, όπου η εργασία δεν κατανέμεται ισόρροπα στον πληθυσμό όχι λόγω έλλειψης ικανοτήτων, αλλά λόγω μεταβολής της ίδιας της ζήτησης για ανθρώπινη εργασία, καθότι η ανθρώπινη εργασία μπορεί να μην είναι χρήσιμη και απαραίτητη στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Είναι γεγονός ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα οδηγήσει σε αύξηση της παραγωγικότητας στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα και θα προσφέρει σπουδαία τεχνολογικά και οικονομικά οφέλη. Ωστόσο δημιουργούνται κοινωνικές αναταράξεις στην αγορά εργασίας και η μεγάλη ανασφάλεια έγκειται στο μέλλον της εργασίας και στο εάν η απώλεια των θέσεων εργασίας θα αντισταθμιστεί επαρκώς από τη δημιουργία άλλων θέσεων διαφορετικών ως προς το περιεχόμενο και τα καθήκοντα σε έναν κόσμο αέναης και εκθετικής τεχνολογικής αλλαγής που δεν έχει ιστορικό προηγούμενο.
*Ο κ. Κωνσταντίνος Αγραπιδάς είναι Γενικός Διευθυντής Εργασιακών Σχέσεων, Υγείας Ασφάλειας και Ενταξης στην Εργασία









































