Από τον Οκτώβριο του 2023 το Ισραήλ βρίσκεται σε μια διαρκή εμπόλεμη κατάσταση. Τους τελευταίους μήνες ολόκληρος ο πλανήτης αντιμετωπίζει ένα ενεργειακό σοκ που επηρεάζει τις παγκόσμιες αγορές και την οικονομία. Ομως, στο Τελ Αβίβ, τα εστιατόρια είναι γεμάτα, το σέκελ ενισχύεται έναντι των κυριότερων νομισμάτων και ο πληθωρισμός στην πραγματικότητα υποχωρεί. Μια εικόνα που εκ πρώτης όψεως προκαλεί εντύπωση.
Οικονομολόγοι κάνουν λόγο για οικονομικό παράδοξο: παρά το γεγονός ότι η οικονομία της χώρας υπέστη πολλαπλές τριμηνιαίες συρρικνώσεις κατά τη διάρκεια σχεδόν τριών ετών πολέμου, ανακάμπτει συνεχώς. Ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας του Ισραήλ «βλέπει» ένα… «τραμπολίνο κάτω από την Αγία Γη». Δείχνοντας στη διάρκεια πρόσφατου οικονομικού συνεδρίου διαγράμματα που απεικόνιζαν απότομες διακυμάνσεις των ρυθμών ανάπτυξης ανάμεσα στις περιόδους κλιμάκωσης του πολέμου και προσωρινών εκεχειριών, ο Γιαρόν υποστήριξε ότι η ψυχολογία του κόσμου βασίζεται στην προσαρμοστικότητα. «Μόλις σταματούν οι πύραυλοι και οι μάχες, το ισραηλινό κοινό επιστρέφει στα εστιατόρια, επιστρέφει στη δραστηριότητα. Το να μπαίνεις στο καταφύγιο για 15 λεπτά και μετά να επιστρέφεις στη δουλειά—αυτή η κανονικοποίηση αποτελεί προσαρμογή», είπε.
Η ανθεκτικότητα…
Αυτή η προσαρμοστικότητα και η ανθεκτικότητα της οικονομίας, προφανώς και δεν είναι κάτι μεταφυσικό που συμβαίνει «κάτω από την Αγία Γη». Στηρίζεται σε ένα ισχυρό στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, ένα ευέλικτο εργατικό δυναμικό στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας, τεράστια αποθέματα φυσικού αερίου και δύο δεκαετίες ισχυρής ανάπτυξης που δημιούργησαν μία πλούσια -αν και με έντονες ανισότητες- χώρα, όπως επισημαίνουν οι FT.
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, αν και το ΑΕΠ του Ισραήλ συρρικνώθηκε με ετήσιο ρυθμό 3,3% το πρώτο τρίμηνο του 2026, η οικονομία προβλέπεται να «ανακάμψει δυναμικά», με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για συνολική ανάπτυξη 3,3% φέτος και ένα εντυπωσιακό 5,6% το 2027.

Παράλληλα, ο πληθωρισμός αποκλιμακώνεται προς το 2,3%.

Ένας κρίσιμος παράγοντας υπήρξε η δημοσιονομική ετοιμότητα. «Το Ισραήλ εισήλθε σε αυτή την περίοδο με πολύ χαμηλό δημόσιο χρέος, πολύ υψηλές ιδιωτικές αποταμιεύσεις και έναν σχεδόν ισορροπημένο προϋπολογισμό», αναφέρει ο Βίκτορ Μπαχάρ, επικεφαλής οικονομολόγος της Bank Hapoalim. Αυτό το οικονομικό μαξιλάρι επέτρεψε στην κυβέρνηση να επιδοτήσει σημαντικά τα νοικοκυριά και να κρατήσει όρθια την καταναλωτική εμπιστοσύνη.

Επιπλέον, με την ακλόνητη υποστήριξη των ΗΠΑ, τα συστήματα αεράμυνας του Ισραήλ προστάτευσαν με επιτυχία τις ζωτικές υποδομές από ζημιές που θα μπορούσαν να κοστίσουν πολλά στη χώρα.
Επίσης, ο πόλεμος λειτούργησε ως μια παγκόσμια διαφήμιση για την ισραηλινή πολεμική τεχνολογία, οδηγώντας τη διεθνή ζήτηση για τα προηγμένα πυραυλικά συστήματά του σε επίπεδα ρεκόρ.
Στο εσωτερικό μέτωπο, το υπεράκτιο κοίτασμα φυσικού αερίου Λεβιάθαν θωράκισε το εγχώριο ενεργειακό δίκτυο από τα σοκ, ακόμη και όταν το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ κλόνισε τις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου.
…και το κόστος
Για τους επικριτές του Ισραήλ, αυτά είναι τα χαρακτηριστικά μιας πολεμικής χώρας, έτοιμης πάντα για πόλεμο δίχως τέλος. Το τίμημα είναι η αυξανόμενη διπλωματική απομόνωση, όπως παραδέχτηκε πέρυσι ο πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου, όταν δήλωσε ότι το Ισραήλ θα πρέπει να μετατραπεί σε μια «υπερ-Σπάρτη» για να αντισταθμίσει αυτή την απομόνωση.
Επιπλέον, το τίμημα μεταφράζεται και σε αριθμούς: η Τράπεζα του Ισραήλ εκτιμά ότι οι πρόσθετες στρατιωτικές δαπάνες έχουν ξεπεράσει τα 400 δισεκατομμύρια σέκελ (139 δισ. δολάρια), με τη χαμένη οικονομική παραγωγή να αντιστοιχεί σε ακόμη 175 δισεκατομμύρια σέκελ—περίπου το 8,5% του ετήσιου ΑΕΠ.
Για τους απλούς πολίτες, η πίεση αυξάνεται: μια πρόσφατη μελέτη από το Ινστιτούτο Δημοκρατίας του Ισραήλ αποκάλυψε ότι σχεδόν το ένα τρίτο των ερωτηθέντων έχει υποστεί μείωση εισοδημάτων.
Επίσης, περισσότεροι από 100.000 Ισραηλινοί υψηλής εξειδίκευσης -κυρίως μηχανικοί, επιχειρηματίες τεχνολογίας και επαγγελματίες υγείας- έχουν εγκαταλείψει τη χώρα.
Ταυτόχρονα, η διαρκής επιστράτευση των εφεδρικών δυνάμεων έχει παραλύσει τις τοπικές επιχειρήσεις που δεν μπορούν να επιτύχουν τους οικονομικούς στόχους τους.
Η αγορά εργασίας βρέθηκ αντιμέτωπη με περαιτέρω αναταράξεις λόγω της ακύρωσης των αδειών εισόδου για εκατοντάδες χιλιάδες Παλαιστίνιους εργάτες, που δεν υποκαταστάθηκαν πλήρως από τους ξένους εργάτες από την Ινδία, την Ταϊλάνδη και τις Φιλιππίνες.
Στο βάθος είναι τα δύσκολα
Παρά τις υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας, οι διεθνείς επενδυτές εξακολουθούν να ελκύονται έντονα από τα περιουσιακά στοιχεία υψηλής απόδοσης του Ισραήλ. Ο δείκτης blue-chip του χρηματιστηρίου σημείωσε πρόσφατα άνοδο σε επίπεδα ρεκόρ, και θεσμικοί επενδυτές στο Λονδίνο ζητούσαν επίμονα τραπεζικό χρέος υψηλότερου κινδύνου και υψηλής απόδοσης, ώστε να μεγιστοποιήσουν την έκθεσή τους στην ισραηλινή αγορά.
«Σε πραγματικό χρόνο, οι Ισραηλινοί δεν είδαν τη ζημιά του πολέμου», προειδοποιεί ο Βίκτορ Μπαχάρ της Bank Hapoalim. «Αλλά θα τη νιώσουν στο μέλλον, επειδή θα πρέπει να εξυπηρετήσουν το χρέος και να πληρώσουν περισσότερους φόρους». Το εθνικό χρέος έχει ήδη σκαρφαλώσει από το 60% σε σχεδόν 70% του ΑΕΠ.
Το απόλυτο αστάθμητο στοιχείο, ωστόσο, παραμένει πολιτικό. Αν και το Ισραήλ έχει αποφύγει μέχρι στιγμής ένα συντονισμένο παγκόσμιο μποϊκοτάζ για τη γενοκτονία στη Γάζα, ο Εράν Γιασίβ, καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ, προειδοποιεί ότι εάν οι Ευρωπαίοι υλοποιούσαν εταιρικές ή κρατικές κυρώσεις, η οικονομική ζημιά θα μπορούσε να είναι βαθιά.
Ο Νετανιάχου δεν δείχνει να ανησυχεί και στρέφεται σε μελλοντικές εμπορικές ευκαιρίες με ανατολικούς εταίρους όπως η Ινδία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, μέσω της εμβάθυνσης των δεσμών ασφαλείας. Μένει να φανεί κατά πόσον αυτές οι νέες συμμαχίες μπορούν να ξεπεράσουν σε ταχύτητα το διογκούμενο εγχώριο χρέος και τις διεθνείς τριβές.

































