«Η τρέχουσα ενεργειακή κρίση είναι χειρότερη στην Ιστορία. Πιο σοβαρή από εκείνες του 1973, του 1979 και του 2022 μαζί». Ο επικεφαλής της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας (IEA), Φατίχ Μπιρόλ, περιέγραψε απερίφραστα τη σοβαρότητα του ενεργειακού σοκ που προκλήθηκε από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Ε λοιπόν, όχι. Σφάλλει ο Φατίχ Μπιρόλ. Οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου όντως εκτινάχθηκαν στα ύψη. Αλλά αν αποπληθωριστούν, υπολείπονται εκείνων των παλαιότερων κρίσεων.
Μελέτη που δημοσίευσε την Τετάρτη το INSEE (το Γαλλικό Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής και Οικονομικών Μελετών) αποκάλυψε ότι «το τελευταίο ενεργειακό σοκ, αν και ισχυρό, φαίνεται λιγότερο σημαντικό από τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970, αλλά και από το σοκ του 2022 μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία».
Για να υποστηρίξει αυτό το επιχείρημα, το INSEE βασίζεται σε διάφορους δείκτες, ιδίως στην τιμή του βαρελιού αργού πετρελαίου. Το αργό ξεπέρασε τα 100 δολάρια το βαρέλι τον Μάρτιο, λίγες μέρες μετά το ξέσπασμα της σύγκρουσης μεταξύ Ισραήλ και Ηνωμένων Πολιτειών εναντίον του Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου.
«Αυτό το επίπεδο είναι υψηλό σε ιστορικά δεδομένα, αν και ελαφρώς χαμηλότερο από τα επίπεδα τιμών του 2022 και του 2008», παρατηρεί το Ινστιτούτο, το οποίο σημειώνει επίσης τη γρήγορη αποκλιμάκωση των τιμών μετά τη συμφωνία που επιτεύχθηκε το περασμένο Σαββατοκύριακο μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσινγκτον για τον τερματισμό της σύγκρουσης και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ.
Επιπλέον, «η εικόνα σε ό,τι αφορά τις συναλλαγματικές ισοτιμίες είναι πολύ πιο ευνοϊκή σήμερα από όσο ήταν το 2022 για την ευρωπαϊκή ήπειρο, επομένως η αύξηση της τιμής του Brent, που αποτιμάται σε δολάρια στο Χρηματιστήριο εμπορευμάτων του Λονδίνου, αν μετατραπεί σε ευρώ σε είναι λιγότερο επιβαρυντική για τους Ευρωπαίους συγκριτικά με την κρίση του 2022».
Αέριο και ηλεκτρική ενέργεια
Όμως ούτε οι τιμές του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας έχουν εκτοξευθεί σε τόσο υψηλά επίπεδα όσο είχαν κατά την ουκρανική κρίση του 2022. Εκείνη την εποχή, υπενθυμίζει το INSEE, «η εισβολή στην Ουκρανία είχε προκαλέσει φόβους για διακοπές στην παροχή φυσικού αερίου μετά το εμπάργκο που κήρυξε η Δύση κατά της Ρωσίας, ενώ οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας στην ευρωπαϊκή αγορά αυξήθηκαν λόγω της μη διαθεσιμότητας μεγάλου μέρους των πυρηνικών σταθμών της Γαλλίας».
Όσον για το σοκ στην αγορά φυσικού αερίου που προκλήθηκε από τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, «η τιμή του εμπορεύματος αυξήθηκε πράγματι κατά περισσότερο από 60%, αλλά το ανώτατο επίπεδο που έφθασε (45,0 €/MWh τον Μάιο του 2026) είναι περισσότερο από πέντε φορές χαμηλότερο από το ρεκόρ που είχε πετύχει το καλοκαίρι του 2022», σημειώνει το γαλλικό Ινστιτούτο.
Εξυπακούεται ότι η αγοραστική αξία ενός δολαρίου το 2026 απέχει παρασάγγας (είναι πολύ μικρότερη) από εκείνη ενός δολαρίου το 1973 και το 1979, ακόμα και το 2008.
Μικρότερη εξάρτηση
Πέρα από το πόσο «μετράει» ένα δολάριο σήμερα και πόσο «μετρούσε» προ 20 ή 50 ετών, ούτε ονομαστικά οι τιμές του μαύρου χρυσού έφθασαν στα 147,27 δολάρια το βαρέλι που είχε φθάσει τον Ιούλιο του 2008 μεσούσης της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Ούτε οι τιμές των υδρογονανθράκων, αλλά ούτε οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας έχουν εκτοξευθεί σε πρωτόγνωρο βαθμό. Όπως επισημαίνει το INSEE, «η κλίμακα του ενεργειακού σοκ του 2022 ήταν μεγαλύτερη από το τρέχον επεισόδιο, το οποίο ουσιαστικά είναι περισσότερο μια πετρελαϊκή κρίση παρά με μια γενικότερη ενεργειακή».
Το πετρελαϊκό σοκ που βιώσαμε το πρώτο εξάμηνο του 2026 είναι λιγότερο σοβαρό από τα προηγούμενα, ιδίως αν συγκριθεί με τις δύο πρώτες παγκόσμιες πετρελαϊκές κρίσεις που ξέσπασαν το 1973 μετά τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του Γιομ Κιπούρ και το 1979 μετά την Ιρανική Επανάσταση. Κι αυτό επειδή τότε η ευρωπαϊκή (και παγκόσμια) οικονομία ήταν «πολύ περισσότερο εξαρτημένη από το πετρέλαιο και τα προϊόντα του από όσο είναι σήμερα», όπως σημειώνει το INSEE.
Το γαλλικό Ινστιτούτο επισημαίνει στη μελέτη του και ένα στοιχείο που συνήθως υποτιμάται κάθε φορά που ένα διεθνές γεγονός που επηρεάζει την πετρελαϊκή προσφορά πυροδοτεί μια κούρσα στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και ενέργειας εν γένει: το γεγονός ότι η παγκόσμια οικονομία και οι εθνικές κυβερνήσεις είναι πολύ περισσότερο θωρακισμένες έναντι παρόμοιων επεισοδίων.
Κάθε παγκόσμια κρίση που έχει ξεσπάσει από το 1973 και εντεύθεν έγινε μάθημα για όλο τον κόσμο και αποτέλεσε το έναυσμα και την αφορμή ώστε να προετοιμαστεί καλύτερα για την επόμενη.
Έτσι η παγκόσμια οικονομία και οι χώρες έχουν μειώσει την εξάρτησή τους από τα ορυκτά καύσιμα αφενός μέσω της τεράστιας τεχνολογικής προόδου που έχει επιτευχθεί την τελευταία 50ετία και αφετέρου μέσω της ανάπτυξης εναλλακτικών των υδρογονανθράκων πηγών ενέργειας (αιολική, ηλιακή αλλά και πυρηνική).
Ηλεκτροκίνηση, led και οικονομία
Τα αυτοκίνητα και τα άλλα μέσα μεταφοράς κινούνται ταχύτερα και ασφαλέστερα καταναλώνοντας πολύ λιγότερα καύσιμα όσο κατά το παρελθόν, ενώ είναι γνωστή η εκτόξευση των πωλήσεων ηλεκτροκίνητων οχημάτων τους τελευταίους μήνες του πολέμου στο Ιράν.
Ομοίως οι επιχειρήσεις και οι βιομηχανίες έχουν γίνει λιγότερο ενεργοβόρες, ενώ και στην καθημερινή ζωή τους οι άνθρωποι καταναλώνουν λιγότερη ενέργεια παρά τον πολλαπλασιασμό των ηλεκτρικών συσκευών που διαθέτει σήμερα ένα νοικοκυριό. Και μόνο να σκεφτεί κανείς ότι οι λαμπτήρες led καταναλώνουν το 1/10 της ηλεκτρικής ενέργειας που κατανάλωναν έως πριν από λίγα χρόνια οι λαμπτήρες πυρακτώσεως, αντιλαμβάνεται πόσο έχει συμβάλει η τεχνολογική πρόοδος στην εξοικονόμηση ενέργειας.
Ευλόγως οι Γάλλοι στατιστικολόγοι του INSEE παρατηρούν ότι «το τρέχον σοκ θα μπορούσε ακόμη και να συμβάλει στην ενίσχυση της πρόσφατης τάσης προς την ηλεκτροκίνηση του στόλου οχημάτων στη Γαλλία, κάτι που θα μείωνε περαιτέρω την εξάρτηση της Γαλλίας από τα πετρελαϊκά προϊόντα».
Κερδοσκοπία και αγοραστική δύναμη
ίναι σαφές ότι κάθε πετρελαϊκή κρίση δίνει μια ισχυρή ώθηση και μια ευκαιρία στον κόσμο να εργαστεί για την απεξάρτησή του από το πετρέλαιο. Κάθε κρίση, όμως, είναι και μια ευκαιρία για
να κερδοσκοπήσουν όσοι μπορούν. Έτσι, οι επιπτώσεις στην αγορά – διάβαζε στο πορτοφόλι του καταναλωτή – είναι συνήθως δυσανάλογα μεγάλες συγκριτικά με τις ανωμαλίες στην προσφορά, την αναστάτωση στον εφοδιασμό και εν γένει τις δυσλειτουργίες που φέρνει πραγματικά η κρίση.
«Παρά τον μικρότερο αντίκτυπο της κρίσης αυτής συγκριτικά με τις παλαιότερες, η επίδραση στην αγοραστική δύναμη των Γάλλων για τα προϊόντα πετρελαίου είναι παρόμοια με εκείνη των προηγούμενων κλυδωνισμών», γράφει στο γαλλικό «Figaro» ο Ζιλιέν Ντασουά. Ο ρεπόρτερ παραπέμπει στη μελέτη του INSEE για τη γαλλική αγορά, που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η αγοραστική δύναμη μειώθηκε περίπου κατά 20% την άνοιξη του 2026 σε σύγκριση με το 2025».
Κατά το Ινστιτούτο, πρόκειται για ένα σοκ ανάλογο με εκείνο που υπέστησαν οι Γάλλοι καταναλωτές τόσο κατά τις δύο πρώτες πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970, όσο και κατά την κρίση του 1982 που ξέσπασε όταν βρέθηκαν (με αμερικανική υποδαύλιση, ως συνήθως) να πολεμούν μεταξύ τους δύο μεγάλες πετρελαιοπαραγωγικές χώρες, το Ιράν και το Ιράκ.
Το πλήγμα στην αγοραστική δύναμη των Γάλλων ήταν μεγαλύτερο και από την πλέον πρόσφατη κρίση του 2022 με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Σύμφωνα με το INSEE, η εξήγηση γι’ αυτό είναι πολύ απλή: «Το 2022 το κράτος είχε θέσει σε εφαρμογή γενικευμένες επιδοτήσεις για να στηρίξει τις τιμές στην αντλία, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα φάση, λόγω ιδιαίτερα των εξαιρετικά υποβαθμισμένων δημόσιων οικονομικών της χώρας». Μόνο η TotalEnergies έχει εφαρμόσει ανώτατο όριο τιμής στα πρατήρια καυσίμων της από την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, θυμίζει ο ρεπόρτερ του «Figaro».

































