Τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία καταφέρνει σταθερά τα δημόσια έσοδα να αυξάνονται με ρυθμούς που συχνά ξεπερνούν τις αρχικές εκτιμήσεις του προϋπολογισμού, δημιουργώντας δημοσιονομικό χώρο για νέες παροχές, φορολογικές ελαφρύνσεις και πρόσθετες δαπάνες. Στο οικονομικό επιτελείο αποδίδουν την εικόνα αυτή στην ανάπτυξη, στη μείωση της φοροδιαφυγής και στην καλύτερη λειτουργία της οικονομίας.
Η εικόνα όμως αυτή αποδίδει μόνο την μισή αλήθεια, καθώς ειδικά τα τελευταία χρονια ο παράγοντας που ενισχύει σταθερά τα κρατικά ταμεία είναι η ακρίβεια. Κάθε φορά που μια τιμή αυξάνεται, αυξάνεται μαζί της και το ποσό του ΦΠΑ που εισπράττει το Δημόσιο. Το ίδιο συμβαίνει σε ένα μεγάλο τμήμα των έμμεσων φόρων που συνδέονται με την κατανάλωση. Όταν οι τιμές παραμένουν υψηλές για μεγάλο χρονικό διάστημα, το αποτέλεσμα μετατρέπεται σε μόνιμη πηγή δημοσιονομικών εσόδων και αυτό είναι δεδομένο το οποίο αποτυπώνεται πλέον σε όλα σχεδόν τα διαθέσιμα στοιχεία.
Τα φορολογικά έσοδα τρέχουν ταχύτερα
Στα στοιχεία του πρώτου τριμήνου του 2026 η σύνθεση του ΑΕΠ δείχνει ότι οι φόροι επί της παραγωγής και των εισαγωγών αυξήθηκαν κατά περίπου 5,3%, ρυθμός υψηλότερος από την αύξηση των αμοιβών εξαρτημένης εργασίας που διαμορφώθηκε κοντά στο 4,1%. Την ίδια περίοδο οι φόροι επί των προϊόντων αυξήθηκαν σε όρους όγκου κατά 3,9%, όταν η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της οικονομίας αυξήθηκε κατά 1,8%.
Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι το φορολογικό σκέλος της οικονομίας μεγαλώνει ταχύτερα από την πραγματική παραγωγή. Η τάση αυτή δεν είναι καινούργια. Εμφανίζεται σχεδόν σε όλη την πληθωριστική περίοδο που ακολούθησε την ενεργειακή κρίση του 2022 και ενισχύθηκε εκ νέου κατά τη διάρκεια της πρόσφατης αναταραχής στη Μέση Ανατολή.
Στελέχη της αγοράς σημειώνουν ότι η ακρίβεια λειτουργεί πλέον σαν ένας αυτόματος δημοσιονομικός μηχανισμός. Το αποτέλεσμα γίνεται εμφανές ακόμη και σε περιόδους όπου η κατανάλωση δεν αυξάνεται με τους ίδιους ρυθμούς.
Ο ΦΠΑ μετατρέπεται στον μεγάλο κερδισμένο
Η Ελλάδα εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στους έμμεσους φόρους για τη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού. Ο ΦΠΑ αποτελεί διαχρονικά τη μεγαλύτερη πηγή φορολογικών εσόδων. Σε ένα περιβάλλον όπου οι τιμές των τροφίμων, των υπηρεσιών, των ενοικίων και της ενέργειας παραμένουν αυξημένες, κάθε συναλλαγή αποφέρει μεγαλύτερο φορολογικό έσοδο στο κράτος. Το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα εμφανές στα τρόφιμα, καθώς σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει πληθωρισμό σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Τον Μάιο ο εναρμονισμένος πληθωρισμός έφθασε το 4,9% έναντι 3,2% στην Ευρωζώνη, με βασικούς παράγοντες τις υπηρεσίες, την ενέργεια και τα νωπά τρόφιμα.
Για το Δημόσιο, κάθε επιπλέον ευρώ που προστίθεται στην τελική τιμή ενός προϊόντος δημιουργεί πρόσθετο φορολογικό έσοδο χωρίς να απαιτείται καμία αλλαγή φορολογικού συντελεστή. Αυτό εξηγεί γιατί τα δημόσια έσοδα εμφανίζουν συχνά μεγαλύτερη ανθεκτικότητα από την ίδια την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Η ενέργεια ως δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η ενέργεια. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, οι τιμές ενέργειας στην Ελλάδα αυξήθηκαν τον Μάιο κατά περίπου 20%, σχεδόν διπλάσια από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Οι υψηλότερες τιμές μεταφράστηκαν σε μεγαλύτερα φορολογικά έσοδα τόσο μέσω του ΦΠΑ όσο και μέσω των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στα καύσιμα. Το ίδιο μοτίβο είχε παρατηρηθεί και κατά την πρώτη ενεργειακή κρίση του 2022. Παρά τις επιδοτήσεις που δόθηκαν σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, σημαντικό μέρος της αύξησης των δημοσίων εσόδων προήλθε από τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης που δημιούργησαν οι ίδιες οι ανατιμήσεις.
Η συζήτηση που ανοίγει με αφορμή τη νέα ενεργειακή κρίση, αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η κυβέρνηση προετοιμάζει το πακέτο μέτρων της ΔΕΘ και παράλληλα επιδιώκει να διατηρήσει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα καταγράφει συστηματικά καλύτερες δημοσιονομικές επιδόσεις από τις προβλέψεις. Μέρος αυτής της υπεραπόδοσης αποδίδεται στη μείωση της ανεργίας, στην αύξηση της απασχόλησης και στην ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας.
Παράλληλα όμως, οι ανατιμήσεις λειτουργούν ως ένας πρόσθετος μηχανισμός δημιουργίας εσόδων που σπάνια αναφέρεται στις δημόσιες συζητήσεις. Ορισμένοι οικονομολόγοι περιγράφουν το φαινόμενο ως «πληθωριστικό μέρισμα» του κράτους. Δεν πρόκειται για νέο φόρο ούτε για κάποια ειδική δημοσιονομική παρέμβαση, αλλά για το αποτέλεσμα της εφαρμογής των φορολογικών συντελεστών πάνω σε υψηλότερες τιμές.
Η διαδικασία είναι σχεδόν αόρατη για τον πολίτη. Δεν απαιτεί ψήφιση νέου νόμου, δεν εμφανίζεται ως φορολογική αύξηση και δεν προκαλεί τις αντιδράσεις που συνοδεύουν συνήθως μια νέα επιβάρυνση.
Η επόμενη πρόκληση
Καθώς οι διεθνείς τιμές ενέργειας αποκλιμακώνονται και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επιχειρεί να επαναφέρει τον πληθωρισμό πιο κοντά στον στόχο του 2%, το μεγάλο ερώτημα για τα δημόσια οικονομικά είναι πόσο διατηρήσιμη θα παραμείνει αυτή η πηγή εσόδων. Η απάντηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση καλείται να χρηματοδοτήσει νέες κοινωνικές παρεμβάσεις, να στηρίξει τις επενδύσεις και ταυτόχρονα να διατηρήσει τη δημοσιονομική πειθαρχία που απαιτούν οι νέοι ευρωπαϊκοί κανόνες.







































