Είναι θετικό ότι η επίκληση της Παραγωγικής Ελλάδας μοιάζει να έχει καταστεί γενικώς αποδεκτή, και σχεδόν κρατούσα στην ρητορική του πολιτικού συστήματος. Ωστόσο για να μην εκπέσει σε, μια ακόμη, έννοια του συρμού, καλό θα ήταν να γίνει καλύτερα κατανοητή ώστε (και κυρίως) τα λόγια να γίνονται και έργα, στόχοι και αποτελέσματα. Res, non Verba που θα έλεγαν και οι Λατίνοι.
Εάν το αίτημα και ο στόχος είναι η Παραγωγική Ελλάδα, απέναντί της βρίσκεται η αντιπαραγωγική ή η παρασιτική. Η αναφορά στην Παραγωγική Ελλάδα ουσιαστικά ισοδυναμεί με αίτημα και στόχο την ανάπτυξη, την βιώσιμη ανάπτυξη, την ευημερία. Για την ανάπτυξη και την ευημερία της χώρας πραγματικά περιθώρια υπάρχουν μόνο εφόσον υπάρχει και ενισχύεται η “ενδογενής” αναπτυξιακή δυναμική. Η οποία είναι εξαιρετικά ασθενική και πρέπει με κάθε τρόπο να ενισχυθεί.
Το “ενδογενές” στοιχείο της ανάπτυξης σχετίζεται με τον τομέα των “διεθνώς εμπορευσίμων” της οικονομίας. Η έννοια των «διεθνώς εμπορεύσιμων» υπάρχει σχεδόν ένα αιώνα στην οικονομική θεωρία διεθνώς, και στην οικονομική και αναπτυξιακή πολιτική. Ωστόσο στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης παρέμενε μέχρι και πριν λίγα χρόνια μια λέξη σχεδόν άγνωστη. Και, κυρίως, μια έννοια ακατάληπτη από την κρατούσα οικονομική ανάλυση και την εφαρμοζόμενη οικονομική πολιτική, ανεξαρτήτως κόμματος και χρώματος– με συνέπειες τραγικές, κοινωνικά και εθνικά.
Τα “διεθνώς εμπορεύσιμα» είναι προϊόντα και υπηρεσίες που η τιμή τους προσδιορίζεται διεθνώς χωρίς να μπορούν οι εσωτερικές εξελίξεις στην “μικρή ανοιχτή οικονομία”, όπως η Ελληνική, να την επηρεάσουν. Η οικονομία μας σε αυτόν τον τομέα είναι “λήπτρια τιμών”. Τα “διεθνώς μη-εμπορεύσιμα” είναι προϊόντα και υπηρεσίες των οποίων η τιμή, κατά κύριο λόγο, καθορίζεται στην εσωτερική αγορά και από την εσωτερική ζήτηση.
Στην κατηγορία των «διεθνώς εμπορευσίμων» μπορούν να υπαχθούν τα αγροτικά προϊόντα, τα βιομηχανικά προϊόντα, ο τουρισμός, οι διεθνείς μεταφορές και οι υπηρεσίες «τεχνολογικής αιχμής». Στην κατηγορία των «διεθνώς μη-εμπορευσίμων» περιλαμβάνονται οι οικοδομές, οι υπηρεσίες που προσφέρονται από ιδιώτες και νομικά πρόσωπα (εκτός από τις υπηρεσίες «τεχνολογικής αιχμής» και τον τουρισμό) αλλά και εκείνες που προέρχονται από το δημόσιο τομέα («δημόσια αγαθά»), οι κερδοσκοπικές δραστηριότητες κτλ.
Το ιδιαίτερο στοιχείο που διαφορίζει τα μεν από τα δε είναι πως, ενώ τα «διεθνώς εμπορεύσιμα» έχουν μία τιμή που καθορίζεται διεθνώς και είναι διεθνώς ενιαία, και οι επιχειρήσεις που τα παράγουν εκτίθενται στον διεθνή ανταγωνισμό, τα «διεθνώς μη-εμπορεύσιμα» έχουν διαφορετική τιμή σε κάθε χώρα, και οι επιχειρήσεις που τα παράγουν είναι λιγότερο εκτεθειμένες, ή ανοικτές, στον ανταγωνισμό – ενίοτε δε είναι και εκτός συνθηκών ανταγωνισμού.
Η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας το 2010, η διαρκής χρεοκοπία του 2010-2012-2015, η δεκαετία της κρίσης 2010-2019, είχαν μία θεμελιώδη πραγματική αιτία: την υπερδιόγκωση, (δηλαδή την μη-φυσιολογική μεγέθυνση), σε όλη την προηγούμενη περίοδο, του τομέως των “διεθνώς μη εμπορευσίμων” αγαθών και υπηρεσιών και την αντίστοιχη σχετική συρρίκνωση του τομέως των “διεθνώς εμπορεύσιμων”.
Η ισόρροπη ανάπτυξη μίας οικονομίας μπορεί να στηρίζεται μόνο στην “φυσιολογική” συρρίκνωση των “διεθνώς εμπορευσίμων”, που προέρχεται από την αύξηση της παραγωγικότητας στον τρόπο που αυτά παράγονται. Στην συγκεκριμένη περίοδο 2000-2010 της Ελλάδας η σχετική συρρίκνωσή τους ήταν κάτι άλλο: ήταν η αντίδρομη κίνηση στην αύξηση των “διεθνώς μη-εμπορευσίμων” η οποία προήλθε από τις ακραία επεκτατικές δημοσιονομικές ναι νομισματικές πολιτικές, σε συνδυασμό με την ύπαρξη “εξωτερικού” νομίσματος, το οποίο δεν μπορούσε να υποτιμηθεί από τα τεκταινόμενα – την φθίνουσα ανταγωνιστικότητα- στην ελληνική οικονομία.
Όλα όσα συνέβησαν από το 2009 και μετά, διαρρηγνύοντας τον οικονομικό και κοινωνικό ιστό της χώρας, όπως η δημοσιονομική χρεοκοπία, η ανεργία, η εξαφάνιση οικονομικών μονάδων, η συρρίκνωση ολόκληρων κλάδων οικονομικής δραστηριότητας, (οι οποίοι στην πραγματικότητα απλώς δεν θα έπρεπε να είχαν επεκταθεί διότι δεν ήταν βιώσιμο), δεν είναι παρά συνέπεια της ασύμμετρης αυτής σχέσης που δημιουργήθηκε μεταξύ των δύο τομέων, στην πορεία προς το 2009-2010 και την χρεοκοπία, εξ αιτίας της άφρονος οικονομικής πολιτικής που ακολουθήθηκε τότε.
Κριτήριο για το εάν και σε ποιο βαθμό υφίσταται πορεία και μετασχηματισμός προς την Παραγωγική Ελλάδα είναι η ανάπτυξη του τομέως των «διεθνώς εμπορευσίμων» στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, με ανάλογες επιχειρήσεις, επενδύσεις, γραμμές παραγωγής, εξαγωγές. Όμως και αυτός ο τομέας εμπεριέχει δύο κλάδους.
Ο πρώτος αφορά αγαθά και υπηρεσίες των οποίων η ζήτηση καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις κινήσεις της διεθνούς αγοράς, όπως ορυκτά, πρώτες ύλες, αγροτικά προϊόντα και εν μέρει ο τουρισμός και η ναυτιλία. Τα αγαθά αυτά τα έχουμε ονομάσει, με τον Δημήτρη Α. Ιωάννου, αγαθά της Dutch disease, δηλαδή της κατά Economist, “ολλανδικής ασθένειας” διότι η υπερανάπτυξη τους (όπως στην ελληνική περίπτωση ο τουρισμός), παρά το γεγονός ότι επιτρέπει την εισαγωγή πόρων στην εθνική οικονομία, ή μάλλον εξ αιτίας αυτού, αφαιρεί αναπτυξιακό δυναμισμό, από το άλλο σκέλος των “διεθνώς εμπορεύσιμων”.
Δηλαδή από εκείνα τα προϊόντα τα οποία παράγονται με συνθήκες ανταγωνιστικότητας της διεθνούς οικονομίας και τα οποία πολύ συχνά απαιτούν τεχνολογικές δεξιότητες, ανθρώπινο κεφάλαιο υψηλού επιπέδου, και σημαντική επιχειρηματική ικανότητα. Τα αγαθά αυτά που είναι προϊόντα τεχνολογικής εξέλιξης και αιχμής τα έχουμε ονομάσει, με τον Δημήτρη Α. Ιωάννου, για ευκολία, “αγαθά Baumol” από το κλασικό σχετικό άρθρο του εν λόγω οικονομολόγου.
Ο δεύτερος αυτός κλάδος, ο οποίος είναι και ο πραγματικός φορέας υγιούς μακροχρόνιας ανάπτυξης για μία οικονομία, είναι εκείνος ο κλάδος ο οποίος χαρακτηρίζεται από την πλέον ασθενική παρουσία στην δομή της ελληνικής οικονομίας. Αλλά επίσης είναι και αυτός που θα πρέπει να αναπτυχθεί, εάν θέλουμε η ελληνική οικονομία και η ελληνική κοινωνία να μεταμορφωθούν σε Παραγωγική Ελλάδα, η παραγωγικότητα να ανέβει επίπεδο και να συνεχίσει να αυξάνεται.
Όπως έχουμε δείξει προ έτους στο «Η παραγωγικότητα και ένα «αντιπαράδειγμα» για τις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας» υποθέτοντας, για την περίοδο 2000-2019, ότι τα μεν επίπεδα τομεακής παραγωγικότητας θα παρέμεναν αμετάβλητα, η δε διατομεακή κατανομή των πόρων (με κριτήριο την απασχόληση) θα πλησίαζε στην κατανομή και την κλαδική διάρθρωση είτε της ΕΕ είτε της Ζώνης του Ευρώ, στο τέλος της περιόδου, η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας στο σύνολο της οικονομίας θα ήταν, αντί της παρατηρηθείσας στασιμότητας, υψηλότερη κατά 14,9% συγκλίνοντας στον μέσο όρο της ΕΕ, και κατά 16,5% συγκλίνοντας στον μέσο όρο της Ζώνης του Ευρώ.
Ο τομέας των “διεθνώς εμπορευσίμων” αγαθών και υπηρεσιών, και ειδικά ο κρίσιμος πιο δυναμικός κλάδος του, εξαρτάται από την ποιότητα και τον δυναμισμό της επιχειρηματικότητας, από το επίπεδο της τεχνικής και επιστημονικής γνώσης και από τον βαθμό στον οποίο αυτή έχει γίνει κτήμα των οικονομικά ενεργούντων ατόμων δημιουργώντας υψηλού επιπέδου “ανθρώπινο κεφάλαιο”, από την ευρυθμία και την λειτουργικότητα των θεσμών, (δηλαδή του κράτους), και από την γενικότερη στάση της κοινωνίας απέναντι στην δημιουργικότητα και στην κοινωνική καινοτομία.
Αυτά είναι που καθορίζουν την “ενδογενή” δυναμική της ανάπτυξης σε μία χώρα, την παραγωγικότητα και την ευημερία, και από αυτά φυσικά εξαρτάται ο μετασχηματισμός μας σε Παραγωγική Ελλάδα.





































