Σε μια συγκυρία κατά την οποία η κυβέρνηση δρομολογεί αναδιάταξη του «χάρτη» των παρόχων ύδατος, με ενίσχυση του ρόλου της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ τέθηκε, για έναν μήνα, σε δημόσια διαβούλευση η Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα. Στο κείμενο αποτυπώνεται η σημερινή κατάσταση του τομέα των υδάτων, με τις υφιστάμενες στρεβλώσεις στην κατανάλωση και στη χρηματοοικονομική λειτουργία των παρόχων, ενώ προτείνεται η μετάβαση σε ένα διαφορετικό μοντέλο διακυβέρνησης.
Ειδικότερα, τα στοιχεία, πάνω στα οποία βασίστηκε καταδεικνύουν ότι η τιμολογημένη κατανάλωση νερού αντιστοιχεί στο 88% της συνολικής κατανάλωσης, με το υπόλοιπο 12% να μην καταγράφεται μέσω υδρομετρητών ή να μην τιμολογείται. Παράλληλα, η ανάκτηση του χρηματοοικονομικού κόστους διαμορφώνεται, κατά μέσο όρο, στο 80% για την ύδρευση και στο 74% για την άρδευση, με σημαντικές διαφοροποιήσεις ανά περιοχή και πάροχο.
Σε κάθε περίπτωση στο επίκεντρο της νέας στρατηγικής βρίσκονται οι δύο μεγάλοι πάροχοι της χώρας, η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ αλλά και ο Οργανισμός Ανάπτυξης Κρήτης (ΟΑΚ), καθώς δρομολογούνται παρεμβάσεις που διευρύνουν τον ρόλο τους με προοπτική να λειτουργήσουν ως βασικοί πυλώνες ενός πιο συγκεντρωτικού και λειτουργικά ενιαίου μοντέλου διαχείρισης.
Οι δύο εταιρείες, ήδη οι μεγαλύτεροι οργανωμένοι πάροχοι της χώρας, αναμένεται να λειτουργήσουν ως πυλώνες ενός ευρύτερου σχήματος οργάνωσης, αναλαμβάνοντας σταδιακά αυξημένες αρμοδιότητες πέραν των σημερινών ορίων τους (Αθήνα και Θεσσαλονίκη).
Η ΕΥΔΑΠ, σύμφωνα με τον σχεδιασμό που έχει ήδη ανακοινωθεί από τις αρχές Φεβρουαρίου, προβλέπεται να επεκτείνει την επιχειρησιακή της παρουσία στις περιφερειακές ενότητες Αττικής, Βοιωτίας, Φωκίδας και Εύβοιας, ενώ η ΕΥΑΘ στις Περιφερειακές Ενότητες Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής, με παράλληλη επέκταση στην άρδευση σε τμήματα της Στερεάς Ελλάδας και της Χαλκιδικής αντίστοιχα. Η στόχευση αφορά τη δημιουργία μεγαλύτερων λειτουργικών ενοτήτων με αυξημένες δυνατότητες τεχνικής υποστήριξης, επενδυτικού σχεδιασμού και διαχείρισης δικτύων.
Παράλληλα, στον θεσσαλικό κάμπο ο Οργανισμός Διαχείρισης Υδάτων Θεσσαλίας (ΟΔΥΘ ΑΕ) επιχειρεί να ενοποιήσει ένα εξαιρετικά κατακερματισμένο πεδίο, ενσωματώνοντας σταδιακά τους 55 ΤΟΕΒ της περιοχής, σε μια προσπάθεια εξορθολογισμού της άρδευσης και αποκατάστασης της λειτουργικότητας των δικτύων. Αντίστοιχο ρόλο ενδέχεται να αναλάβει και ο ΟΑΚ στην Κρήτη, σύμφωνα με την προτεινόμενη Εθνική Στρατηγική.
Η συγκεκριμένη κατεύθυνση συνδέεται με ευρύτερη στρατηγική περιορισμού του κατακερματισμού της διαχείρισης υδάτων, καθώς σήμερα λειτουργούν στην Ελλάδα πάνω από 700 πάροχοι υπηρεσιών ύδατος, γεγονός που δυσχεραίνει τον έλεγχο, την εποπτεία και τον στρατηγικό σχεδιασμό.
Κοστολόγηση και τιμολόγηση με κενά και στρεβλώσεις
Σημαντικά προβλήματα εντοπίζονται και στο πεδίο της κοστολόγησης, καθώς περίπου το 12% της κατανάλωσης είτε δεν καταγράφεται μέσω υδρομετρητών είτε δεν τιμολογείται. Το κενό αυτό επηρεάζει τα έσοδα των παρόχων και τη δυνατότητά τους να χρηματοδοτούν λειτουργικά έξοδα και επενδύσεις. Στο μη τιμολογούμενο νερό περιλαμβάνονται επίσης απώλειες δικτύων, οι οποίες εκτιμώνται κατά μέσο όρο στο 1/3, επιβαρύνοντας περαιτέρω το σύστημα.
Η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά ανάμεσα στους μεγάλους και τους μικρότερους παρόχους. Η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ εμφανίζουν καλύτερες επιδόσεις, με χαμηλότερες απώλειες της τάξης του 25%–27% και υψηλότερα ποσοστά τιμολογούμενης κατανάλωσης, γεγονός που αποδίδεται σε οικονομίες κλίμακας και πιο οργανωμένα δίκτυα. Αντίθετα, οι υπόλοιποι πάροχοι εμφανίζουν απώλειες που φτάνουν κατά μέσο όρο στο 37%, ενώ η αναλογία τιμολογούμενης προς εξουσιοδοτημένη κατανάλωση περιορίζεται στο 79%.
Το πρόβλημα επιτείνεται από την ετερογένεια στα τιμολόγια, τη διαφορετική συχνότητα καταμέτρησης και τις ελλείψεις σε υδρομετρητές, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις καταγράφονται παράνομες συνδέσεις ή καθυστερήσεις στην έκδοση λογαριασμών. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα όπου η πραγματική κατανάλωση και η τιμολόγηση δεν ταυτίζονται.
Ανάκτηση κόστους: ένας δύσκολος στόχος
Αντίστοιχα κρίσιμη είναι η εικόνα στο πεδίο της ανάκτησης κόστους. Στις υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης, η μέση ανάκτηση χρηματοοικονομικού κόστους ανέρχεται στο 80%, με το 50% των παρόχων να βρίσκεται πάνω από τον μέσο όρο. Ωστόσο, οι αποκλίσεις ανά υδατικό διαμέρισμα είναι έντονες ξεκινώντας από 58% σε εκείνο της Δυτικής Μακεδονίας και φτάνοντας στο 96% στης Ανατολικής Πελοποννήσου. Υψηλά είναι τα επίπεδα ανάκτησης κόστους στην Αττική (ΕΥΔΑΠ) όπως και σε Θεσσαλία και Ανατολική Μακεδονία.
Στην άρδευση, η κατάσταση είναι ακόμη πιο δύσκολη. Η μέση ανάκτηση κόστους ανά υδατικό διαμέρισμα περιορίζεται στο 74%, με ακραίες αποκλίσεις από 17% (Δυτική Μακεδονία) έως 115% (Ήπειρος). Όταν συνυπολογίζονται και οι ιδιωτικές γεωτρήσεις, η μέση ανάκτηση κόστος διαμορφώνεται στο 91,2%, αλλά με έντονες διαφοροποιήσεις, από 73% έως 109%, που αποτυπώνουν την απουσία ενιαίου συστήματος.
Το βασικό πρόβλημα είναι οικονομικό αλλά και δομικό. Η ελλιπής κοστολόγηση, η αδυναμία πλήρους καταγραφής των δαπανών και η περιορισμένη διαφάνεια στα οικονομικά στοιχεία των παρόχων καθιστούν την πλήρη ανάκτηση κόστους δύσκολα επιτεύξιμο στόχο. Στα τιμολόγια οι πάροχοι, επιπλέον του χρηματοοικονομικού κόστους προσθέτουν και το περιβαλλοντικό τέλος, το οποίο ενσωματώνει το περιβαλλοντικό κόστος και το κόστος πόρου. Τα ποσά παραμένουν χαμηλά, από 0 έως 0,006 ευρώ ανά κυβικό μέτρο (κ.μ.) για ύδρευση και άρδευση και 0,0085 για βιομηχανική χρήση, αλλά η εφαρμογή παραμένει ανομοιογενής.
Η μεγάλη εικόνα των αναγκών σε έργα ύδρευσης
Πίσω από τις αδυναμίες λειτουργίας και χρηματοδότησης, αναδεικνύεται ένα ακόμη πιο πιεστικό ζήτημα. Το τεράστιο επενδυτικό έλλειμμα στις υποδομές ύδατος. Το Εθνικό Επιχειρησιακό Σχέδιο για το Πόσιμο Νερό είχε καταγράψει προ τριετίας ένα σύνολο 1.922 αναγκαίων έργων ύδρευσης, συνολικού προϋπολογισμού 5,4 δισ. ευρώ. Τα έργα ιεραρχούνταν σε τρεις κατηγορίες προτεραιότητας. Η πρώτη αφορούσε 644 έργα ύψους 1,9 δισ. ευρώ, με στόχο την εξασφάλιση επάρκειας και ποιότητας νερού. Η δεύτερη περιελάμβανε 933 έργα ύψους 2,3 δισ. ευρώ, κυρίως για αντικατάσταση δικτύων και μείωση διαρροών και η τρίτη, 345 έργα ύψους 1,2 δισ. ευρώ για αυτοματοποίηση και ενεργειακή αναβάθμιση.
Η υλοποίηση, ωστόσο, υστερεί σημαντικά. Η περίοδος οικονομικής κρίσης, η αύξηση του τουρισμού και η κλιματική πίεση έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον αυξημένων αναγκών και περιορισμένων δυνατοτήτων. Την ίδια στιγμή, η υποχρέωση συμμόρφωσης με τις ευρωπαϊκές οδηγίες για το πόσιμο νερό και τα αστικά λύματα αυξάνει περαιτέρω το κόστος προσαρμογής.
Στον τομέα της αποχέτευσης, οι ανάγκες εκτιμώνται ήδη σε 1,8 δισ. ευρώ επιπλέον, με σημαντικό αριθμό οικισμών να παραμένουν εκτός συμμόρφωσης με την Οδηγία 91/271/ΕΟΚ, ενώ τα πρότυπα της νέας ευρωπαϊκής οδηγίας του 2024 αυστηροποιούν ακόμη περισσότερο τις απαιτήσεις επεξεργασίας.














![Ρωσία: Ελλείψεις καυσίμων μετά απο το μπαράζ ουκρανικών επιθέσεων [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/06/REFINERY-OIL-RUSSIA-e1782328628392.jpg)



















