Απόλυτα θετικός είναι ο απολογισμός των πρώτων ημερών του Ιουλίου για το ελληνικό χρηματιστήριο, με τον Γενικό Δείκτη να βρίσκεται σε νέα υψηλά 16ετίας, διασπώντας τα προηγούμενα υψηλά έτους και επιβεβαιώνοντας τη δυναμική που έχει αναπτύξει η ελληνική αγορά το τελευταίο διάστημα.
Παρ’ όλα αυτά, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη, καθώς ο τραπεζικός κλάδος , το «βαρόμετρο» του Euronext Athens, εξακολουθεί να κινείται αισθητά χαμηλότερα από τα φετινά του υψηλά. Παρά το εντυπωσιακό ράλι των προηγούμενων ετών που έχει αλλάξει πλήρως το επενδυτικό αφήγημα για τον κλάδο, οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να διαπραγματεύονται με σημαντικό discount έναντι των ευρωπαϊκών ομολόγων τους.
Η ισχυρή κερδοφορία, η βελτίωση των ισολογισμών και οι γενναιόδωρες μερισματικές αποδόσεις έχουν σε μεγάλο βαθμό προεξοφληθεί, ωστόσο η αγορά δεν φαίνεται ακόμη να έχει «τιμολογήσει» πλήρως τη νέα κανονικότητα του κλάδου.
Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιο που διεθνείς επενδυτικοί οίκοι όπως η Morgan Stanley και η UBS εξακολουθούν να βλέπουν ελκυστικές αποτιμήσεις στον ελληνικό τραπεζικό κλάδο σε σχέση με τις ευρωπαϊκές τράπεζες, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω σύγκλισης και ανατιμολόγησης (rerating) στο επόμενο διάστημα.
Αποτιμήσεις που παραμένουν συντηρητικές
Σε επίπεδο δείκτη P/TBV (Price to Tangible Book Value) για το 2026, οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να αποτιμώνται κοντά ή κάτω από τη μονάδα. Η Alpha Bank και η Τράπεζα Πειραιώς διαπραγματεύονται στις 0,95 φορές την ενσώματη λογιστική τους αξία, η Eurobank στις 0,99 φορές και η Εθνική Τράπεζα στις 1,10 φορές.
Με άλλα λόγια, τρεις από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες αποτιμώνται ακόμη κάτω ή οριακά γύρω από τη μία φορά τα ίδια κεφάλαια, επίπεδα που θεωρούνται ιδιαίτερα συντηρητικά για οργανισμούς με ισχυρή και σταθερή κερδοφορία.
Χαμηλά P/E σε σχέση με την κερδοφορία
Αντίστοιχα ελκυστική παραμένει η εικόνα και σε όρους κερδών. Οι δείκτες P/E για το 2026 διαμορφώνονται μεταξύ 9,5 και 11 φορές, με την Alpha Bank και την Πειραιώς στις 9,5 φορές, τη Eurobank στις 9,9 φορές και την Εθνική Τράπεζα στις 11 φορές.
Τα επίπεδα αυτά θεωρούνται χαμηλά, αν ληφθεί υπόψη ότι οι αποδόσεις ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (ROTE) κινούνται κοντά ή πάνω από το 13%-15%, δηλαδή σε επίπεδα που προσεγγίζουν ή και ξεπερνούν αρκετούς ευρωπαϊκούς τραπεζικούς ομίλους.

Στοιχεία από Morgan Stanley
Η αντίφαση των θεμελιωδών μεγεθών
Παρά τη σημαντική βελτίωση των ισολογισμών και της οργανικής κερδοφορίας, η αγορά εξακολουθεί να αποτιμά τις ελληνικές τράπεζες με μεγαλύτερο αντιλαμβανόμενο ρίσκο σε σχέση με την πραγματική εικόνα τους.
Η επιφυλακτικότητα αυτή αφορά κυρίως τη διατηρησιμότητα των υψηλών αποδόσεων, γεγονός που οδηγεί σε παραμονή των αποτιμήσεων σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με την Ευρώπη.
Την ίδια ώρα, ένα από τα πιο ισχυρά στοιχεία του επενδυτικού αφηγήματος είναι οι διανομές προς τους μετόχους. Οι μερισματικές αποδόσεις για το 2026 εκτιμώνται μεταξύ 8% και 10%, ενώ και για το 2027 παραμένουν σε αντίστοιχα επίπεδα. Πρόκειται για αποδόσεις που σπανίζουν στον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο, ειδικά όταν δεν συνοδεύονται από αδυναμία στους ισολογισμούς ή πιέσεις στην κεφαλαιακή επάρκεια.

Στοιχεία από UBS
Ισχυρή κεφαλαιακή βάση
Οι δείκτες CET1 διαμορφώνονται πλέον σε ιδιαίτερα ισχυρά επίπεδα, μεταξύ περίπου 15% και 18%, ενισχύοντας τη δυνατότητα συνέχισης υψηλών διανομών προς τους μετόχους.
Η κεφαλαιακή επάρκεια λειτουργεί ως βασικός παράγοντας σταθερότητας και ταυτόχρονα ως καταλύτης για τη διατήρηση της επενδυτικής ελκυστικότητας του κλάδου.
Σύγκριση με τις ευρωπαϊκές τράπεζες
Η απόκλιση από την Ευρώπη παραμένει ξεκάθαρη. Οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται κατά μέσο όρο περίπου στις 0,99 φορές την ενσώματη λογιστική τους αξία, έναντι 1,17 φορές για τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και περίπου 1,20 φορές για τις τράπεζες της Βόρειας Ευρώπης, της Ελβετίας και του Ηνωμένου Βασιλείου.
Το αποτέλεσμα είναι ένα discount της τάξεως του 15%-20%, το οποίο παραμένει σε ισχύ παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα αν συγκριθεί η κερδοφορία. Οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν μέσο ROTE 15,9% για το 2026, ελαφρώς υψηλότερο από το 15,7% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Παράλληλα, οι μερισματικές αποδόσεις διαμορφώνονται στο 6,1%, έναντι 5,2% στην Ευρώπη και 4,9% στις αγορές της Βόρειας Ευρώπης.
Σε επίπεδο P/E, οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται στις 9,7 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2026, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στις 11,2 φορές.



























![Ειδική παράταση της παραγραφής μετά την έκδοση απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών [Μέρος 1]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/05/aade-1.png)







