Η Κίνα επιχειρεί να αποκαταστήσει την αξιοπιστία της αγοράς εταιρικών ομολόγων, καθώς οι ρυθμιστικές αρχές εντείνουν τις πιέσεις προς τους εγχώριους οίκους αξιολόγησης προκειμένου να περιορίσουν τις υπερβολικές αξιολογήσεις «ΑΑΑ» σε επιχειρήσεις που δανείζονται με ιδιαίτερα υψηλό κόστος. Η παρέμβαση αυτή αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας του Πεκίνου να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της «πληθωριστικής» απονομής υψηλών πιστοληπτικών βαθμίδων, το οποίο έχει προκαλέσει σοβαρές ανησυχίες για τη διαφάνεια και την ορθή αποτίμηση του κινδύνου στην αγορά.
Σύμφωνα με δημοσίευμα των FT, η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας (PBoC) έδωσεεντολή στους εγχώριους οίκους να επανεξετάσουν τις αξιολογήσεις εταιρικών ομολόγων, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση σε εκδόσεις που προσφέρουν αποδόσεις σημαντικά υψηλότερες από εκείνες των κρατικών τίτλων. Το σκεπτικό είναι απλό: όταν ένας εκδότης πληρώνει πολύ υψηλότερο επιτόκιο για να προσελκύσει επενδυτές, είναι δύσκολο να θεωρείται ταυτόχρονα απολύτως ασφαλής.
Επιτόπιοι έλεγχοι
Μετά τις οδηγίες της κεντρικής τράπεζας, οι δύο μεγαλύτεροι κινεζικοί οίκοι αξιολόγησης άρχισαν να προσαρμόζουν τη στάση τους. Η Lianhe Credit Rating απέσυρε τις αξιολογήσεις «ΑΑΑ» από ορισμένους εκδότες, ενώ η Chengxin ανακοίνωσε προσωρινά την αναστολή αξιολογήσεων σε συγκεκριμένα ομόλογα, πριν αποσύρει τη σχετική ανακοίνωση.
Παράλληλα, οι εποπτικές αρχές πραγματοποιούν από τον Μάιο επιτόπιους ελέγχους στους οίκους αξιολόγησης, εξετάζοντας τόσο τις ίδιες τις αξιολογήσεις όσο και πιθανές πρακτικές αθέμιτου ανταγωνισμού, όπως η προσέλκυση πελατών μέσω ευνοϊκότερων βαθμολογιών από εκείνες των ανταγωνιστών.
Το πρόβλημα της «φούσκας»
Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Η κινεζική αγορά εταιρικών ομολόγων αναπτύχθηκε ταχύτατα τις τελευταίες δεκαετίες, όμως η αξιοπιστία των αξιολογήσεων έχει δεχθεί έντονη κριτική. Το 2024, περισσότερο από το 90% των νέων εταιρικών ομολόγων που αξιολογήθηκαν έλαβαν βαθμίδα «ΑΑΑ», όταν το αντίστοιχο ποσοστό το 2016 ήταν μικρότερο του 50%.
Η κατάσταση είχε ήδη τεθεί υπό αμφισβήτηση μετά την κατάρρευση του κολοσσού ακινήτων Evergrande το 2021 και το κύμα αθετήσεων πληρωμών που ακολούθησε, αποκαλύπτοντας ότι πολλές υψηλές αξιολογήσεις δεν αντανακλούσαν τον πραγματικό πιστωτικό κίνδυνο.
Νέα κριτήρια με βάση τις αποδόσεις
Στο πλαίσιο της νέας πολιτικής, οι εποπτικές αρχές δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στα ομόλογα των οποίων το επιτόκιο υπερβαίνει κατά περισσότερο από δύο ποσοστιαίες μονάδες την απόδοση αντίστοιχων κρατικών τίτλων. Τον Ιούνιο μάλιστα ζήτησαν από τους οίκους να επανεξετάσουν όχι μόνο αυτά τα ομόλογα αλλά και εκείνα με διαφορά απόδοσης μεταξύ μίας και δύο ποσοστιαίων μονάδων.
Ωστόσο, αρκετοί επαγγελματίες της αγοράς εκφράζουν επιφυλάξεις για τη μεθοδολογία αυτή. Όπως επισημαίνουν, το ύψος της απόδοσης ενός ομολόγου δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την πιστοληπτική ικανότητα του εκδότη, αλλά και από παράγοντες όπως η διάρκεια του τίτλου, η ρευστότητα, ο κλάδος δραστηριότητας και οι γενικότερες συνθήκες της αγοράς.
Παράγοντες της αγοράς προειδοποιούν ότι η αυστηρή σύνδεση των αξιολογήσεων με τα επιτόκια μπορεί να οδηγήσει τις επιχειρήσεις σε αυξημένη έκδοση βραχυπρόθεσμων ομολόγων, τα οποία εμφανίζουν μικρότερα περιθώρια αποδόσεων και επομένως είναι πιθανότερο να συμμορφώνονται με τα νέα κριτήρια. Μια τέτοια εξέλιξη, όμως, θα αύξανε τον κίνδυνο συνεχούς αναχρηματοδότησης των επιχειρήσεων.





































