Η ανακοίνωση της G7 για την αποδέσμευση 100 εκατ. βαρελιών αργού πετρελαίου και ντίζελ από τα έκτακτα αποθέματα δεν συνεπάγεται απαραίτητα νέα παρέμβαση αντίστοιχου μεγέθους, καθώς σημαντικό μέρος των ποσοτήτων αφορά δεσμεύσεις που είχαν ήδη αναληφθεί τον Μάρτιο. Αυτή είναι η εκτίμηση της JP Morgan, η οποία επισημαίνει ότι το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι τόσο η διαθεσιμότητα των στρατηγικών αποθεμάτων όσο η προθυμία των κυβερνήσεων να τα διαθέσουν στην αγορά και να εκπληρώσουν τις δεσμεύσεις τους.
Όπως σημειώνει η αμερικανική τράπεζα, οι τιμές του ντίζελ έφτασαν τον Σεπτέμβριο σε επίπεδα-ρεκόρ σε μεγάλες αγορές, εντείνοντας τις πιέσεις προς τις κυβερνήσεις για παρέμβαση. Την ίδια ώρα, το ιδιαίτερα μεγάλο περιθώριο κέρδους από τη διακίνηση καυσίμων μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού έχει αυξήσει τις ροές αμερικανικού ντίζελ προς την Ευρώπη. Οι αποστολές από τις ΗΠΑ προς την ευρωπαϊκή αγορά αυξήθηκαν από περίπου 200.000-250.000 βαρέλια ημερησίως πριν από τον πόλεμο, σε περίπου 400.000 βαρέλια ημερησίως τον Ιούλιο και σχεδόν 500.000 τον Αύγουστο. Οι αυξημένες εξαγωγές περιόρισαν τα αμερικανικά αποθέματα, ενώ παράλληλα συνέβαλαν στην ανάσχεση της περαιτέρω μείωσης των ευρωπαϊκών.
Στο πλαίσιο αυτό, η G7 συμφώνησε την περασμένη Παρασκευή να διαθέσει 100 εκατ. βαρέλια αργού πετρελαίου και ντίζελ από τα έκτακτα αποθέματα μέσα στους επόμενους τέσσερις μήνες, με σημαντικό μέρος της αποδέσμευσης ντίζελ να προγραμματίζεται για τις πρώτες 20 ημέρες. Παράλληλα, οι χώρες δεσμεύτηκαν να μην επιβάλουν περιορισμούς στις εξαγωγές ενέργειας. Ωστόσο, η ανακοίνωση δεν διευκρίνισε ούτε την κατανομή των ποσοτήτων μεταξύ αργού πετρελαίου και διυλισμένων προϊόντων ούτε ποιες χώρες θα συνεισφέρουν και σε ποιον βαθμό. Οι προηγούμενες συζητήσεις είχαν επικεντρωθεί σε μια κατανομή περίπου 50%-50% μεταξύ αργού και ντίζελ. Οι εκκρεμότητες αναμένεται να διευθετηθούν κατά τη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), στις 14 και 15 Οκτωβρίου.

Οι περισσότερες ποσότητες είχαν ήδη δεσμευθεί
Η JP Morgan εκτιμά ότι τα 100 εκατ. βαρέλια που ανακοινώθηκαν την Παρασκευή δεν αντιστοιχούν σε ισόποση νέα παρέμβαση. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, από τα 412 εκατ. βαρέλια που είχαν δεσμευθεί τον Μάρτιο από τα μέλη του IEA έχουν ήδη αποδεσμευθεί περίπου 321 εκατ., αφήνοντας υπόλοιπο περίπου 91 εκατ. βαρελιών. Αν εξαιρεθούν οι ποσότητες που έχουν αποδεσμευθεί πέραν της αρχικής δέσμευσης στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, το υπόλοιπο ανέρχεται σε 104 εκατ. βαρέλια.
Με βάση αυτή την ανάγνωση, σημαντικό μέρος της νέας ανακοίνωσης αφορά την ολοκλήρωση της προηγούμενης παρέμβασης του IEA και όχι την προσθήκη νέων ποσοτήτων στην αγορά, αν και αυτή τη φορά δίνεται πολύ μεγαλύτερη έμφαση στο ντίζελ. Η JP Morgan εκτιμά επίσης ότι στο πακέτο περιλαμβάνονται τα υπόλοιπα 40 εκατ. βαρέλια από την αποδέσμευση των στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου των ΗΠΑ (SPR), στο πλαίσιο της ίδιας δέσμευσης του Μαρτίου, με τις παραδόσεις αργού να έχουν ήδη προγραμματιστεί έως τον Δεκέμβριο.
Η Ευρώπη κρατά τα αποθέματά της
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η JP Morgan στη στάση της Ευρώπης, η οποία μέχρι στιγμής εμφανίζεται απρόθυμη να αξιοποιήσει τα δικά της αποθέματα. Στο πλαίσιο της αποδέσμευσης που συμφωνήθηκε τον Μάρτιο, οι ευρωπαϊκές χώρες είχαν δεσμευθεί να διαθέσουν 108 εκατ. βαρέλια, εκ των οποίων 34 εκατ. βαρέλια αργού και 73 εκατ. βαρέλια διυλισμένων προϊόντων.
Ωστόσο, με βάση τις μεταβολές των αποθεμάτων από τον Φεβρουάριο, η αμερικανική τράπεζα υπολογίζει ότι μέχρι σήμερα έχουν αποδεσμευθεί περίπου 16 εκατ. βαρέλια ντίζελ, 17 εκατ. βαρέλια βενζίνης, 10 εκατ. βαρέλια μαζούτ και 12 εκατ. βαρέλια άλλων προϊόντων. Οι ακριβείς ποσότητες είναι δύσκολο να προσδιοριστούν, καθώς η αποδέσμευση κρατικών αποθεμάτων μπορεί να συνοδεύεται από ταυτόχρονη αναπλήρωση των εμπορικών αποθεμάτων, δυσχεραίνοντας την αποτύπωση των καθαρών μεταβολών. Παρ’ όλα αυτά, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι ελάχιστο, αν όχι καθόλου, αργό πετρέλαιο έχει διατεθεί από τα ευρωπαϊκά αποθέματα.
Η Ευρώπη διαθέτει μακράν τα μεγαλύτερα αποθέματα έκτακτης ανάγκης σε ντίζελ, τα οποία υπολογίζονται σε περίπου 377 εκατ. βαρέλια, έναντι 106 εκατ. βαρελιών στις ΗΠΑ. Μόνο η Γερμανία και η Γαλλία διαθέτουν περίπου 64 εκατ. και 61 εκατ. βαρέλια, αντίστοιχα. Παρά το σημαντικά μεγαλύτερο απόθεμα ασφαλείας, τόσο η Ευρώπη όσο και οι ΗΠΑ έχουν αποδεσμεύσει μόλις περίπου 16 εκατ. βαρέλια ντίζελ από την έναρξη του πολέμου.
Στην Ευρώπη, μάλιστα, τη μεγαλύτερη συνεισφορά μέχρι στιγμής δεν έχουν κάνει οι χώρες με τα μεγαλύτερα αποθέματα. Η Ολλανδία έχει διαθέσει περίπου 4 εκατ. βαρέλια ντίζελ, η Γαλλία 3 εκατ., η Ιταλία 2 εκατ. και η Πολωνία 1 εκατ. βαρέλια. Κατά την JP Morgan, αυτό αφήνει σημαντικά περιθώρια για μεγαλύτερη συνεισφορά της Ευρώπης στην επόμενη αποδέσμευση, κυρίως από τις χώρες που διαθέτουν τα μεγαλύτερα αποθέματα.

Τα αποθέματα ντίζελ πλησιάζουν σε κρίσιμα επίπεδα
Εάν η αποδέσμευση υλοποιηθεί πλήρως, τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου θα υποχωρήσουν από περίπου 7,9 δισ. βαρέλια σήμερα σε περίπου 7,8 δισ. βαρέλια έως την ολοκλήρωση του προγράμματος, πιθανότατα τον Ιανουάριο. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας, το οποίο, ωστόσο, θα παραμένει περίπου 150 εκατ. βαρέλια πάνω από το όριο που η JP Morgan θεωρεί επίπεδο αυξημένης πίεσης. Σε παγκόσμιο επίπεδο, επομένως, η αποδέσμευση δεν φαίνεται από μόνη της ιδιαίτερα ανησυχητική. Η εικόνα, όμως, αλλάζει όταν εξεταστεί η γεωγραφική κατανομή των αποθεμάτων και, κυρίως, η ισορροπία στην αγορά ντίζελ.
Ειδικότερα, τα αποθέματα ντίζελ στις χώρες του ΟΟΣΑ θα μπορούσαν να υποχωρήσουν στα περίπου 504 εκατ. βαρέλια, επίπεδο που είχε καταγραφεί τελευταία φορά πριν από δύο δεκαετίες. Αυτό θα τα έφερνε κάτω από το όριο των 529 εκατ. βαρελιών που θέτει η JP Morgan ως επίπεδο αυξημένης πίεσης, το οποίο αντιστοιχεί σε κάλυψη 41 ημερών ζήτησης. Θα παρέμεναν, ωστόσο, πάνω από το λειτουργικό κατώτατο όριο των 439 εκατ. βαρελιών, που αντιστοιχεί σε κάλυψη περίπου 34 ημερών.
Με βάση τις ημέρες κάλυψης της ζήτησης και όχι τον απόλυτο όγκο, τα αποθέματα ντίζελ του ΟΟΣΑ θα υποχωρούσαν στις περίπου 39 ημέρες, έναντι 40 ημερών στο προηγούμενο χαμηλό του Σεπτεμβρίου 2022.
Το μεγαλύτερο βάρος αναμένεται να επωμιστεί η Ευρώπη. Εφόσον το πακέτο της G7 περιλαμβάνει περίπου 40 εκατ. βαρέλια ευρωπαϊκού ντίζελ, η πρόσθετη αποδέσμευση θα μείωνε τα ευρωπαϊκά αποθέματα στα περίπου 337 εκατ. βαρέλια, ποσότητα που αντιστοιχεί σε κάλυψη περίπου 57 ημερών ζήτησης. Αν οι ποσότητες αυτές διοχετευθούν στην αγορά σε διάστημα 60 ημερών, θα προσθέτουν κατά μέσο όρο περίπου 660.000 βαρέλια ημερησίως, μέγεθος που αντιστοιχεί στο 57% περίπου των σημερινών εισαγωγών ντίζελ της Ευρώπης.
Πρόκειται για σημαντικό όγκο, ο οποίος, σύμφωνα με την JP Morgan, θα μπορούσε να αμβλύνει ουσιαστικά τις άμεσες ελλείψεις στην αγορά ντίζελ, να περιορίσει τη διαφορά τιμών που καθιστά συμφέρουσες τις μεταφορές καυσίμων από τις ΗΠΑ προς την Ευρώπη και να μειώσει την εξάρτηση της ευρωπαϊκής αγοράς από τις αμερικανικές εξαγωγές. Προς το παρόν, το βασικό εμπόδιο δεν είναι η διαθεσιμότητα των έκτακτων αποθεμάτων, αλλά η βούληση των κυβερνήσεων να τα αξιοποιήσουν και να παραδώσουν τελικά τις ποσότητες που έχουν δεσμευθεί να διαθέσουν.




































