array(5) {
  ["ai_cats"]=>
  array(1) {
    [0]=>
    string(20) "Business and Finance"
  }
  ["ai_subcats"]=>
  array(2) {
    [0]=>
    string(7) "Economy"
    [1]=>
    string(10) "Industries"
  }
  ["ai_tone"]=>
  string(7) "neutral"
  ["ai_dv_cat1"]=>
  string(8) "Business"
  ["ai_dv_cat2"]=>
  string(15) "Current Events1"
}

Ελλάδα – Ιταλία: Πρώτος εξαγωγικός προορισμός μας, δεύτερος προμηθευτής μας

Οι οικονομικές σχέσεις Ελλάδας - Ιταλίας, όπως αποτυπώθηκαν στην Ετήσια Έκθεση του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της Ρώμης

Ελλάδα – Ιταλία: Πρώτος εξαγωγικός προορισμός μας, δεύτερος προμηθευτής μας

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του ot.gr στην Google

Οι στενές οικονομικές και πολιτισμικές σχέσεις της Ελλάδας με την Ιταλία αποτυπώνονται στην Ετήσια Έκθεση του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της ελληνικής διπλωματικής αποστολής στη Ρώμη.

Ως ιδρυτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ιταλία διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην ευρωπαϊκή πολιτική και οικονομική ολοκλήρωση.

Συμμετέχει ενεργά στους θεσμούς της ΕΕ, είναι μέλος της Ευρωζώνης και της Συνθήκης Σένγκεν, και αποτελεί βασικό πυλώνα της κοινής εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας.

Η οικονομία της Ιταλίας συγκαταλέγεται μεταξύ των μεγαλύτερων οικονομιών παγκοσμίως, καταλαμβάνοντας την 8η θέση διεθνώς σε όρους ονομαστικού ΑΕΠ και την 3η θέση στην Ευρωζώνη, ενώ αποτελεί μέλος των G7.

Χαρακτηρίζεται από ισχυρό προσανατολισμό στον τριτογενή τομέα, ο οποίος παράγει περίπου τα δύο τρίτα του ΑΕΠ, σημαντική βιομηχανική βάση και έναν συγκριτικά περιορισμένο αλλά υψηλής προστιθέμενης αξίας πρωτογενή τομέα.

Παρά τις διαρθρωτικές προκλήσεις που εξακολουθούν να υφίστανται, όπως το υψηλό δημόσιο χρέος, το έλλειμμα, οι περιφερειακές ανισότητες και οι δημογραφικές πιέσεις λόγω γήρανσης του πληθυσμού, η Ιταλία παραμένει πυλώνας της ευρωπαϊκής οικονομίας, με ισχυρή εξαγωγική επίδοση, ανεπτυγμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στρατηγική θέση στο διεθνές εμπόριο.

Συγκεκριμένα, το έλλειμμα διαμορφώθηκε γύρω στο 3,1%, ενώ το υψηλό δημόσιο χρέος παραμένει στο επίκεντρο της προσοχής των αγορών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Αναφορικά με το κόστος Δανεισμού, το ιταλικό spread (η διαφορά απόδοσης των 10ετών ομολόγων σε σχέση με τη Γερμανία) κινήθηκε σε σχετικά σταθερά επίπεδα, γύρω στις 64 μονάδες βάσης έναντι της Γερμανίας, ενώ μακροπρόθεσμα, η χώρα αντιμετωπίζει έντονο δημογραφικό ζήτημα, με προβλέψεις για μείωση του πληθυσμού τις επόμενες δεκαετίες λόγω της πτώσης των γεννήσεων.

Η σχέση με την Ελλάδα

Σύμφωνα με την Έκθεση, η Ιταλία αποτελεί διαχρονικά, σε διακριτή απόσταση – αδιαλείπτως από το 2015 – τον πρώτο εξαγωγικό προορισμό της Ελλάδας και ταυτόχρονα τον δεύτερο προμηθευτή της χώρας μας μετά την Γερμανία.

Το 2025, οι εξαγωγές της Ελλάδας προς Ιταλία ανήλθαν σε 4.458 εκ. ευρώ, μειωμένες σε σχέση με το 2024 (5,285 εκ. ευρώ).

Οι εισαγωγές της Ελλάδας από Ιταλία ανήλθαν σε περίπου 7,456 εκ. ευρώ, μειωμένες ελαφρώς σε σχέση με το 2024 (€7.538 εκ.).

Το διμερές εμπόριο Ελλάδας – Ιταλίας παραμένει σχετικώς ισορροπημένο.

Εμπόριο αγαθών

Ο διμερής όγκος εμπορίου Ελλάδος – Ιταλίας το 2025 ανήλθε σε €11,9 δισ., σημειώνοντας μείωση σε σχέση με αυτόν του 2024 (€12,8 δισ).

Διευρύνεται, ωστόσο, για τη χώρα μας το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου.

Κατά το 2025 καταγράφηκε σημαντική επιδείνωση των διμερών εμπορικών συναλλαγών, με τις εξαγωγές να μειώνονται κατά 15,31%, έναντι οριακής μόνο μείωσης των εισαγωγών (-1,09%). Ως αποτέλεσμα, το εμπορικό έλλειμμα διευρύνθηκε κατά 33,61%, από 2,23 δισ. ευρώ σε 2,98 δισ. ευρώ.

Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στην αισθητή συρρίκνωση της αξίας των εξαγωγών, ενώ οι εισαγωγές παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητες, γεγονός που υποδηλώνει διατήρηση της εξάρτησης από εισαγόμενα αγαθά και παράλληλη υποχώρηση της εξωτερικής ζήτησης για τα εξαγόμενα προϊόντα.

Η Ελλάδα αποτελεί τον 28ο εξαγωγικό προορισμό της Ιταλίας (4,459 δις. €) με μερίδιο 0.8 % επί της συνολικής αξίας ιταλικών εισαγωγών. Το 2025 η αξία των ιταλικών εξαγωγών προς Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία της ISTAT μειώθηκε κατά 0,3% σε σχέση με το 2024.

Η αξία των πετρελαιοειδών το 2019 αντιπροσώπευε περίπου το ¼ των συνολικών ελληνικών εξαγωγών προς την Ιταλία, ενώ το 2020, λόγω της δραστικής πτώσης της οικονομικής και κοινωνικής κινητικότητας (λόγω Covid) είχε κατακόρυφη πτώση κατά -40%.

Το 2021, η αξία των πετρελαιοειδών αντιπροσώπευε το 16,6% του συνόλου των εξαγωγών με την αξία τους να διαμορφώνεται σε € 660,9 εκ.. Το 2023 οι εξαγωγές πετρελαιοειδών στην Ιταλία αντιπροσώπευαν περί το 24% (€ 1,44 δισ), το 2024 περί το 22,56% (€ 1,18 δις), ενώ το 2025 υποχώρησαν στο 13,45% (€ 600 εκατ.)

Κυριότερος εξαγωγικός κλάδος παρέμειναν τα ορυκτά καύσιμα και τα πετρελαιοειδή, με αξία 600 εκατ. ευρώ και μερίδιο 13,45% επί των συνολικών εξαγωγών. Ωστόσο, η κατηγορία αυτή κατέγραψε σημαντική πτώση κατά 49,33% έναντι του 2024, όταν οι εξαγωγές ανέρχονταν σε 1,18 δισ. ευρώ. Η εξέλιξη αυτή αποτέλεσε τον κυριότερο παράγοντα της συνολικής υποχώρησης των ελληνικών εξαγωγών προς την Ιταλία.

Δεύτερη σημαντικότερη κατηγορία ήταν τα λίπη και έλαια ζωικής ή φυτικής προέλευσης, με εξαγωγές 566,0 εκατ. ευρώ και μερίδιο 12,69%, καταγράφοντας αύξηση 4,11% σε σχέση με το 2024. Η θετική αυτή επίδοση αποδίδεται κυρίως στη διατήρηση υψηλής ζήτησης για προϊόντα του ελαιοκομικού κλάδου.

Σημαντική θέση κατείχε επίσης το αλουμίνιο και τα τεχνουργήματα από αλουμίνιο, με εξαγωγές ύψους 382,9 εκατ. ευρώ και αύξηση 3,81%, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή παρουσία της ελληνικής μεταλλουργικής βιομηχανίας στην ιταλική αγορά.

Ιδιαίτερα θετικές επιδόσεις σημειώθηκαν στον αγροδιατροφικό τομέα. Οι εξαγωγές ψαριών, μαλακοστράκων και λοιπών υδρόβιων ασπόνδυλων ανήλθαν σε 345,4 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 13,26%, ενώ οι εξαγωγές γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων αυξήθηκαν κατά 24,28%, φθάνοντας τα 365,7 εκατ. ευρώ. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν την ισχυρή θέση των ελληνικών τροφίμων στην ιταλική αγορά.

Αντιθέτως, οι εξαγωγές πυρηνικών αντιδραστήρων, μηχανών και μηχανικών συσκευών υποχώρησαν κατά 15,96%, διαμορφούμενες σε 280,8 εκατ. ευρώ, ενώ σημαντική μείωση κατέγραψαν και τα φαρμακευτικά προϊόντα κατά 28,63%, καθώς και τα δημητριακά κατά 29,68%.

Ιδιαίτερα έντονη ήταν η κάμψη στον κλάδο των ηλεκτρικών μηχανών και συσκευών, οι εξαγωγές των οποίων μειώθηκαν κατά 61,48%, ενώ οι εξαγωγές χαρτιού και χαρτονιού περιορίστηκαν κατά 63,46%. Αντίστοιχα, οι συνθετικές ή τεχνητές ίνες σημείωσαν πτώση 62,29%, γεγονός που υποδηλώνει σημαντική επιβράδυνση σε ορισμένους βιομηχανικούς κλάδους.

Θετική ήταν η εικόνα για τα παρασκευάσματα λαχανικών, καρπών και φρούτων, οι εξαγωγές των οποίων αυξήθηκαν κατά 21,15%, καθώς και για τα τεχνουργήματα από χυτοσίδηρο, σίδηρο ή χάλυβα, τα οποία σημείωσαν τη μεγαλύτερη άνοδο μεταξύ των κυριότερων εξαγωγικών κατηγοριών (+64,56%). Σημαντική αύξηση παρουσίασαν επίσης τα καπνά και βιομηχανοποιημένα υποκατάστατα καπνού κατά 50,28%.

Μικρότερες μεταβολές καταγράφηκαν στις εξαγωγές πλαστικών υλών και τεχνουργημάτων από πλαστικές ύλες (-2,42%), χαλκού και τεχνουργημάτων από χαλκό (+2,87%), κρεάτων και βρώσιμων παραπροϊόντων σφαγίων (+0,97%), ενδυμάτων μη πλεκτών (+6,15%), υποδημάτων (+2,30%) και πλεκτών ενδυμάτων (-4,07%).

Συνολικά, οι 25 κυριότερες κατηγορίες προϊόντων αντιπροσώπευσαν το 86,82% των ελληνικών εξαγωγών προς την Ιταλία το 2025, έναντι 88,33% το 2024.

Από τα στοιχεία προκύπτει ότι η συνολική μείωση των εξαγωγών κατά 15,05% οφείλεται κατά κύριο λόγο στην έντονη υποχώρηση των πετρελαιοειδών. Ενδεικτικά, οι μη πετρελαϊκές εξαγωγές μειώθηκαν μόλις κατά 5,06%, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο μη ενεργειακός εξαγωγικός τομέας επέδειξε σημαντικά μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε σύγκριση με τον κλάδο των καυσίμων.

Αναφορικά με την σύνθεση ελληνικών εισαγωγών από την Ιταλία, το 2025, τα πετρελαιοειδή κάλυψαν το 3,28% του συνόλου των ε/εισαγωγών, ήτοι € 245,6 εκ.

Στις κυριότερες κατηγορίες προϊόντων ελληνικών εισαγωγών, το 2025, περιλαμβάνονται οι πυρηνικοί αντιδραστήρες/λέβητες/μηχανές (€ 1,2 δισ), οι μηχανές (€ 648 εκ.), οι πλαστικές ύλες (€ 402,7 εκ.), τα οχήματα (€ 388 εκ.) και τα ορυκτά καύσιμα (€ 245,6 εκ.).

Εμπόριο υπηρεσιών

Το 2024, σημειώθηκε αύξηση των εισπράξεων παροχής υπηρεσιών από Ιταλία σε € 2,028 εκ. και διεύρυνση πληρωμών προς Ιταλία σε € 1,063 εκ.. Η χώρα μας κατέγραψε πλεόνασμα Ισοζυγίου Υπηρεσιών, που διαμορφώθηκε σε € 965 εκ, Ο όγκος διμερούς εμπορίου υπηρεσιών Ελλάδας-Ιταλίας διευρύνθηκε κατά 8,11% σε € 3 δισ. (από € 2,9 δισ. το 2023).

Συνολικά, το 2025 χαρακτηρίζεται από συνέχιση της διεύρυνσης των διμερών συναλλαγών υπηρεσιών, αλλά και από αποδυνάμωση του ελληνικού πλεονάσματος, λόγω της ταχύτερης αύξησης των ελληνικών πληρωμών προς την Ιταλία σε σχέση με τις αντίστοιχες εισπράξεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση του πλεονάσματος του ισοζυγίου υπηρεσιών, παρά την άνοδο του συνολικού όγκου εμπορίου υπηρεσιών.

Παρατηρούμε ότι το 2025 οι ελληνικές εισπράξεις από υπηρεσίες διαμορφώθηκαν σε 1,971 δισ. ευρώ, έναντι 2,028 δισ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας μείωση 2,82%. Πρόκειται για την πρώτη υποχώρηση μετά τη συνεχή ανοδική πορεία της περιόδου 2020-2024.

Το ταξιδιωτικό ισοζύγιο εξακολουθεί να αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή εσόδων της Ελλάδας από την Ιταλία. Οι σχετικές εισπράξεις αυξήθηκαν από 1,225 δισ. ευρώ το 2024 σε 1,275 δισ. ευρώ το 2025, σημειώνοντας άνοδο 4,07%. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει διατήρηση της ισχυρής τουριστικής ροής από την Ιταλία προς την Ελλάδα και ενίσχυση των τουριστικών δαπανών των Ιταλών επισκεπτών.

Αντίθετα, οι θαλάσσιες μεταφορές, που αποτελούν τον δεύτερο σημαντικότερο κλάδο υπηρεσιών, παρουσίασαν αισθητή υποχώρηση, με τις εισπράξεις να μειώνονται από 409 εκατ. ευρώ σε 317 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας πτώση 22,49%. Η εξέλιξη αυτή φαίνεται να ήταν ο σημαντικότερος παράγοντας που συνέβαλε στη συνολική μείωση των εισπράξεων, πιθανώς λόγω χαμηλότερων ναύλων ή περιορισμού του μεταφορικού έργου στη Μεσόγειο.

Παράλληλα, οι λοιπές μεταφορές μειώθηκαν κατά 13,70%, οι ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές υπηρεσίες κατά 18,92%, οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες κατά 20%, ενώ ιδιαίτερα μεγάλη ήταν η πτώση στις υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών, πληροφορικής και πληροφόρησης, οι οποίες υποχώρησαν κατά 36,84%. Επίσης, οι υπηρεσίες αναψυχής, πολιτιστικές και προσωπικές κατέγραψαν μείωση 23,08%.

Από την άλλη πλευρά, θετική ήταν η πορεία ορισμένων κατηγοριών υπηρεσιών. Οι κατασκευαστικές υπηρεσίες αυξήθηκαν κατά 33,33%, φθάνοντας τα 76 εκατ. ευρώ, γεγονός που ενδέχεται να συνδέεται με τη συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων σε τεχνικά έργα ή κατασκευαστικές δραστηριότητες στην ιταλική αγορά.

Σημαντική ήταν επίσης η άνοδος των λοιπών υπηρεσιών επιχειρηματικής δραστηριότητας, οι οποίες αυξήθηκαν από 120 εκατ. ευρώ σε 145 εκατ. ευρώ (+20,83%), υποδηλώνοντας ενίσχυση των επιχειρηματικών, συμβουλευτικών και επαγγελματικών υπηρεσιών μεταξύ των δύο χωρών.

Συνολικά, η εικόνα το 2025 χαρακτηρίζεται από δύο αντίρροπες τάσεις. Από τη μία πλευρά, ο τουρισμός και οι επιχειρηματικές υπηρεσίες συνέχισαν να ενισχύονται. Από την άλλη, η σημαντική κάμψη των θαλάσσιων μεταφορών και η υποχώρηση ορισμένων υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως οι χρηματοοικονομικές και οι υπηρεσίες πληροφορικής, υπεραντιστάθμισαν τα θετικά αποτελέσματα, οδηγώντας σε περιορισμό των συνολικών ελληνικών εισπράξεων από την Ιταλία το 2025.

Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι η διάρθρωση των ελληνικών εξαγωγών υπηρεσιών προς την Ιταλία παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τον τουρισμό και τις μεταφορές, με αποτέλεσμα οι διακυμάνσεις στους συγκεκριμένους κλάδους να επηρεάζουν καθοριστικά το συνολικό αποτέλεσμα.

Πληρωμές

Οι πληρωμές της Ελλάδας προς την Ιταλία για υπηρεσίες ανήλθαν το 2025 σε 1.243 εκατ. ευρώ, έναντι 1.051,6 εκατ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας αύξηση 18,2%. Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο της περιόδου 2020-2025, γεγονός που καταδεικνύει την περαιτέρω ενίσχυση των οικονομικών συναλλαγών μεταξύ των δύο χωρών στον τομέα των υπηρεσιών.

Η ανοδική πορεία των ελληνικών πληρωμών προς την Ιταλία είναι συνεχής καθ’ όλη την εξεταζόμενη περίοδο, καθώς από 548 εκατ. ευρώ το 2020 οι πληρωμές υπερδιπλασιάστηκαν μέσα σε πέντε έτη, φθάνοντας τα 1.243 εκατ. ευρώ το 2025. Η σημαντική επιτάχυνση που καταγράφηκε το 2025 υποδηλώνει αυξημένη ζήτηση από ελληνικές επιχειρήσεις και καταναλωτές για ιταλικές υπηρεσίες, όπως μεταφορές, ταξιδιωτικές υπηρεσίες, επαγγελματικές και τεχνικές υπηρεσίες, καθώς και λοιπές επιχειρηματικές δραστηριότητες.

Συνολικά, η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει τη σταθερή διεύρυνση των διμερών οικονομικών σχέσεων Ελλάδας και Ιταλίας στον τομέα των υπηρεσιών, με το 2025 να αποτελεί έτος ιδιαίτερα έντονης ανόδου των ελληνικών πληρωμών προς την ιταλική αγορά.

Ο αριθμός των αφίξεων Ιταλών επισκεπτών στην Ελλάδα συνέχισε την ανοδική του πορεία και το 2025, φθάνοντας τα 2,20 εκατ. άτομα, έναντι 2,03 εκατ. το 2024, καταγράφοντας αύξηση 8,62%. Πρόκειται για την υψηλότερη επίδοση της εξεταζόμενης περιόδου και για επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από το προ πανδημίας έτος 2019, όταν οι αφίξεις ανέρχονταν σε 1,55 εκατ. επισκέπτες.

Η πορεία των αφίξεων καταδεικνύει την ισχυρή ανάκαμψη του ελληνικού τουρισμού μετά την πανδημία.

Μετά τη δραματική μείωση του 2020 (-75,9%), οι αφίξεις από την Ιταλία αυξήθηκαν δυναμικά τα επόμενα χρόνια, καταγράφοντας διαδοχικές αυξήσεις 116,1% το 2021, 75,2% το 2022, 30,4% το 2023, 10,0% το 2024 και 8,6% το 2025. Παρότι ο ρυθμός αύξησης εμφανίζει σταδιακή επιβράδυνση, η τάση παραμένει σαφώς ανοδική, γεγονός που υποδηλώνει ότι η ελληνική αγορά έχει πλέον εδραιωθεί ως ένας από τους δημοφιλέστερους προορισμούς για τους Ιταλούς ταξιδιώτες.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι το μερίδιο της Ιταλίας στο σύνολο των αφίξεων αλλοδαπών επισκεπτών στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 5,08% το 2025, έναντι 4,98% το 2024, παρουσιάζοντας οριακή ενίσχυση. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ότι η ιταλική αγορά εξακολουθεί να κατέχει σημαντική θέση μεταξύ των κυριότερων αγορών προέλευσης τουριστών για την Ελλάδα.

Συνολικά, τα στοιχεία του 2025 καταδεικνύουν τη διατήρηση της ιδιαίτερα θετικής δυναμικής του τουριστικού ρεύματος από την Ιταλία προς την Ελλάδα, με τις αφίξεις να κινούνται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα και τη χώρα να ενισχύει περαιτέρω τη θέση της στις προτιμήσεις των Ιταλών ταξιδιωτών.

Καταγράφεται ιδιαίτερα έντονη αύξηση των ταξιδιών των Ελλήνων προς την Ιταλία το 2025.

Συγκεκριμένα, ο εξερχόμενος τουρισμός από την Ελλάδα στην Ιταλία ανήλθε σε 689,3 χιλ. άτομα, έναντι 314,6 χιλ. το 2024, σημειώνοντας αύξηση 119,1%. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει υπερδιπλασιασμό του ελληνικού τουριστικού ρεύματος προς την Ιταλία μέσα σε ένα έτος.

Παράλληλα, το ποσοστό συμμετοχής της Ελλάδας στο σύνολο των αφίξεων στην Ιταλία αυξήθηκε σημαντικά, καταγράφοντας άνοδο 156,9% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει ότι η ελληνική αγορά ενίσχυσε αισθητά τη θέση της μεταξύ των χωρών προέλευσης επισκεπτών προς την Ιταλία.

Η ισχυρή άνοδος των ελληνικών αφίξεων συνδέεται πιθανότατα με την αυξημένη αεροπορική συνδεσιμότητα μεταξύ των δύο χωρών, την ενίσχυση του τουριστικού ενδιαφέροντος για ιταλικούς προορισμούς, καθώς και τη γενικότερη αύξηση της ταξιδιωτικής ζήτησης μετά την πλήρη αποκατάσταση των διεθνών τουριστικών ροών.

Συνολικά, τα στοιχεία του 2025 αναδεικνύουν μια ιδιαίτερα δυναμική πορεία του εξερχόμενου τουρισμού από την Ελλάδα προς την Ιταλία. Η επίδοση αυτή, σε συνδυασμό με την παράλληλη αύξηση των Ιταλών επισκεπτών στην Ελλάδα, επιβεβαιώνει την περαιτέρω εμβάθυνση των τουριστικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών και την αυξανόμενη κινητικότητα μεταξύ των δύο αγορών.

Ελληνικές επενδύσεις στην Ιταλία

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία της Banca d’ Italia, το 2024, το απόθεμα (stock) ελληνικών επενδύσεων στην Ιταλία ανήλθε σε € -18 εκ.. Το αρνητικό πρόσημο δεν σημαίνει αποεπένδυση, αλλά οφείλεται κυρίως στην αρνητική θέση των ενδοομιλικών δανείων (-154,8 εκατ. ευρώ), ενώ οι συμμετοχές σε μετοχικό κεφάλαιο παρέμειναν θετικές (136,7 εκατ. ευρώ).

Σύμφωνα με τα τηρούμενα στην Τράπεζα της Ελλάδος στοιχεία, η ελληνική επενδυτική παρουσία στην Ιταλία ανήλθε σε 689,3 εκατ. ευρώ το 2024, έναντι 294 εκατ. ευρώ το 2023, 288 εκατ. ευρώ το 2022 και 265 εκατ. ευρώ το 2021.

Ιταλικές επενδύσεις στην Ελλάδα

Η στρατηγική συνεργασία Ελλάδας–Ιταλίας στηρίζεται και εμβαθύνεται μέσω των σημαντικών ιταλικών επενδύσεων στη χώρα μας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας της Ιταλίας, κατά την πενταετία 2015-2020, καταγράφεται αυξημένο ιταλικό επενδυτικό ενδιαφέρον στη χώρα μας.

Το 2024, το συνολικό επενδυμένο κεφάλαιο ανέρχονταν σε € 5.640 εκ. αυξημένο κατά 16,24%.

Ιταλικές εταιρείες έχουν επενδύσει στην Ελλάδα σε πλείστους τομείς: τσιμεντοβιομηχανία, χημική βιομηχανία, χρώματα και υλικά βαφής, υποδομές διαδικτύου και διαχείριση υποθαλάσσιου δικτύου μεταφοράς δεδομένων, αεροδιαστημική, ναυτιλιακές υπηρεσίες/μεταφορές, εκδόσεις, υπηρεσίες ασφαλειών, φυγοκεντρικά μηχανήματα παραγωγής ελαιολάδου, τρόφιμα, γαλακτοκομικά προϊόντα, οινοπνευματώδη, ζαχαρώδη, υπηρεσίες εστίασης, ένδυση/αξεσουάρ, τρόφιμα /διανομή, δομικά υλικά  κ.ά.,

Και στον τραπεζικό τομέα, καταγράφονται επενδύσεις των ιταλικών τραπεζικών ομίλωνστην χώρα μας,

OT Originals
Περισσότερα από Economy

ot.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθυντής Σύνταξης: Χρήστος Κολώνας

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ΟΝΕ DIGITAL SERVICES MONOΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ

Μέτοχος: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 801010853, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: [email protected], Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

Μέλος

ened
ΜΗΤ

Aριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ.232433

Cookies