Η προσαρμογή των αντικειμενικών τιμών στις εμπορικές είναι ορθή. Δεν μπορεί οι πολίτες να φιορολογούνται για πλασματικές αξίες. Πέραν αυτού η εξομοίωση αποκαλύπτει κρυφά εισοδήματα και συναλλαγές κάτω από το τραπέζι συμβάλλοντας στον περιορισμό της φοροδιαφυγής στο κύκλωμα της οικοδομής.

Σύμφωνα με τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς, οι λεγόμενες τιμές της εφορίας θα καταργηθούν και τη θέση τους θα πάρει ένα αυτόματο σύστημα που θα ευθυγραμμίζει ανα τακτά χρονικά διαστήματα τη φορολογητέα αξία με την πραγματική. Βέβαια σε μία τέτοια άσκηση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και ο παράγοντας κερδοσκοπία και τεχνητής ανόδου των τιμών.

Όμως, το μείζον και καυτό θέμα που επανέρχεται στην επικαιρότητα αφορά στον ΕΝΦΙΑ που είναι ένας μόνιμος φόρος κατοχής για πάνω από 6 εκατομμύρια ιδιοκτήτες.Η αύξηση των αντικειμενικών τιμών σε πάνω από 7.000 ζώνες σε ολη τη χώρα «φουσκώνει» αυτόματα το λογαριασμό για τον ΕΝΦΙΑ αλλά η κυβέρνηση υπόσχεται ότι με παρεμβάσεις στα κλιμάκια και τους συντελεστές θα εξουδετερώσει την επιβάρυνση για τις χαμηλά και μεσαίας αξία ακίνητα.

Το βέβαιο είναι ότι το κύριο βάρος απο τα 400 εκ. ευρώ πρόσθετα έσοδα που υπολογίζεται ότι θα φέρουν οι νέες τιμές θα σηκώσουν όσοι έχουν ακίνητα σε περιοχές με επεκτάσεις και ένταξη στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού.

Με το πλεόνασμα των εσόδων θα χρηματοδοτηθούν οι «διορθωτικές ελαφρύνσεις» καθώς το δημοσιονομικό αποτέλεσμα από την αναπροσαρμογή των τιμών θα είναι ουδέτερο.

Το πρόβλημα ωστόσο δεν είναι οι χειρουργικές επεμβάσεις στον ΕΝΦΙΑ αλλά η καθιέρωση ενός νέου συστήματος φορολολογία που θα διασφαλίσει μία μόνιμη και δίκαιη κατανομή των βαρών στην ακίνητη περιουσία.

Το σημερινό καθεστώς για τον υπολογισμό του φόρου είναι λογιστικά προοδευτικό αφού το ποσό αυξάνεται όσο αυξάνεται και η τιμή ζώνης αλλά στη πραγματικότητα είναι στρεβλό, διάτρητο, ισοπεδωτικό και «τυφλό» προκαλώντας μεγάλες ανισότητες.

Κατ αρχάς το ύψος του ΕΝΦΙΑ προσδιορίζεται κατά βάση από την επιφάνεια και τη γεωγραφική θέση του ακινήτου χωρίς να λαμβλάνεται υπόψη η τρέχουσα συνολική εισοδηματική και περιουσιακή και οικογενειακή κατάσταση του φορολογούμενου ούτε το είδος του ακινήτου, αν είναι πρώτη κατοικία, δευτερεύουσα η εξοχική. Ιδίου μεγέθους και ποιότητας κατασκευής ακίνητα ανεξάρτητα από τη χρήση τους έχουν πολύ διαφορετική φορολογική επιβάρυνση επειδή βρίσκονται σε διαφορετικές περιοχές της χώρας.

Όμως το να κατέχει κάποιος ένα ακίνητο σε ακριβή περιοχή αυτό σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί το καθρέφτη για την φοροδοτική του ικανότητα και πολύ περισσόιτερο για το οικονομικό του προφίλ.

Μπορεί για παράδειγμα το ακϊνητο να είναι η μόνιμη κατοικία του καθώς στη περιοχή αυτή ζεί και εργάζεται. Με ποιο σκεπτικό μόνιμοι κάτοικοι τουριστικών και παραθαλλάσιων περιοχών που χαρακτηρίζονται φιλέτα να πληρώνουν τον ίδιο φόρο με κάποιον που έχει εξοχικό;

Η απόκτηση μιας ακριβής κατοικίας μπορεί να έχει γίνει με κληρονομιά η γονική παροχή ή να αγοράστηκε σε περίοδο που ο φορολογούμενους είχε υψηλά εισοδήματα αλλά τώρα η οικονομική του κατάσταση έχει αλλάξει ραγδαία η έχει βγει στη συνταξη.

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις αγοράς ακινήτου με τραπεζικό δανεισμό με αποτέλεσμα οι τοκοχρεολητικές δόσεις που «τρώνε» σημαντικό μέρος του εισοδήματος των νοικοκυριών. Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία έρευνας της διαΝΕΟσις για τη διάρθρωση και τα χαρακτηριστικά του ΕΝΦΙΑ σύμφωνα με τα οποία η διαφοροποίηση της φορολογικής επιβάρυνσης ανά περιοχή δεν εξασφαλίζει την προοδευτικότητα του φόρου σε σχέση με την αξία των ακινήτων.

Ο φόρος ως ποσοστό της αξίας των ακινήτων είναι υψηλότερος στα ακίνητα που βρίσκονται στις «φτηνές» περιοχές, στις οποίες κατοικούν κατά τεκμήριο χαμηλής οικονομικής επιφάνειας νοικοκυριά. Έτσι, για παράδειγμα ο φορολογικός συντελεστής είναι 0,4% στα ακίνητα που βρίσκονται σε περιοχές με τιμή ζώνης μέχρι 700 ευρώ ενώ στα ακίνητα που βρίσκονται σε περιοχή με τιμή ζώνης 5.000 ευρώ ο συντελεστής αυτός είναι 0,23%.

Παράλληλα και ως ποσοστό του εισοδήματος των φορολογούμενων, ο ΕΝΦΙΑ επιβαρύνει περισσότερο τους φορολογούμενους με χαμηλά εισοδήματα καθώς ο ΕΝΦΙΑ απορροφά κατά μέσο όρο το 15,5% του ετήσιου εισοδήματος των ιδιοκτητών ακινήτων με ετήσιο φορολογητέο εισόδημα έως 5.000 ευρώ. Το ποσοστό αυτό μειώνεται στο 3,1% στους ιδιοκτήτες ακινήτων με ετήσιο εισόδημα 5.001-10.000 ευρώ και φτάνει το 0,4% στους φορολογούμενους που έχουν ετήσιο φορολογητέο εισόδημα πάνω από 100.000 ευρώ. Έτσι η επιβάρυνση από τον ΕΝΦΙΑ των φορολογούμενων με φορολογητέο εισόδημα μέχρι 5.000 ευρώ είναι υπερπενταπλάσια της φορολογικής επιβάρυνσης των φορολογούμενων με εισόδημα 5.001–10.000 ευρώ, σχεδόν οκταπλάσια αυτής των φορολογούμενων με ετήσιο φορολογητέο εισόδημα 10.001-60.000 ευρώ και 39 φορές μεγαλύτερη αυτών που έχουν εισόδημα πάνω από 100.000 ευρώ.

Η άλλη μεγάλη πληγή που ανοίγει ο ΕΝΦΙΑ είναι το γεγονός ότι είναι σχεδόν ο μοναδικός φόρος χωρίς ειδικές εκπτώσεις και απαλλαγές πέραν των πολύτεκων οικογενειών και των αναπήρων όταν για παράδειγμα στο φόρο μεταβίβασης για αγορά πρώτης κατοικίας υπάρχει αφορολόγητο όριο.

Στις ευρωπαικές χώρες ισχύουν διάφορα μοντέλα ελαφρύνσεων από το φόρο ακινήτων. Για παράδειγμα στην Ιταλία, Πολωνία και Ισπανία απαλλάσσονται από την καταβολή του φόρου τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος, σε άλλες χώρες (π.χ. Γαλλία, Ιρλανδία) απαλλάσσονται τα άτομα με ειδικές ανάγκες, σε άλλες απαλλάσσονται οι συνταξιούχοι χαμηλού εισοδήματος (Ηνωμένο Βασίλειο, Δανία, Εσθονία), ή παρέχεται συγκεκριμένο ποσό απαλλαγής για ένα μόνο ακίνητο (ΗΠΑ, Βέλγιο, Σλοβενία). Σε άλλες πάλι χώρες η φορολογητέα αξία των ακινήτων ορίζεται σε αισθητά χαμηλότερα επίπεδα της εκτιμηθείσας. Στην Ιταλία, η φορολογητέα αξία ορίζεται στο 50% της εκτιμηθείσας, στη Σουηδία στο 75%, ενώ στη Γαλλία 50% και 80% στον φόρο κτηρίων και στον φόρο πλούτου, αντίστοιχα.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι είναι άμεση και επιτακτική ανάγκη να αλλάξει ριζικά το σύστημα υπολογισμού του ΕΝΦΙΑ προκειμένου να γίνει πραγματικά προοδευτικό και κοινωνικά δίκαιο.

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Opinion
Αλληθωρισμοί για τη χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων
Opinion |

Αλληθωρισμοί για τη χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων

Αποτελούν βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας, αλλά είναι ανάγκη να ικανοποιούν μερικά οικονομικά και τραπεζικά κριτήρια για τραπεζικό δανεισμό, τα οποία διασφαλίζουν καταθέτες και φορολογούμενους και σταματά η εντύπωση ότι τράπεζες και κράτος είναι … ευαγή ιδρύματα