Εδώ και καιρό ο Τούρκος πρόεδρος έχει επιλέξει μια δικής του έμπνευσης και δυναμικής νομισματική πολιτική και πολιτική επιτοκίων στην Τουρκία.

Η βασική της πλευρά είναι ότι χρειάζονται μειωμένα επιτόκια για να μπορέσει να τονωθεί η οικονομία και να υπάρξουν αναπτυξιακοί ρυθμοί. Η μείωση των επιτοκίων και η πρόσβαση σε φτηνότερο χρέος είναι προφανώς ένα κλασικό εργαλείο οικονομικής πολιτικής, εφόσον προσφέρει στις επιχειρήσεις πιο εύκολα και οι φτηνά κεφάλαια για να μπορέσουν να κάνουν επενδύσεις, ενώ μπορεί να τροφοδοτήσει και συγκεκριμένες μορφές οικονομικής δραστηριότητας που στηρίζονται στην πρόσβαση σε φτηνό δανεισμό, όπως και είναι τα ακίνητα και ο κατασκευαστικός κλάδος.

Τα προβλήματα της τουρκικής οικονομίας

Ωστόσο, στην τουρκική οικονομία υπάρχουν και άλλες παράμετροι. Υπάρχει καταρχάς το πρόβλημα της ισοτιμίας του εθνικού νομίσματος. Η Τουρκία είναι μια χώρα με υψηλά ποσοστά ιδιωτικού δανεισμού σε συνάλλαγμα και κάθε υποχώρηση του εθνικού νομίσματος οδηγεί σε αύξηση του κόστους αποπληρωμής, κάτι που πλήττει ιδιαίτερα τις επιχειρήσεις έχουν δανειστεί σε συνάλλαγμα.

Και μπορεί η κεντρική τράπεζα της Τουρκίας να ξεπερνά το πρόβλημα της εξάντλησης των συναλλαγματικών διαθεσίμων, κυρίως με το να αξιοποιεί το συνάλλαγμα που εισέρχεται μέσα από το δανεισμό σε ξένο νόμισμα, ωστόσο τα προβλήματα παραμένουν.

Άλλωστε, ήδη καταγράφεται μια ιδιότυπη «δολαριοποίηση» της τουρκικής οικονομίας με τις καταθέσεις των τουρκικών εταιρειών και φυσικών προσώπων σε συνάλλαγμα σε τουρκικές τράπεζες να έχουν φτάσει το 56% του συνολικού όγκου καταθέσεων, στοιχείο που αποτυπώνει μια ολοένα μικρότερη εμπιστοσύνη στη λίρα.

Παράλληλα, ένα νόμισμα σε υποχώρηση κάνει την Τουρκία λιγότερη θελκτική για αρκετούς επενδυτές, που δεν θέλουν να δουν την επένδυσή τους να υποτιμάται.

Έπειτα υπάρχει το πρόβλημα του πληθωρισμού που επιμένει στην Τουρκία και που εκτός όλων των άλλων σημαίνει και διαρκή αύξηση του κόστους ζωής για τους ίδιους τους κατοίκους της γειτονικής χώρας.

Ο πληθωρισμός αποτυπώνει σε μεγάλο βαθμό τις εσωτερικές αντιφάσεις της τουρκικής οικονομίας, τα στοιχεία «υπερθέρμανσης» ενός στρεβλού αναπτυξιακού μοντέλου που στηρίχτηκε σε ατμομηχανές που πάτησαν πάνω στον σχετικά φτηνό δανεισμό αλλά και την υποχώρηση της ισοτιμίας και τις ακριβότερες εισαγωγές.

Η λογική της οικονομίας και η λογική της προεκλογικής εκστρατείας

Η «οικονομική ορθοδοξία» θα προσπαθούσε να αξιοποιήσει το εργαλείο των επιτοκίων για να μπορέσει να αντιμετωπίσει το διπλό πρόβλημα του πληθωρισμού και της υποχώρησης της ισοτιμίας της λίρας.

Τα ακριβότερα επιτόκια θα απορροφούσαν ένα μέρος της πλεονάζουσας ρευστότητας που τροφοδοτεί τις αυξήσεις των τιμών, ενώ θα ενίσχυαν και την ισοτιμία του εθνικού νομίσματος.

Όμως, όλο αυτό θα πήγαινε κόντρα στην προσπάθεια του Ερντογάν να διατηρήσει υψηλούς αναπτυξιακούς ρυθμούς, κυρίως μέσα από την προσφορά φτηνού δανεισμού. Η προσπάθεια να διατηρηθούν σχετική υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης είναι κομβική πλευρά της στρατηγικής του Ερντογάν να κερδίσει τις εκλογές του 2023.

Ο Ερντογάν υποστηρίζει ότι είναι εφικτό να μειωθεί ο πληθωρισμός μέσα από μια πολιτική χαμηλότερων επιτοκίων και μεγαλύτερης ανάπτυξης, μια θέση που επανέλαβε και τον Αύγουστο όταν προανήγγειλε μείωση των επιτοκίων για το φθινόπωρο.

Ο Ερντογάν έχει διαπιστώσει ότι το τελευταίο διάστημα η οικονομία έχει γίνει η πολιτική «αχίλλειος πτέρνα» του. Ζητήματα όπως η ακρίβεια και η μεγάλη ανεργία φαίνεται ότι παίζουν σημαντικό ρόλο στη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων, πλάι στα άλλα προβλήματα που ούτως ή άλλως είχε όπως ήταν η αντίθεση μεγάλου μέρος της κοινωνίας, ιδίως στα αστικά κέντρα και τα παράλια προς την αυταρχική πολιτική ή την εχθρότητα του κουρδικού στοιχείου.

Στο βαθμό που ο Ερντογάν δεν μπορεί να τροποποιήσει άλλες πλευρές της πολιτικής του (π.χ. η συμμαχία με τους εθνικιστές του MHP του στερεί οποιαδήποτε δυνατότητα για πιο ευέλικτη πολιτική έναντι των Κούρδων), όλη η προσπάθεια είναι να διατηρηθούν σχετικά υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης.

Ο Ερντογάν με τον νυν διοικητή της τουρκικής κεντρικής τράπεζας Σαχάπ Καβτσίογλου

Οι διαρκείς παρεμβάσεις στην κεντρική τράπεζα

Όλα αυτά εξηγούν γιατί ο Ερντογάν έχει προχωρήσει σε τόσο πολλές παρεμβάσεις στη διοίκηση της τουρκικής κεντρικής τράπεζας, αποπέμποντας στελέχη και διορίζοντας άλλα της εμπιστοσύνης του (και κυρίως της δικής του αντίληψης για την οικονομική πολιτική), παρότι γνωρίζει ότι κάθε φορά που γίνεται μια τέτοια παρέμβαση το αποτέλεσμα είναι να απλώς να υποχωρεί ακόμη περισσότερο η ισοτιμία της τουρκικής λίρας.

Οι πιο πρόσφατες παρεμβάσεις αφορούσαν την απομάκρυνση τριών υψηλόβαθμων στελεχών της κεντρικής τράπεζας και μάλιστα λίγες μέρες πριν από την προγραμματισμένη για τις 21 Μαΐου συνεδρίαση της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής, όπου ένα από τα θέματα θα ήταν και οι παραπέρα μειώσεις επιτοκίων στις οποίες επιμένει τόσο ο Ερντογάν.

Τα δύο από τα στελέχη που απομακρύνθηκαν, ο Ουγκούρ Ναμίκ Κουτσούκ και ο καθηγητής Αμπντουλάχ Γιαβάς είχαν ρητά τοποθετηθεί κατά της προηγούμενης μείωσης του επιτοκίου αναφοράς που οδήγησε στην υποτίμηση της λίρας κατά 1,5% έναντι του δολαρίου, στις 8,80 λίρες / δολάριο.

Μάλιστα ο Κουτσούκ ήταν ένα πρόσωπο που κατεξοχήν γνώριζαν οι ξένοι επενδυτές και το μόνο μέλος της επταμελούς Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής που είχε καταψηφίσει μέχρι τέλος τη μείωση των επιτοκίων.

Το τρίτο πρόσωπο που απομακρύνθηκε ήταν ο Σεμίχ Τουμέν που είχε διοριστεί αναπληρωτής διοικητής της κεντρικής τράπεζας τον περασμένο Μάιο, ήταν γενικός διευθυντής οικονομικής έρευνας της τράπεζας από το 2016 έως το 2018 και ήταν σύμβουλος σε ζητήματα ανθρώπινου δυναμικού στην τουρκική προεδρία, ενώ θεωρείτο και πιθανός διάδοχος του σημερινού διοικητή Καβτσίογλου, που γενικά θεωρείται ότι έχει αποδεχτεί τη στρατηγική του Ερντογάν όπως φάνηκε και στην απόφαση της τράπεζας στις 23 Σεπτεμβρίου να περικόψει το επιτόκιο αναφοράς κατά 100 μονάδες βάσης στο 18%.

Το αποτέλεσμα της απομάκρυνσης των τριών στελεχών ήταν η ισοτιμία της λίρας να φτάσει το πρωί της Πέμπτης 14 Οκτωβρίου στις 9,19 λίρες / δολάριο, που αποτελεί την ιστορικά πιο χαμηλή ισοτιμία του τουρκικού εθνικού νομίσματος, που έχει υποχωρήσει συνολικά κατά 19% μέσα στο 2021.

Μια ανάπτυξη με πήλινα πόδια

Η τουρκική κυβέρνηση πανηγύρισε την ανακοίνωση της τουρκικής στατιστικής υπηρεσίας ότι στο δεύτερο τρίμηνο του 2021 η τουρκική οικονομία κατέγραψε ρυθμούς ανάπτυξης 21,7% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2020.

Βεβαίως, οι προσεκτικοί παρατηρητές έσπευσαν να υπογραμμίσουν ότι αυτό είχε να κάνει με την πολύ χαμηλή αφετηρία της σύγκρισης, εφόσον στο δεύτερο τρίμηνο του 2020 η τουρκική οικονομία συρρικνώθηκε κατά 10.3%, ενώ η μεγάλη ανάκαμψη έγινε κατά βάση στο πρώτο τρίμηνο του 2021, ενώ στο δεύτερο οι ρυθμοί επιβραδύνθηκαν. Κάτι που δείχνει όρια στην αναπτυξιακή δυναμική.

Η Τουρκία δεν είναι πια ανάμεσα στις 20 μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου

Την ίδια στιγμή στο πλαίσιο της έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης στην Τουρκία, η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση ότι έχει οδηγήσει σε υποχώρηση της θέσης της Τουρκίας στην παγκόσμια οικονομία.

Αυτό κατήγγειλε ο βουλευτής της αντιπολίτευσης Φαΐζ Εζτράκ με αφορμή τη δημοσιοποίηση των εκτιμήσεων του ΔΝΤ για την παγκόσμια οικονομία όπου η πρόβλεψη για την Τουρκία είναι ότι θα βρεθεί ως προς το ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές στην 21η θέση των οικονομιών, άρα έξω από τις 20 μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη, ενώ ήδη το 1990 βρισκόταν στη 19η θέση, «όταν το AKP δεν είχε καν αποκτήσει το όνομά του» ήταν η χαρακτηριστική αποστροφή του τούρκου βουλευτή.

Ακολουθήστε τον ot.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στον ot.gr

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Διεθνή
Διαχείριση άγχους – Τι αλλάζει στην εποπτεία των αμερικανικών τραπεζών
Partners |

Διαχείριση άγχους: Τι αλλάζει στην εποπτεία των αμερικανικών τραπεζών

Ο Ρίτσαρντ Κόρντρεϊ , πρώην επικεφαλής του Γραφείου Οικονομικής Προστασίας των Καταναλωτών, είναι υποψήφιος για να ηγηθεί της εποπτείας μεγάλων τραπεζών για την κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ

ΗΠΑ – Ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις οι προσλήψεις στον ιδιωτικό τομέα
Διεθνή |

ΗΠΑ: Ξεπέρασαν τις προβλέψεις οι προσλήψεις στον ιδιωτικό τομέα

Παρά τις ανησυχίες για τις πληθωριστικές πιέσεις και το ενδεχόμενο η πανδημία να επιβραδύνει την ανάπτυξη κατά τη διάρκεια του χειμώνα, αυξήθηκαν πλέον του αναμενόμενου οι θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα το Νοέμβριο