Τρεις ειδικοί της επικοινωνίας, ο Στράτος Φαναράς, πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Metron Analysis, ο Νίκος Μαραντζίδης, καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου «Αλέξης Τσίπρας», και ο Ευτύχης Βαρδουλάκης, εταίρος της Stratego και σύμβουλος Στρατηγικής και Επικοινωνίας, ανέλυσαν στο OT FORUM τις πολιτικές εξελίξεις, με την είσοδο των νέων κομμάτων στο πολιτικό σκηνικό, καθώς και τις τάσεις που επικρατούν στις δημοσκοπήσεις.
Μιλώντας για τον δικομματισμό, ο Ευτύχης Βαρδουλάκης ανέφερε πως είναι ουτοπία να σκεφτόμαστε άμεσα την ανασυγκρότηση του δικομματισμού, όπως τον γνωρίσαμε τις προηγούμενες δεκαετίες. «Νομίζω ότι είναι ουτοπία και νομίζω ότι είναι κάτι το οποίο δεν είναι μόνο ελληνική ουτοπία, είναι μάλλον πανευρωπαϊκή ουτοπία».
Όπως εξήγησε, «το πολιτικό τοπίο το οποίο έχει διαμορφωθεί στην Ελλάδα, ουσιαστικά από τις δεύτερες εκλογές του 2012 – γιατί στον πρώτο είχαμε τον εκλογικό σεισμό με την πλήρη κατάρρευση του παλιού πολιτικού συστήματος – ανασυστάθηκε σε μια λογική ήπιου δικομματισμού. Δηλαδή, με δύο πόλους βασικούς, οι οποίοι όμως είναι σε χαμηλότερο μέγεθος από ό,τι ήταν παλαιότερα, και κάποιες άλλες δυνάμεις λίγο δορυφορικές. Άρα, μιλάμε για ένα σύστημα ήπιου δικομματισμού. Την τελευταία δεκαετία αυτό είχαμε, παρά την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του ’23, αλλά νομίζω ότι προς τα εκεί θα πάμε ξανά», εκτίμησε, κάνοντας λόγο για «δύο βασικότερα κόμματα, τα οποία δεν θα είναι εύκολο να πάνε αυτοδύναμα και σίγουρα δεν θα είναι στα ποσοστά του 45-47% που έπαιρνε ο δικομματισμός στα καλά του, και αυτή την τάση τη βλέπουμε και σε όλη την Ευρώπη. Νομίζω ότι και εδώ πηγαίνουμε σε ένα πολιτικό τοπίο ήπιου δικομματισμού και αρκετών περιφερειακών δυνάμεων που θα συγκροτούν συγκυριακά πλειοψηφίες».
Τον θέλουμε τον δικομματισμό;
«Ο δικομματισμός απαντά σε ένα βασικό ερώτημα, το οποίο έχουμε μια τάση να υποτιμούμε. Την κυβερνησιμότητα», υπογράμμισε ο κ. Βαρδουλάκης, απαντώντας στο ερώτημα αν θέλουμε τον δικομματισμό, ενώ προσέθεσε χαρακτηριστικά: «Γιατί ο κόσμος δεν το δηλώνει στις δημοσκοπήσεις; Γιατί δεν είναι σέξι να δηλώσει ότι εγώ θέλω να υπάρχει σταθερότητα. Δεν έχει καμία γοητεία, έχουν πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα να πουν, αλλά δεν είναι κάτι το οποίο ο άλλος στο βάζει εύκολα πρώτα. Μέσα του όμως το νιώθει. Ακόμα και αν δεν το δηλώσει ως βασικό κριτήριο ψήφου, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι θέλουν τη χώρα να πατάει γερά. Και αυτό είναι, νομίζω, ένα στοιχείο το οποίο και στις εκλογές που θα έρθουν θα έχει μεγάλη βαρύτητα – και όποιοι επενδύσουν πάνω σε αυτό, θεωρώ ότι θα είναι και οι κερδισμένοι στην τελική ευθεία πριν από τις εκλογές».
«Ο δικομματισμός σου εξασφαλίζει αυτό, πρώτον. Και δεύτερον – αυτή ήταν η θεωρία και του μεγάλου Καρλ Κόπερ, που ήταν ο αγαπημένος μου πολιτικός φιλόσοφος – σου επιτρέπει να τιμωρήσεις τον κακό κυβερνήτη. Ενώ με τα συστήματα τα πιο αναλογικά, αν είσαι στρατηγικά τοποθετημένος σε ένα σημείο, δεν μπορούν εύκολα να σε πετάξουν έξω γιατί είσαι απαραίτητος για τις πλειοψηφίες. Όμως, στον σκληρό δικομματισμό ο κακός πηγαίνει σπίτι του».
Γιατί «νεκροταφείο κομμάτων»;
Από την πλευρά του, ο Στράτος Φαναράς κλήθηκε να εξηγήσει γιατί έγραψε περί «νεκροταφείου κομμάτων. «Το έγραψα το νεκροταφείο κομμάτων, διότι ήδη έχουμε αυτή τη στιγμή πέντε κόμματα στη Βουλή ή έστω με κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους και ας μη συγκροτούν κοινοβουλευτικές ομάδες, τα οποία αγκομαχούν όχι μόνο για να πιάσουν το 3% οψέποτε γίνουν οι εκλογές, αλλά ενδεχομένως ορισμένα από αυτά έχουν και πρόβλημα να λειτουργήσουν ως κανονικά κόμματα», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Και προσέθεσε: «Έτσι, δεν ανιχνεύονται καν ορισμένα από αυτά και κινούνται κάτω από το 1%. Άρα λοιπόν, το ένα στοιχείο είναι αυτό. Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι θα έχουμε μια ανασυγκρότηση σε κάποιο βαθμό ενός δικομματισμού, ακριβώς γιατί αυτή η περίοδος του ενός κυρίαρχου κόμματος νομίζω ότι κάπως θα λήξει, γιατί πάντα η Δημοκρατία χρειάζεται «check and balances». Θα υπάρξει λοιπόν μια τάση να πριμοδοτηθεί, κατά τη γνώμη μου, το σχήμα το οποίο θα φανεί ότι έχει τις περισσότερες πιθανότητες να πιέσει τη Νέα Δημοκρατία και τον κύριο Μητσοτάκη.
Ο κόσμος που δεν θέλει Μητσοτάκη, θα πάει σε όποιον έχει προβάδισμα;
Άρα, εκτίμησε, ο Στράτος Φαναράς, «ο δεύτερος θα συγκεντρώσει ένα μέρος του εκλογικού σώματος, ακριβώς με τη λογική της διαμόρφωσης ενός άλλου πόλου».
Όσο για τη Νέα Δημοκρατία, επισήμανε ότι «διαχρονικά, μέσα στα εφτά χρόνια – που δεν είναι και λίγα – διακυβέρνησης της χώρας, είχε αυτή τη φθορά που κινείται γύρω στο 10% από το ποσοστό που συγκέντρωσε στις τελευταίες εκλογές» και παρομοίασε την «γαλάζια» παράταξη με «ένα ποτήρι που μπορείς να το δεις και μισογεμάτο και μισοάδειο. Μισογεμάτο», όπως είπε, «γιατί ακόμα είναι πρώτη και με απόσταση από όλους τους άλλους και συνεχίζει να αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική πρόταση για τη διακυβέρνηση της χώρας – ανεξάρτητα από το πώς την αξιολογεί κάποιος αυτήν. Και μισοάδειο, γιατί είναι το κόμμα που, μετά τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος σχεδόν τελείωσε αλλά έχει πάει σε ένα διάδοχο σχήμα, αυτό του Αλέξη Τσίπρα, έχει τις μεγαλύτερες απώλειες. Έχει χάσει περίπου ένα ολόκληρο κόμμα, ένα 10-12%, αυτό που κατέγραψε και στις κάλπες των ευρωεκλογών. Δεν είναι καθόλου αμελητέα υπόθεση», σχολίασε για τη ΝΔ ο κ. Φαναράς.
ΕΛΑΣ και «Ελπίδα» μπορούν να ανασυνθέσουν το πολιτικό σκηνικό;
Ο Νίκος Μαραντζίδης υποστήριξε ότι τα νέα κόμματα είναι ικανά από μόνα τους να ανασυνθέσουν το πολιτικό σκηνικό. «Νομίζω ότι βρισκόμαστε σε αυτή τη φάση. Δηλαδή, βρισκόμαστε σε μια φάση ανασύνθεσης του πολιτικού σκηνικού. Εμφανώς, με την έννοια ότι ήδη η Ελάς του Αλέξη Τσίπρα, δημοσκοπικά, είναι αξιωματική αντιπολίτευση. Αυτό είναι μια πραγματικότητα που, αυτομάτως, λαμβάνοντας υπόψη και όσα ειπώθηκαν και από τον Ευτύχη και από τον Στράτο προηγουμένως, μπορεί να οδηγήσουν στην ανασύνθεση ενός ήπιου – καχεκτικού, το λέω εγώ – δικομματισμού, με τα ελληνικά χαρακτηριστικά».
Για το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, ανέφερε πως και αυτό καταγράφει δυνατότητες ανασύνθεσης, διευκρινίζοντας ωστόσο πως είναι συγκρατημένος για το ποιες είναι αυτές οι δυνατότητες. «Και περιμένοντας και το τρίτο κόμμα (σ.σ. του Αντώνη Σαμαρά), ενδεχομένως στο δεξιό φάσμα να έχουμε ακόμη περισσότερες ανακατατάξεις», εκτίμησε, λέγοντας πως «είμαστε σε ένα ρευστό τοπίο που θα πρέπει να περιμένουμε λίγο καιρό ακόμη για να δούμε ποιες τάσεις θα επικρατήσουν. Μερικές από αυτές τις τάσεις, αυτή τη στιγμή, δείχνουν ισχυρότερες από μερικές άλλες και αν κάποιος θέλει να στοιχηματίσει δίνουν καλύτερες αποδόσεις τα στοιχηματικά», είπε χαρακτηριστικά ο κ. Μαραντζίδης.
Τι θα κάνουν οι αναποφάσιστοι;
Μιλώντας για τους αναποφάσιστους, ο Στράτος Φαναράς, κατ’αρχήν, τόνισε πως «δεν είναι μόνο οι αναποφάσιστοι. Εκείνο που έχουμε δει είναι ότι έχει περιοριστεί πάρα πολύ το τμήμα εκείνο του εκλογικού σώματος που προσέρχεται στις σκάλπες. Άρα, λοιπόν, το μεγάλο ερώτημα, τι θα κάνουν αυτοί οι οποίοι δεν προσήλθαν στις τελευταίες μία-δύο αναμετρήσεις είναι μπροστά μας και μπορεί να αποβεί καθοριστικό σε μεγάλο βαθμό για τους συσχετισμούς στις επόμενες αναμέτρησεις».
«Οι άνθρωποι αυτοί», εξήγησε, «είναι κατ’ εξοχήν εκείνοι οι οποίοι έχουν τη μεγαλύτερη απόσταση από την πολιτική, την εμπιστεύονται λιγότερο από όλους τους άλλους οι οποίοι έστω και εκόντες-άκοντες προσέρχονται στις κάλπες. Άρα, λοιπόν, είναι και σε μεγάλο βαθμό απρόβλεπτοι. Και τα δύο αυτά νέα σχήματα (σ.σ. ΕΛΑΣ και «Ελπίδα για τη Δημοκρατία») δείχνουν ότι ένα μέρος – μικρό προς το παρόν – από αυτή τη δεξαμενή μπορούν να την επαναφέρουν στις κάλπες, αλλά δεν είναι κάτι το δραματικό. Δηλαδή, η παρουσία τους ανασυντάσσει, όπως πολύ σωστά ειπώθηκε, τους συσχετισμούς, όμως δεν μπορεί να ανατάξει τη σχέση εμπιστοσύνης, τουλάχιστον, μέχρι σήμερα, φαίνεται ότι δεν ανατάσσει τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες και το πολιτικό προσωπικό. Άρα, λοιπόν, δεν έχω τρομερές προσδοκίες ως προς αυτό. Αν παρόλα αυτά δούμε αυξημένα ποσοστά, τότε ίσως τίποτα από όλα αυτά που συζητάμε σήμερα να μην ισχύει».
Ο Νίκος Μαραντζίδης δήλωσε πως έχει την αίσθηση ότι «οι αναποφάσιστοι περιορίστηκαν κάπως το τελευταίο διάστημα. Είχαμε μεγαλύτερο όγκο αναποφάσιστων την περίοδο πριν από τη δημιουργία της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα και πριν από τη δημιουργία του κόμματος της κυρίας Καρυστιανού. Παντού, σε όλο τον κόσμο, ένα από τα στοιχεία που ήταν παράγοντας, κίνητρο της ψήφου ήταν η κομματική ταύτιση. Ο παππούς μου ήταν αριστερός, ο πατέρας μου αριστερός, εγώ αριστερός. Οι εκλογές ως μια τελετουργία. Αυτό για έναν κόσμο έλυνε το πρόβλημα του τι θα ψηφίσει, εύκολα. Ανεξαρτήτως πολιτικών, ανεξαρτήτως συγκυρίας. Σήμερα, η κομματική ταύτιση έχει καταρρεύσει. Οι άνθρωποι που δηλώνουν ότι είναι δεξιοί ή αριστεροί και, πολύ περισσότερο, όσοι λένε ότι είναι ένα άλλο κόμμα έχουν περιοριστεί δραματικά. Αυτομάτως, αυτό αυξάνει εκ των πραγμάτων το πεδίο της ανασφάλειας. Το τι θα ψηφίσεις, γίνεται αντικείμενο προβληματισμού», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Ο Ευτύχης Βαρδουλάκης συμφώνησε με τους συνομιλητές του, τονίζοντας ότι «πρέπει να κάνουμε ένα εσωτερικό διαχωρισμό στους αναποφάσιστους. Υπάρχει ένα κοινό, το οποίο ταλαντεύεται μεταξύ υπαρκτών επιλογών. Είναι πιο συνειδητοποιημένοι. Θα ψηφίσουν τη Νέα Δημοκρατία, θα ψηφίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ, ΕΛΑΣ ή ΠΑΣΟΚ. Και υπάρχει και ένα κομμάτι που δηλώνουν αναποφάσιστοι, αλλά ουσιαστικά έχει αντιπολιτική στάση. Αυτό το δεύτερο κοινό δεν μπορεί να προβλέψει κανείς πού θα πάει. Και δεν πιστεύω ότι αυτό το κοινό θα προσελκυθεί στην κάλπη από προσωπικότητες όπως αυτές που έχουν ήδη εμφανιστεί», εκτίμησε, προσθέτοντας πως «δεν έχουμε στην Ελλάδα τόσο δημοφιλή και χαρισματικά πρόσωπα που μπορούν να φέρουν τον κόσμο από τις παραλίες και τον καναπέ στην κάλπη».
«Ούτε ο κύριος Τσίπρας μπορεί να το κάνει, γιατί είναι γνωστό πρόσωπο με τα καλά του και τα κακά του, ούτε η κυρία Καρυστιανού μπορεί να το κάνει. Και οι πλάκες οι τεκτονικές που έχουν οδηγήσει αυτούς τους ανθρώπους μακριά από την πολιτική και έχουν δημιουργήσει ένα ψυχικό και πολιτικό ρήγμα είναι πολύ πιο βαθιές και πολύ πιο ουσιαστικά τα προβλήματα από ό,τι είναι η εικόνα των πολιτικών πρωταγωνιστών» υπογράμμισε ο κ. Βαρδουλάκης.
Είναι το ΠΑΣΟΚ ο «μεγάλος ασθενής»;
Ο Ευτύχης Βαρδουλάκης ανέφερε για το ΠΑΣΟΚ πως «έχει υπάρξει ασθενής του πολιτικού συστήματος. Δηλαδή το ‘ΠΑΣΟΚοφικέισον’ που έγινε και όρος στην εκλογική συμπεριφορά πανευρωπαϊκά, βέβαια, υπήρξε. Άραμ έχει περάσει την πιο δύσκολη φάση του».
«Νομίζω το ΠΑΣΟΚ έχασε χρόνο την περίοδο που ο ΣΥΡΙΖΑ πελαγοδρομούσε. Και έχασε το χρόνο νομίζω και για κάποιους πρακτικούς λόγους, ότι την περίοδο που μπήκε ο ΣΥΡΙΖΑ σε εσωστρέφεια μπήκε και το ίδιο το ΠΑΣΟΚ, και έτρεχε με τα δικά του εσωκομματικά την ώρα που διαλυόταν ο ΣΥΡΙΖΑ. Οπότε αντί να κάνει το «γιουρούσι» εντός εισαγωγικών, με την καλή έννοια, όταν έπρεπε, ασχολούταν με τα δικά του, χάθηκε χρόνος και τώρα μπήκε ο Τσίπρας στο παιχνίδι, οπότε άλλαξαν τα δεδομένα», σημείωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας πως αυτό έγινε «και για στρατηγικούς λόγους».
Βαρδουλάκης: Δεν έχει κριθεί το στοίχημα της δεύτερης θέσης
«Δεν θα το χαρακτήριζα ασθενή», είπε, ωστόσο, για το ΠΑΣΟΚ, εξηγώντας: «Πρώτον, γιατί θεωρώ ότι δεν έχει κριθεί το στοίχημα της δεύτερης θέσης. Και το πιστεύω αυτό για πολύ συγκεκριμένους λόγους. Ότι ναι μεν φαίνεται αυτή τη στιγμή να έχει προβάδισμα ο κύριος Τσίπρας, ο οποίος μάλιστα στις δημοσκοπήσεις, επειδή μετριέται και ο ΣΥΡΙΖΑ, πρέπει να του προσθέσουμε και ένα ποσοστό 1,5% ακόμα, θεωρούμε όμως ότι το ΠΑΣΟΚ έχει μεγαλύτερη δυνητική επιρροή και έχει και μια μεγαλύτερη δεξαμενή το ΠΑΣΟΚ λόγω οργανωτικής βάσης».
Το ΠΑΣΟΚ, όπως τόνισε, «έχει δίκτυα, έχει μηχανισμούς σε τοπικές κοινωνίες που μπορεί να κινητοποιήσει και επίσης ένα κομμάτι των κεντρογενών ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας, είναι πολύ πιο εύκολο να μεταπηδήσουν στο ΠΑΣΟΚ, από ό,τι να μετακινηθούν στον κύριο Τσίπρα, παρά το ότι ο κύριος Τσίπρας, σοφά ποιών – και αν έχει ο Νίκος συμμετοχή σε αυτό να του δώσουμε και τα credit – προσπαθεί να τοποθετηθεί σε μια πιο μετριοπαθή βάση. Δηλαδή, μερικές φορές, ακούς τον Τσίπρα και είναι πιο ήπιος και μετριοπαθής ο λόγος του από ό,τι του ΠΑΣΟΚ. Ε, αυτά είναι θέματα που πρέπει να τα χειριστεί το ΠΑΣΟΚ».
«Άρα, οι μετακινήσεις γίνονται μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ. Ένα μεγάλο κομμάτι αναποφάσιστων είναι οι δυσαρεστημένοι της Νέας Δημοκρατίας. Το μεγαλύτερο ποσοστό αναποφάσιστων είναι αυτοί. Αυτοί είναι κάποιοι που θα πάνε προς τα δεξιά. Είναι όμως και ένα κεντρογενές ακροατήριο. Αυτό είναι προνομιακό πεδίο για το ΠΑΣΟΚ. Δεν θα το πάρει όμως βρίζοντας απλώς τον Μητσοτάκη όλη μέρα. Χρειάζεται να κάνει πολύ περισσότερα πράγματα. Εάν τα κάνει σωστά, για μένα το παιχνίδι, η δεύτερη θέση είναι ανοιχτή. Γιατί έχει και τη δυνατότητα μηχανισμού το ΠΑΣΟΚ. Δηλαδή, στις εκλογές μετράνε και τα πρόσωπα, μετράει η ομάδα που θα βγάλει μπροστά, μετράει η ψηφοσυλλεκτική δυνατότητα των υποψηφίων», επισήμανε.
Και προσέθεσε πως «αυτή τη στιγμή, ο κύριος Τσίπρας, με αυτό που κάνει, από τη μία εμφανίζει πρόσωπα τα οποία είναι άγνωστες ποσότητες και άγνωστες ποιότητες, σε ό,τι μπορούν να πιάσουν, τους δε παλιούς τούς απαξιώνει. Η ερώτηση είναι αν βάζεις όρους για να έρθουν, εμμέσως τους απαξιώνεις. Άρα, δεν ξέρουμε αυτό πώς θα λειτουργήσει. Έχει πολύ δρόμο ακόμα, οπότε γι’ αυτό πιστεύω – και εδώ θα ήθελα και τον Στράτο, αν μπορεί να το επιβεβαιώσει, που είναι ο γκουρού των αριθμών – ότι στο επίπεδο της δυνητικής ψήφου, που είναι το ανώτατο όριο εκλογικής επιρροής, το ταβάνι, είναι το κοινό με το οποίο συνομιλείς. Το αν θα τα καταφέρεις να το πείσεις, είναι άλλο ερώτημα. Αλλά συνομιλείς. Εκεί το ΠΑΣΟΚ έχει μεγάλο εύρος επιρροής».
Η στρατηγική Τσίπρα
Από την πλευρά του, ο Στράτος Φαναράς απάντησε πως «η δυνητική ψήφος του ΠΑΣΟΚ και τα όρια εκλογικής επιρροής του συναγωνίζονται τα όρια της Νέας Δημοκρατίας. Όμως το πρόβλημά του είναι ότι έχει μια οριζόντια αναφορά στην οποία δεν μπορεί να βρει ένα σημείο, από το οποίο να συγκεντρώσει μια ισχυρή φυσιογνωμία».
«Η στρατηγική της ΕΛΑΣ και του Αλέξη Τσίπρα, κατά τη γνώμη μου, έκανε κάτι διαφορετικό. Επένδυσε εκεί όπου ξέρει ότι πράγματι υπάρχει μια ισχυρή σχέση εμπιστοσύνης και μπορεί να εκπροσωπήσει δυνάμεις, δηλαδή στην αριστερά και, κατά τη γνώμη μου, έχει κατοχυρώσει ένα κομμάτι το οποίο του δίνει όχι απλά μια δυνατότητα ύπαρξης για το αύριο, αλλά και κάτι περισσότερο», τόνισε ο κ. Φαναράς, προσθέτοντας ότι «επειδή ακριβώς έχει κάνει αυτό, θα δυσκολευτεί να πάει προς το κέντρο με την άνεση και τη δυνατότητα που δυνητικά θα είχε το ΠΑΣΟΚ».
Παράλληλα, σημείωσε ότι «το ΠΑΣΟΚ ταλανίζεται και από το εξής: αν δει κανείς θεμελιώδη πολιτικά ερωτήματα που υπάρχουν σήμερα στη δημόσια συζήτηση, το διχάζουν. Όχι μόνο σε στελεχιακό επίπεδο, αλλά και στην εκλογική του βάση. Για παράδειγμα, αν ρωτήσεις ‘τι θέλετε, κυβέρνηση αυτοδυναμίας ή κυβέρνηση συνεργασιών’, σε όλους τους άλλους σχηματισμούς θα βρεις μια μεγάλη σαφήνεια».
«Στο κόμμα του κυρίου Τσίπρα, σαφώς υπέρ των συνεργασιών. Στη Νέα Δημοκρατία, σαφώς υπέρ της αυτοδυναμίας. Στο χώρο του ΠΑΣΟΚ, 53-46», είπε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας πως «εκεί υπάρχει ένα θέμα, το οποίο πάει σε ζητήματα στρατηγικής σημασίας για το πώς αντιλαμβάνεται το μοντέλο του κράτους και της διακυβέρνησης στην επόμενη μέρα, άρα τι είδους συμμαχίες θα μπορούσαν να ικανοποιούν τον τρόπο με τον οποίο θα ήθελε να κυβερνηθεί η χώρα και, αντί αυτού, γίνεται μια συζήτηση η οποία κατά τη γνώμη μου μένει στα επιφαινόμενα. Όλο αυτό είναι μια λάθος συζήτηση κατά τη γνώμη μου, γιατί δεν ξεκαθαρίζει τις θεμελιώδεις προτάσεις που πρέπει να κατατεθούν για τη διακυβέρνηση της χώρας την επόμενη μέρα».
Μαραντζίδης: Κεντρικός πλέον ο ρόλος της ηγεσίας
Ο Νίκος Μαραντζίδης, αφού ξεκαθάρισε ότι μιλάει με την ιδιότητα του καθηγητή, σημείωσε πως «η δυνητική ψήφος στο ΠΑΣΟΚ έχει περιοριστεί. Έχει περιοριστεί – εκτίμησή μου – πολύ. Δύο: ο ελέφαντας στο δωμάτιο, όταν καταρρέει η κομματική ταύτιση και είναι και ο ελέφαντας στη συζήτησή μας, ανεβαίνει η ηγεσία. Παλιά, δηλαδή, οι ψηφοφόροι που ήταν ταυτισμένοι δεν τους ένοιαζε τόσο ποιος είναι ο ηγέτης του κόμματός τους. Γιατί όλα τα χρόνια ψήφιζαν αυτό το κόμμα. Φυσικά, έπαιζε πάντα ένα ρόλο η ηγεσία, πάντα. Όμως όταν καταρρέει η κομματική ταύτιση, ο ρόλος της ηγεσίας γίνεται κεντρικός», υπογράμμισε, προσθέτοντας πως «το αφήγημα και το πρόγραμμα – που το λέμε πάντα – είχε έναν ειδικό ρόλο. Αλλά η ηγεσία είναι κεντρική πια. Και καθώς η πολιτική γίνεται με τους νέους όρους social media, εικόνα πάρα πολύ, η ηγετικότητα είναι κάτι που το καταλαβαίνει κανείς αμέσως, νομίζω ότι η κοινωνία το αντιλαμβάνεται και άρα, υπό αυτή την έννοια, το μεγάλο πρόβλημα και ο ελέφαντας στο δωμάτιο για το ΠΑΣΟΚ δεν είναι τα οργανωτικά προβλήματα ή τα ιδεολογικά ή δύο ψυχές που λέμε ότι υπάρχουν στο ΠΑΣΟΚ, αλλά είναι αυτό που αντιλαμβανόμαστε όλοι σε αυτό το τραπέζι, σε αυτή την αίθουσα, σε αυτή τη χώρα», όπως είπε.
Σε ό,τι αφορά την ΕΛΑΣ, ο κ. Μαραντζίδης τόνισε πως «το ερώτημα για την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη και το νέο κόμμα του κυρίου Τσίπρα, κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι το εξής: Ο Αλέξης Τσίπρας έχει δείξει ότι είναι ένας χαρισματικός στην επικοινωνία πολιτικός».
Σε ερώτηση που δέχθηκε αν αυτό είναι αρκετό, ο κ. Μαραντζίδης απάντησε πως «η πολιτική δεν είναι σχολείο να διαβάζεις καλύτερα. Είναι να έχεις ένα σχέδιο για τη χώρα και αυτό το σχέδιο να είσαι αποφασισμένος να το υλοποιήσεις. Κατά τη γνώμη μου, ο Τσίπρας τους τελευταίους μήνες, και αν θέλετε να βάλω το ορόσημο από το Θησείο, από τις 26 Μαΐου όταν ιδρύθηκε η ΕΛΑΣ και μέχρι σήμερα που συζητάμε, σε αυτό το μικρό αναμφίβολα διάστημα, κάθε μέρα, κάθε ώρα που περνάει, δείχνει με τον πιο συγκεκριμένο και αποτελεσματικό θα έλεγα τρόπο ότι ήρθε να αλλάξει τα πράγματα στο πολιτικό σύστημα, με έναν τρόπο που, κατά τη γνώμη μου, θα αφήσει τα σημάδια του στη χώρα, θα διαμορφώσει τις πολιτικές εξελίξεις».
«Ο Τσίπρας πρέπει να γυρίσει ως πρωθυπουργός της Ελλάδας»
Εξήγησε πως «αυτό που βλέπουμε αυτές τις εβδομάδες, αυτό που βλέπει όλη η κοινωνία είναι ένα συλλογικό σχέδιο, με τον Αλέξη Τσίπρα αναμφίβολα στη θέση του ηγέτη αυτού του κόμματος, που επιδιώκει όχι απλώς, όπως το λέει ο ίδιος, πολιτική αλλαγή, αλλά και αλλαγή πολιτικής. Και αυτό το σχέδιο, κατά τη γνώμη μου, θα το βλέπουμε να ξεδιπλώνεται μέρα με την ημέρα, βδομάδα με τη βδομάδα, και αυτό θα αποτυπωθεί και στους συσχετισμούς όχι μόνο για τη δεύτερη θέση, γιατί κοιτάξτε, αν η συζήτηση είναι ο πρώην πρωθυπουργός να γυρίσει από εκεί που παραιτήθηκε, όταν ήταν, δηλαδή, αξιωματική αντιπολίτευση, νομίζω ότι είναι μια τσάμπα κουβέντα, δεν θα χρειαζόταν να γίνει όλος αυτός ο χαμός», σημείωσε χαρακτηριστικά και προσέθεσε πως η δική του αίσθηση «είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας πρέπει να γυρίσει ως πρωθυπουργός της Ελλάδας. Για να αλλάξει τη χώρα».


































