Νέο κύμα αβεβαιότητας για την ελληνική οικονομία

Οι οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή

Νέο κύμα αβεβαιότητας για την ελληνική οικονομία

Η νέα έκρηξη των τιμών του πετρελαίου και η άνοδος των επιτοκίων επαναφέρουν ένα γνώριμο αλλά επικίνδυνο σκηνικό για την παγκόσμια οικονομία. Η κρίση στη Μέση Ανατολή δεν αποτελεί πλέον μόνο γεωπολιτική απειλή, αλλά μετατρέπεται ταχύτατα σε οικονομικό σοκ με σοβαρές διεθνείς προεκτάσεις. Για το 2026 αναδεικνύεται σε έναν από τους βασικούς παράγοντες αβεβαιότητας, επηρεάζοντας άμεσα τις χρηματοπιστωτικές συνθήκες και το κόστος ενέργειας.

Οι διεθνείς οικονομικές επιπτώσεις της μεταδίδονται κυρίως μέσω δύο αλληλένδετων καναλιών: των τιμών της ενέργειας – και ειδικότερα του πετρελαίου – και των επιτοκίων. Τα δύο αυτά κανάλια λειτουργούν σωρευτικά. Η άνοδος των τιμών ενέργειας τροφοδοτεί τον πληθωρισμό, επηρεάζει τις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής και οδηγεί σε αυστηρότερες χρηματοπιστωτικές συνθήκες. Η ενίσχυση των πληθωριστικών προσδοκιών και των βραχυχρόνιων επιτοκίων μεταφέρεται γρήγορα στα μακροχρόνια επιτόκια.

Παράλληλα, η γεωπολιτική αβεβαιότητα στρέφει τους επενδυτές προς ασφαλή περιουσιακά στοιχεία, αυξάνοντας το ασφάλιστρο κινδύνου για οικονομίες όπως η ελληνική.

Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου

Η Μέση Ανατολή παραμένει ο βασικός πυλώνας της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου. Οι πρόσφατες εξελίξεις επιβεβαιώνουν ότι ακόμη και οι προσδοκώμενες διαταραχές στην προσφορά αρκούν για να προκαλέσουν σημαντικές ανατιμήσεις.

Μετά από μια περίοδο σχετικής σταθερότητας το 2024-2025, με τιμές Brent κοντά στα 60-70 δολάρια ανά βαρέλι, τις τελευταίες εβδομάδες καταγράφεται έντονη ανοδική τάση, με τις τιμές να υπερβαίνουν εκ νέου τα 100 δολάρια. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η αυξημένη αβεβαιότητα γύρω από κρίσιμες θαλάσσιες οδούς, όπως τα Στενά του Ορμούζ, αλλά και η πιθανότητα εμπλοκής μεγάλων παραγωγών.

Ακόμη και χωρίς άμεση μείωση της παραγωγής, ο συνδυασμός προσδοκιών και γεωπολιτικού κινδύνου αρκεί για να ωθήσει τις τιμές υψηλότερα.

Για την Ελλάδα, μια οικονομία με υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια, οι συνέπειες είναι άμεσες και πολλαπλές.

Πρώτον, επιδεινώνεται το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, καθώς αυξάνεται το κόστος των εισαγωγών.

Δεύτερον, ενισχύεται ο πληθωρισμός, μέσω τόσο άμεσων όσο και έμμεσων επιδράσεων στο κόστος παραγωγής και στις τιμές καταναλωτή. Η εμπειρία της περιόδου 2021-2023 κατέδειξε ότι οι ενεργειακές αυξήσεις μπορούν να έχουν επίμονα πληθωριστικά αποτελέσματα.

Το αυξημένο ενεργειακό κόστος και η άνοδος του πληθωρισμού περιορίζουν το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και συμπιέζουν τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων, περιορίζοντας τόσο την κατανάλωση όσο και τις επενδύσεις. Το αποτέλεσμα είναι επιβράδυνση της ανάπτυξης και ενίσχυση των πιέσεων στην απασχόληση.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο τουρισμός. Το υψηλότερο κόστος μεταφορών αυξάνει τις τιμές των αεροπορικών εισιτηρίων και το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων.

Επιπλέον, η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος στις χώρες προέλευσης μπορεί να περιορίσει τη ζήτηση. Από την άλλη πλευρά, η γεωπολιτική αστάθεια ενδέχεται να οδηγήσει σε ανακατεύθυνση τουριστικών ροών προς ασφαλέστερους προορισμούς, όπως η Ελλάδα, μετριάζοντας εν μέρει τις αρνητικές επιπτώσεις.

Η άνοδος των επιτοκίων

Το δεύτερο βασικό κανάλι αφορά τα επιτόκια. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου ενισχύει τον πληθωρισμό και οδηγεί τις κεντρικές τράπεζες, όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, να διατηρούν τα βραχυχρόνια επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ό,τι αναμενόταν. Η εξέλιξη αυτή οδηγεί σε αύξηση των μακροχρόνιων επιτοκίων και αποτυπώνεται ήδη στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων της ευρωζώνης. Η απόδοση του γερμανικού 10ετούς ομολόγου, που αποτελεί το βασικό σημείο αναφοράς, αυξήθηκε κατά περίπου 35 μονάδες βάσης, από 2,65% στα τέλη Φεβρουαρίου σε περίπου 3,0% στις αρχές Απριλίου 2026.

Για την Ελλάδα η άνοδος είναι εντονότερη, καθώς διευρύνονται και τα περιθώρια κινδύνου. Οι αποδόσεις των ελληνικών 10ετών ομολόγων αυξήθηκαν κατά περίπου 50 μονάδες βάσης, από 3,3% σε 3,8% την ίδια περίοδο, αντανακλώντας την αυξημένη επιφυλακτικότητα των αγορών έναντι οικονομιών με υψηλό δημόσιο χρέος.

Η εξέλιξη αυτή, αν δεν αντιστραφεί σύντομα, θα έχει σημαντικές συνέπειες. Αυξάνει το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, επιβαρύνει τα επιτόκια στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων και περιορίζει την πιστωτική επέκταση. Παρά τη σχετικά ευνοϊκή δομή του ελληνικού χρέους, το κόστος νέου δανεισμού αυξάνεται, επηρεάζοντας τη μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα. Ταυτόχρονα, τα υψηλότερα επιτόκια μειώνουν την ελκυστικότητα των επενδύσεων, καθώς αυξάνεται το προεξοφλητικό επιτόκιο. Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για μια οικονομία που επιδιώκει την ενίσχυση των επενδύσεων μετά από μια μακρά περίοδο κρίσης. Επιπλέον, η αγορά ακινήτων ενδέχεται να επιβραδυνθεί λόγω του αυξημένου κόστους χρηματοδότησης.

Ο κίνδυνος στασιμοπληθωρισμού

Η ταυτόχρονη άνοδος των τιμών ενέργειας και των επιτοκίων δημιουργεί τον κίνδυνο ενός δυσμενούς συνδυασμού χαμηλής ανάπτυξης και υψηλού πληθωρισμού. Η Ελλάδα είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, λόγω της ενεργειακής εξάρτησης, της σημασίας της κατανάλωσης στο ΑΕΠ, της εξάρτησης από τον τουρισμό και του υψηλού δημόσιου χρέους. Ωστόσο, υπάρχουν και στοιχεία ανθεκτικότητας.

Η δημοσιονομική θέση έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, η ενεργειακή διαφοροποίηση έχει ενισχυθεί μέσω LNG και ανανεώσιμων πηγών, ενώ η συμμετοχή στη ζώνη του ευρώ παρέχει ένα πλαίσιο σχετικής σταθερότητας. Η αντιμετώπιση της νέας συγκυρίας απαιτεί προσαρμογές στην οικονομική πολιτική.

Στη δημοσιονομική πολιτική χρειάζονται στοχευμένα και προσωρινά μέτρα στήριξης των ευάλωτων νοικοκυριών, αποφεύγοντας γενικευμένες παρεμβάσεις που επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά. Στον ενεργειακό τομέα, κρίσιμη είναι η επιτάχυνση της μετάβασης σε ανανεώσιμες πηγές και η ενίσχυση της ενεργειακής αποδοτικότητας.

Παράλληλα, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την προσέλκυση επενδύσεων υψηλής προστιθέμενης αξίας καθίστανται ακόμη πιο επιτακτικές.

Συμπέρασμα

Η κρίση στη Μέση Ανατολή αποτελεί μια σημαντική εξωτερική δοκιμασία για την ελληνική οικονομία το 2026. Οι επιπτώσεις μέσω της ενέργειας και των επιτοκίων είναι πολλαπλές και αλληλένδετες, επηρεάζοντας τον πληθωρισμό, την ανάπτυξη και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η ελληνική οικονομία είναι σήμερα πιο ανθεκτική από ό,τι στο παρελθόν, αλλά παραμένει εκτεθειμένη σε εξωτερικά σοκ. Η αποτελεσματική διαχείριση αυτής της νέας πρόκλησης θα κρίνει όχι μόνο την πορεία του 2026, αλλά και τις μεσοπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.

*Ο κ. Γιώργος Αλογοσκούφης είναι ομότιμος καθηγητής Οικονομικής Επιστήμης στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρώην υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΟΤ) – ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

OT Originals
Περισσότερα από Experts

ot.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθυντής Σύνταξης: Χρήστος Κολώνας

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ΟΝΕ DIGITAL SERVICES MONOΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ

Μέτοχος: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 801010853, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: ot@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

Μέλος

ened
ΜΗΤ

Aριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ.232433

Cookies