Υπάρχουν θεσμοί που γεννιούνται μέσα στην ανάπτυξη και υπάρχουν θεσμοί που γεννιούνται μέσα στην κρίση. Το Υπερταμείο ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.
Η μετονομασία του σε Εθνικό Αναπτυξιακό Ταμείο κλείνει συμβολικά έναν κύκλο δέκα ετών που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2015, όταν η Ελλάδα βρισκόταν αντιμέτωπη με μία από τις πιο δραματικές στιγμές της σύγχρονης οικονομικής της ιστορίας.Τότε, η χώρα βρισκόταν σε καθεστώς capital controls, οι τράπεζες παρέμεναν κλειστές και η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από το ενδεχόμενο εξόδου από την Ευρωζώνη. Στο πλαίσιο της συμφωνίας για το τρίτο πρόγραμμα προσαρμογής αποφασίστηκε η δημιουργία ενός νέου φορέα που θα συγκέντρωνε και θα διαχειριζόταν σημαντικό μέρος της δημόσιας περιουσίας.
Η ίδρυση της Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας το 2016 αποτέλεσε μία από τις πλέον εμβληματικές και αμφιλεγόμενες μεταρρυθμίσεις της μνημονιακής περιόδου. Η διάρκεια λειτουργίας της, που ορίστηκε στα 99 χρόνια, αλλά και η μεταφορά σε αυτήν σημαντικών περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου, δημιούργησαν έντονες πολιτικές αντιδράσεις τότε και τροφοδότησε μια συζήτηση που κράτησε για χρόνια.
Το Υπερταμείο έγινε γρήγορα συνώνυμο της εποχής των μνημονίων. Για μια μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης συμβόλιζε την αυστηρή επιτήρηση των δανειστών. Για άλλους, αντιθέτως, αποτελούσε μια αναγκαία προσπάθεια να μπει τάξη στη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας, η οποία για δεκαετίες παρέμενε κατακερματισμένη και συχνά αναποτελεσματική.
Δέκα χρόνια αργότερα, όμως, το οικονομικό περιβάλλον είναι διαφορετικό. Η Ελλάδα έχει αφήσει πίσω της τα προγράμματα διάσωσης, έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα και επιχειρεί να τοποθετηθεί σε έναν νέο χάρτη επενδύσεων, τεχνολογίας και υποδομών.
Υπερταμείο – Τι περιλαμβάνει το χαρτοφυλάκιο
Παράλληλα, έχει αλλάξει και το ίδιο το Υπερταμείο.Σήμερα διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία ύψους περίπου 12,3 δισ. ευρώ, διαθέτει χαρτοφυλάκιο 23 θυγατρικών και συμμετοχών, παρουσία σε 11 στρατηγικούς τομείς της οικονομίας και περισσότερους από 25.000 εργαζόμενους στις εταιρείες του. Στο οικοσύστημά του περιλαμβάνονται κρίσιμες υποδομές, εταιρείες ενέργειας, μεταφορών, ακινήτων και δικτύων, δηλαδή τομείς που επηρεάζουν άμεσα την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Η μεταβολή αυτή αντικατοπτρίζει και μια βαθύτερη αλλαγή φιλοσοφίας. Εάν κατά την περίοδο της κρίσης η δημόσια περιουσία αντιμετωπιζόταν πρωτίστως ως μέσο διασφάλισης της δημοσιονομικής σταθερότητας, σήμερα αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο ως αναπτυξιακό κεφάλαιο.
Αυτός είναι και ο λόγος που η συζήτηση γύρω από το νέο Εθνικό Αναπτυξιακό Ταμείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, ο οργανισμός καλείται να λειτουργήσει όχι υπό το βάρος των περιορισμών της κρίσης, αλλά υπό το πρίσμα των ευκαιριών που δημιουργεί η ανάπτυξη.
Η πρόκληση δεν είναι μικρή. Η Ελλάδα εξακολουθεί να χρειάζεται περισσότερες επενδύσεις, καλύτερες υποδομές, υψηλότερη παραγωγικότητα και ισχυρότερη παρουσία σε τομείς που θα καθορίσουν την οικονομία της επόμενης δεκαετίας. Η τεχνητή νοημοσύνη, τα data centers, η ενέργεια, τα logistics, οι μεταφορές και οι ψηφιακές υποδομές αποτελούν τα νέα πεδία ανταγωνισμού.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η μεγαλύτερη πρόκληση για το πρώην Υπερταμείο είναι ίσως και η πιο συμβολική .Θα πρέπει να αποδείξει ότι ένας θεσμός που δημιουργήθηκε μέσα στην πιο δύσκολη περίοδο της κρίσης μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο ανάπτυξης για την Ελλάδα της επόμενης ημέρας.





































