Παρά τα διαδοχικά σοκ, η παγκόσμια οικονομία παραμένει ανθεκτική εκτιμά η Citi σε νέα έκθεση στρατηγικής της για την πορεία των αγορών και των οικονομιών. Η ενδιάμεση συμφωνία μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν έχει αμβλύνει ορισμένους από τους βασικούς κινδύνους που πιέζουν την παγκόσμια οικονομία, αλλά είναι ακόμη πολύ νωρίς για να αποφανθεί κανείς πως οι προκλήσεις έχουν ξεπεραστεί. Η ανθεκτικότητα της συμφωνίας μένει να αποδειχθεί, ενώ ο πόλεμος έχει προκαλέσει σημαντικές ζημιές στις υποδομές της Μέσης Ανατολής. Τα θετικά νέα είναι ότι ο κόσμος κατάφερε να απορροφήσει μια παρατεταμένη περίοδο τιμών πετρελαίου άνω των 100 δολαρίων ανά βαρέλι, προβλέποντας τώρα ανάπτυξη 2,5% για την παγκόσμια οικονομία 0,4% χαμηλότερα σε σχέση με την πρόβλεψή της (2,9%) πριν την έναρξη της σύγκρουσης.
Η αμερικανική επενδυτική τράπεζα «βλέπει» ωστόσο πως ενδέχεται να αναδειχθεί ένας νέος κίνδυνος για την παγκόσμια οικονομία, καθώς η αμερικανική NOAA εκτιμά ότι υπάρχουν πιθανότητες μεγαλύτερες του 95% να εκδηλωθεί το φαινόμενο El Niño, το οποίο θα διαρκέσει έως τον Μάρτιο του 2027 και 63% πιθανότητες να εξελιχθεί σε ένα πολύ ισχυρό ή υπερ-ισχυρό φαινόμενο έως το τέλος του έτους.

Ιστορικά επεισόδια αυτής της σοβαρότητας έχουν οδηγήσει σε σημαντικό οικονομικό κόστος, κυρίως μέσω της αναταραχής της γεωργικής παραγωγής, της παραγωγής ενέργειας, της εφοδιαστικής αλυσίδας και της μείωσης της παραγωγικότητας της εργασίας.
Η παγκόσμια οικονομία παραμένει αξιοσημείωτα ανθεκτική παρά τους πολυάριθμους αντίθετους ανέμους. Είτε εξετάσει κανείς τους δείκτες PMI, είτε την πορεία των χρηματιστηρίων είτε τους δείκτες οικονομικών εκπλήξεων, οι περισσότεροι δείκτες οικονομικής δραστηριότητας εξακολουθούν να υποδηλώνουν μέτρια ανάπτυξη, όχι πολύ χαμηλότερη από τη μακροχρόνια τάση. Αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι η παγκόσμια οικονομία έχει δεχθεί διαδοχικά αρνητικά σοκ στην προσφορά, τα οποία προέρχονται από: γεωπολιτικές συγκρούσεις, προστατευτικές εμπορικές πολιτικές, τη γήρανση του πληθυσμού, και τη χαμηλή αύξηση της παραγωγικότητας. Μέρος αυτής της ανθεκτικότητας οφείλεται: στις αυξημένες επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη (AI), στη στήριξη της δημοσιονομικής πολιτικής και στη σχετικά υποστηρικτική νομισματική πολιτική.

Ωστόσο, ολοένα και περισσότερες από τις κεντρικές τράπεζες έχουν αρχίσει να υιοθετούν μία ποιο ουδέτερη νομισματική πολιτική, ενώ η αυξανόμενη ανησυχία για τα υψηλά επίπεδα του δημόσιου χρέους υποδηλώνει ότι η δημοσιονομική πολιτική δεν θα μπορεί επ’ αόριστον να στηρίζει την παγκόσμια ανάπτυξη στον ίδιο βαθμό. Το πιο πρόσφατο σοκ στην πλευρά της προσφοράς φαίνεται (ελπίζουμε όπως ανέφερε) να πλησιάζει στο τέλος του. Η πορεία των αγορών υψηλού κινδύνου, αλλά και των ενεργειών αγορών προμηνύει πως ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή βρίσκεται σε ένα σημείο καμπής. Η προκαταρτική συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν, θυμίζει πως ιστορικά αυτά τα ζητήματα δεν επιλύονται γρήγορα. Ωστόσο, από τη στιγμή που οι δύο πλευρές βρίσκονται πλέον στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, η παγκόσμια οικονομία δεν φαίνεται πλέον να εξαρτάται αποκλειστικά από την τιμή και τη διαθεσιμότητα των υγρών καυσίμων. Οι διαπραγματεύσεις αναμένεται να οδηγήσουν στη σταδιακή αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.

Ακόμη και αν η συμφωνία αποδειχθεί διαρκής και τα Στενά παραμείνουν ανοικτά, η Citi εκτιμά ότι η μέση τιμή του πετρελαίου Brent θα διαμορφωθεί περίπου στα 75 δολάρια ανά βαρέλι κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους. Η πρόβλεψη αυτή είναι κατά περίπου 15 δολάρια υψηλότερη από εκείνη που ίσχυε πριν από τη σύγκρουση, καθώς εξακολουθούν να υφίστανται: ζημιές στην παραγωγική δυναμικότητα, ζημιές σε αγωγούς, ζημιές σε διυλιστήρια, αυξημένη ζήτηση για αναπλήρωση αποθεμάτων.
Από την άλλη πλευρά, το Μνημόνιο Κατανόησης επιτρέπει στο Ιράν να αυξήσει σημαντικά τις εξαγωγές πετρελαίου του, γεγονός που μπορεί να αποτελέσει σημαντική νέα πηγή προσφοράς για την παγκόσμια αγορά.
Μια πολιτική συμφωνία για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έχει αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη και πως τα πλοία μπορούν να διέρχονται με ασφάλεια.
Υπάρχουν αρκετά ζητήματα που πρέπει πρώτα να επιλυθούν: Οι θαλάσσιες νάρκες πρέπει να εξουδετερωθούν και να απομακρυνθούν, κάτι που χρειαστεί μήνες και όχι εβδομάδες. Πλοίαρχοι, πλοιοκτήτες και ασφαλιστικές εταιρείες θα χρειαστούν σαφείς πληροφορίες για τον τρόπο λειτουργίας της ναυσιπλοΐας, όπως: οι καθορισμένες θαλάσσιες διαδρομές, τα συστήματα ελέγχου, και ο ρόλος που θα διαδραματίσουν το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ και το Ιράν στη διαχείριση της κυκλοφορίας.
Τα ασφάλιστρα παραμένουν υψηλά και ορισμένα ταξίδια δεν είναι ακόμη οικονομικά βιώσιμα. Το Ιράν θέλει να επιβάλει κάποια μορφή διοδίων ή διοικητικών τελών μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου των 60 ημερών. Θα πρέπει να υπάρξει συμφωνία σχετικά με τη συμβατότητα αυτής της πρακτικής με το διεθνές δίκαιο και τις κυρώσεις. Περίπου 500 εμπορικά πλοία εξακολουθούν να βρίσκονται στα Στενά και πρέπει να απομακρυνθούν προτού η κυκλοφορία επιστρέψει σε φυσιολογικά επίπεδα.
Η προσωρινή συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έχει μειώσει σημαντικά τους κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία, οδηγώντας την τιμή του Brent προς τα 75 δολάρια ανά βαρέλι. Ωστόσο, παραμένει αβέβαιο κατά πόσο η συμφωνία θα αποδειχθεί διατηρήσιμη, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν δύσκολα ζητήματα, κυρίως όσον αφορά: το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, και τα δικαιώματα διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ. Το θετικό στοιχείο είναι ότι η ανθεκτικότητα που έχει επιδείξει η παγκόσμια οικονομία τα τελευταία χρόνια φαίνεται να συνεχίζεται.



































