Την ανάγκη για μια νέα βιομηχανική πολιτική, ανοιχτή στο ρίσκο και την καινοτομία, και με παραγωγή που θα θωρακίζει απέναντι σε κρίσεις, επεσήμαναν ο πρόεδρος του Ομίλου ΤΙΤΑΝ Δημήτρης Παπαλεξόπουλος, ο Μιχαήλ Στασινόπουλος, πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της VIOHALCO SA και ο Θεόδωρος Τρύφων, Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Φαρμακοβιομηχανίας στο πλαίσιο του συνεδρίο «30th Annual Government Roundtable» του Economist.
Αντέχει η ελληνική βιομηχανία
Στην ανθεκτικότητα της ελληνικής επιχειρηματικότητας απέναντι στο ρευστο γεωπολιτικό και οικονομικό περιβάλλον εστίασε ο Δημήτρης Παπαλεξόπουλος, τονίζοντας ότι η μικρή βιομηχανική βάση της Ελλάδας αποτελεί πλεονέκτημα, ενώ εμφανίστηκε αισιόδοξος για την ελληνική βιομηχανία συγκριτικά με την εικόνα που επικρατεί στην Ευρώπη.
Ειδικότερα, ο κ. Παπαλεξόπουλος επεσήμανε ότι η Ελλάδα διαθέτει αυτό που επιβάλλουν οι συνθήκες, δηλαδή «ευελιξία στην οικονομία και στην επιχειρηματική δραστηριότητα», αφού δεν συμμετέχει σε πολλές αλυσίδες υψηλής αξίας, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι το μακρο-οικονομικό περιβάλλον και το ρυθμιστικό πλαίσιο στη χώρα βρίσκονται σε πολύ καλό επίπεδο.

Στη συνέχεια, ο ίδιος επεσήμανε ότι η Ελλάδα έχει συγκριτικό πλεονέκτημα και μπορεί να αναπτυχθεί περαιτέρω σε κλάδους όπως η φαρμακοβιομηχανία, οι εξορύξεις, η ενέργεια, το λογισμικό για τη βιομηχανία και η άμυνα.
Όσον αφορά τις οικονομικές επιδόσεις της χώρας, ο πρόεδρος του ΤΙΤΑΝ υπογράμμισε ότι το ποσοστό της βιομηχανίας στο ΑΕΠ ανεβαίνει σταθερά, ενώ οι άμεσες ξένες επενδύσεις έχουν διπλασιαστεί σχέση με την τελευταία δεκαετία.
Μονόδρομος η εκβιομηχάνιση – Το στοίχημα της μεταποίησης
Από την πλευρά του, ο Μιχαήλ Στασινόπουλος, εστίασε στην αδυναμία από την οποία «πάσχει» η ελληνική βιομηχανία τα τελευταία 10 χρόνια, τονίζοντας ότι χρήσιμα παραδείγματα που δείχνουν μια άλλη κατεύθυνση μπορούν να βρεθούν σε γειτονικές χώρες.
«Η Ελλάδα δεν παράγει αρκετά και δεν εξάγει, γι’ αυτό και πρέπει να δούμε άλλες χώρες στην ευρύτερη περιοχή, π.χ. την Βουλγαρία, η οποία έχει δημιουργήσει μια βιομηχανική πολιτική, και ιδίως σε χώρες που έχουν τοποθετήσει τη μεταποίηση στον πυρήνα της ανάπτυξης και της βιωσιμότητάς τους» σημείωσε ο ίδιος, προσθέτοντας ότι «το να παράγεις αγαθά που μπορούν να πουληθούν παγκοσμίως σου δίνει δύναμη και ανθεκτικότητα κατά τη διάρκεια κρίσεων».

Ο δρόμος της εκβιομηχάνισης είναι μονόδρομος, τόνισε ο κ. Στασινόπουλος, ενώ ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στη μεταποίηση, για την ανάπτυξη της οποίας όλα τα εμπλεκόμενα μέρη –επιχειρηματίες, τράπεζες, ακαδημαϊκή κοινότητα– «πρέπει να συμβάλουν αποτελεσματικά», είπε.
Νέα σελίδα – Αναγκαίο το ρίσκο
Την αναγκαιότητα συνεργασίας μεταξύ ακαδημαϊκής κοινότητας και πανεπιστημίων στη βιομηχανία υπογράμμισε και ο Θεόδωρος Τρύφων, αναφερόμενος στην πορεία της ελληνικής επιχειρηματικής σκηνής από το 2019 και εξής.
«Πιστεύω ότι η Ελλάδα αλλάξει σελίδα από το 2019, ωστόσο κυβέρνηση και επιχειρηματίες πρέπει να λαμβάνουν περισσότερα ρίσκα, γιατί πρέπει να επενδύσουν στις νέες τεχνολογίες για να επεκταθούν, αλλιώς θα μείνουμε εκτός αγορών», ανέφερε ο ίδιος.
Σύμφωνα με τον κ. Τρύφωνα, παρότι η κρίση στην Ελλάδα απομάκρυνε επενδυτικό κεφάλαιο και η Ευρώπη ακολούθησε τα τελευταία 20 χρόνια μια ποτρεία αποβιομηχάνισης, η εικόνα στο εσωτερικό έχει βελτιωθεί, με την παρουσία διεθνών ιδρυμάτων έρευνας, ανάπτυξηςε και ένας ανοιχτό δρόμο για νέες επιτυχίες.
Σε αναζήτηση ταλέντων στην ελληνική βιομηχανία
Μία ακόμη πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι βιομηχανίες στην Ελλάδα σήμερα είναι η αναζήτηση ταλέντων, την ώρα που οι επιστροφές Ελλήνων από το εξωτερικό καταγράφουν ανοδική τάση.
Όπως ανέφερε ο Δημήτρης Παπαλεξόπουλος, «είναι αναγκαίο να μιλήσουε για τη μετανάστευση και την αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού, όμως το brain gain δεν είναι απλό για να λειτουργήσει», προσθέτοντας ότι «η έξοδος των Ελλήνων ήταν ευεργετική, αφού δημιούργησε Έλληνες γεμάτους κίνητρα», με τους οποίους η σύνδεση ενισχύθηκε μετά την πανδημία.
Το ταλέντο αφορά και τους επιχειρηματίες «για τη δημιουργία μιας νέας βιομηχανικής και μεταποιητικής βάσης στην Ελλάδα», σημείωσε ο Μιχαήλ Στασινόπουλος. Το brain gain προσφέρει μια ελπίδα για το μέλλον, όπως ανέφερε, αφού οι νέοι άνθρωποι θα πρέπει να βρουν ένα φιλικό περιβάλλον για να αναλάβουν ρίσκα και για ιδρύσουν εταιρείες.
Απέναντι στην Κίνα και την Ινδία, που διαθέτουν 300 εκατ. νέους ανθρώπους, η απάντηση είναι «η εξειδίκευση και προγράμματα που θα έχουν γρήγορα αποτελέσματα», εξήγησε ο Θεόδωρος Τρύφων.
Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε βιομηχανία θα χρειαστεί να αναπτύξει το δικό της πρόγραμμα επιχειρηματικής ανάπτυξης, είπε ο ίδιος, συμπληρώνοντας ότι σημαντικός τομέας επένδυσης είναι και η ομογένεια, με την οποία οι σχέσεις πρέπει μελλοντικά να ενταθούν έτι περαιτέρω.















![Ακίνητα: Οι φθηνές και ακριβές περιοχές στην Αττική [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/07/jcesar713-monopoly-3691566.jpg)























