«Η χρηματιστηριακή αγορά δεν είναι η οικονομία» μπορεί να είναι ένα κλισέ, αλλά εξακολουθεί να προκαλεί έκπληξη το πόσο πολύ μπορούν να αποκλίνουν μεταξύ τους. Σίγουρα η οικονομική ανάπτυξη θα έπρεπε να είναι θετική για τους μετόχους.
Οι αναλυτές μετοχών εκτιμούν ότι τα κέρδη ανά μετοχή θα αυξηθούν κατά 17% το 2026 στην Ευρώπη
Ωστόσο, η μία μελέτη μετά την άλλη υποδηλώνουν το αντίθετο. Μια μελέτη του Τζέι Ρίτερ από το Πανεπιστήμιο της Φλόριντα, σύμφωνα με τον Economist, συνέκρινε τις αποδόσεις των χρηματιστηριακών αγορών 16 χωρών με την αύξηση του ΑΕΠ ανά κάτοικο μεταξύ 1900 και 2002. Οι δύο παράμετροι παρουσίασαν αρνητική συσχέτιση — πράγμα που σημαίνει ότι όσο πιο γρήγορα μια χώρα γινόταν πλουσιότερη, τόσο χειρότερα τείνουν να τα πηγαίνουν οι επενδυτές της.
Αξίζει κανείς να έχει κατά νου τα αποτελέσματα της έρευνας του Ρίτερ όταν εξετάζει μερικές από τις πιο παραμελημένες μετοχές του κόσμου. Πέρα από σύντομες εξάρσεις, έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που οι μεγάλες αγορές της Ευρώπης ενθουσίασαν τους διεθνείς επενδυτές, και δεν χρειάζεται να μαντέψει κανείς το λόγο. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι η αύξηση του ΑΕΠ στη ζώνη του ευρώ θα είναι μόλις 1,1% φέτος, σε σύγκριση με 1,8% για τις ανεπτυγμένες οικονομίες παγκοσμίως και 2,3% για την Αμερική. Ορισμένα περιφερειακά και αναδυόμενα χρηματιστήρια της Ευρώπης παρουσιάζουν έντονη δραστηριότητα· τα βασικά, όμως, όχι, ξεκαθαρίζει ο Economist.
Το χειρότερο είναι ότι η Ευρώπη φαίνεται όλο και πιο ανεπαρκώς προετοιμασμένη για τον 21ο αιώνα. Δεν διαθέτει ούτε γίγαντες στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης που να μπορούν να ανταγωνιστούν εκείνους της Αμερικής και της Κίνας, ούτε αρκετά κέντρα δεδομένων για να φιλοξενήσουν τα μοντέλα τους. Το ηλεκτρικό της δίκτυο βρίσκεται ήδη υπό πίεση, ακόμη και χωρίς data centers. Το ίδιο ισχύει και για τον ενεργειακό της εφοδιασμό, καθώς οι Ευρωπαίοι εισάγουν σχεδόν το 60% της ενέργειάς τους — μια ευπάθεια που αποκαλύφθηκε από τους πολέμους στην Ουκρανία και το Ιράν.
Aξίζουν της προσοχής οι ευρωπαϊκές μετοχές
Παρά όλα αυτά, οι ευρωπαϊκές μετοχές αξίζουν πολύ περισσότερη προσοχή από ό,τι λαμβάνουν. Περισσότερο από οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, οι χρηματιστηριακές αγορές της γηραιάς ηπείρου δεν αντανακλούν την οικονομία της. Ακόμη και ενώ η ανάπτυξη του ΑΕΠ παραμένει υποτονική, τα θεμελιώδη μεγέθη τους φαίνονται εκπληκτικά καλά.
Ο Economist αναφέρεται και στο τι συνέβη μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ λόγω του πολέμου στο Ιράν. Μέχρι τότε, μια Ευρωπαία στρατηγική αναλύτρια μετοχών, είχε περάσει μεγάλο μέρος του χρόνου της απαντώντας σε τηλεφωνήματα από διεθνείς επενδυτές που ανησυχούσαν ότι είχαν υπερβολική έκθεση στις ΗΠΑ και ήθελαν να διαφοροποιήσουν το χαρτοφυλάκιό τους. Τα κεφάλαια εισρέουν στα ευρωπαϊκά μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια με ταχύτερο ρυθμό από ό,τι εδώ και αρκετό καιρό. Όταν άρχισαν να πέφτουν οι βόμβες, οι τηλεφωνικές κλήσεις σταμάτησαν και οι ροές κεφαλαίων σχεδόν εξαντλήθηκαν. Οι τιμές των μετοχών κατέρρευσαν σχεδόν παντού, αλλά αυτές των ευρωπαϊκών εταιρειών ανέκαμψαν στη συνέχεια πολύ πιο αργά από ό,τι των αμερικανικών. Μόνο τις τελευταίες εβδομάδες, καθώς τα Στενά του Ορμούζ άνοιξαν προσωρινά, οι ευρωπαϊκές μετοχές άρχισαν να ανακτούν το χαμένο έδαφος.
Η ειρωνεία είναι ότι το κλείσιμο του στενού θαλάσσιου περάσματος πιθανότατα ενίσχυσε τα εταιρικά κέρδη της Ευρώπης, παρότι απειλούσε την οικονομία της ηπείρου. Η Morgan Stanley διαπιστώνει ότι το 20% των κερδών που αποτελούν τη βάση του χρηματιστηριακού δείκτη MSCI Europe προέρχεται από εταιρείες που θα είχαν ωφεληθεί από την απότομη άνοδο των τιμών των πρώτων υλών, όπως οι παραγωγοί ενέργειας και χημικών. Η επενδυτική τράπεζα εκτιμά επίσης ότι μόνο το 10% των ευρωπαϊκών κερδών (από βιομηχανίες αυτοκινήτων και τροφίμων, για παράδειγμα) θα είχε επηρεαστεί αρνητικά από τη διαταραχή της εφοδιαστικής αλυσίδας. Ωστόσο, οι επενδυτές εκμεταλλεύτηκαν τον πόλεμο ως αφορμή για να απομακρυνθούν μαζικά από τις ευρωπαϊκές μετοχές.
Ουσιαστικά, η υποτονική ανάπτυξη της Ευρώπης δεν χρειάζεται να καταδικάζει τα οικονομικά αποτελέσματα των εταιρειών της. Συνολικά, πάνω από το ήμισυ των εσόδων τους προέρχεται από χώρες εκτός των ανεπτυγμένων οικονομιών της Ευρώπης· αν το σταθμίσουμε με βάση την κεφαλαιοποίηση των εταιρειών (όπως συνήθως γίνεται στους δείκτες μετοχών), το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 60%. Καμία άλλη περιοχή παρόμοιου μεγέθους δεν διαθέτει χρηματιστηριακές αγορές τόσο εκτεθειμένες σε χώρες πέρα από τα σύνορά της. Οι επενδυτές σε ευρωπαϊκούς δείκτες μετοχών στοιχηματίζουν περισσότερο στον υπόλοιπο κόσμο παρά στην Ευρώπη.
Ακόμη και η έξαρση του πληθωρισμού που προκάλεσε ο πόλεμος στο Ιράν δεν θα πρέπει να αποτελεί αρνητικό παράγοντα για τις ευρωπαϊκές μετοχές. Περίπου το 40% αυτών, με βάση την αγοραία αξία, αντιπροσωπεύει εταιρείες που αντλούν κέρδη από πραγματικά περιουσιακά στοιχεία, από πρώτες ύλες και μηχανήματα έως τους ημιαγωγούς που τροφοδοτούν την τεχνητή νοημοσύνη. Τα περιουσιακά αυτά στοιχεία τείνουν να αποδίδουν καλά όταν οι τιμές καταναλωτή αυξάνονται. Ένα άλλο 20% περίπου της ευρωπαϊκής χρηματιστηριακής αγοράς αποτελείται από τραπεζικές μετοχές, οι οποίες επίσης αποδίδουν καλά όταν οι τιμές (και, κατά συνέπεια, τα επιτόκια και τα περιθώρια δανεισμού) βρίσκονται σε ανοδική πορεία.
Οι αναλυτές μετοχών, επομένως, αισθάνονται όλο και πιο αισιόδοξοι σχετικά με τα εταιρικά κέρδη της Ευρώπης, εκτιμώντας ότι τα κέρδη ανά μετοχή θα αυξηθούν κατά 17% το 2026. Πράγματι, αυτό αντιστοιχεί μόνο στα δύο τρίτα της αύξησης που προβλέπεται για τις αμερικανικές μετοχές, αλλά είναι σαφώς υψηλότερο από το 9% που αποτελούσε τη γενική συναίνεση πριν από δύο χρόνια. Μετά από μερικούς ήσυχους μήνες, οι Ευρωπαίοι στρατηγικοί αναλυτές ενδέχεται σύντομα να δουν τα τηλέφωνά τους να χτυπούν ξανά. Αν συμβεί αυτό, ίσως είναι καλή ιδέα να υπενθυμίσουν στον επενδυτή στην άλλη άκρη της γραμμής ότι η ευρωπαϊκή χρηματιστηριακή αγορά δεν έχει καμία σχέση με την ευρωπαϊκή οικονομία.





































