Η αποτίμηση του κόστους του πολέμου στον Περσικό μέχρι σήμερα δεν μπορεί ακόμη να είναι ακριβής, επειδή μέρος των επιπτώσεων εμφανίζεται με χρονική υστέρηση στην παραγωγή, στον πληθωρισμό, στον τουρισμό και στις επενδύσεις. Με βάση, όμως, τα διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της ΕΚΤ, του ΔΝΤ, της Eurostat και της ΕΛΣΤΑΤ, μπορεί να διαμορφωθεί μια εύλογη τάξη μεγέθους.
Το οικονομικό κόστος περιλαμβάνει μέτρα ενεργειακής στήριξης, υψηλότερα μεταφορικά και ασφάλιστρα, καθυστερήσεις, κόστος αποθεμάτων και επιβάρυνση κεφαλαίου κίνησης. Οι κατηγορίες αλληλεπικαλύπτονται εν μέρει· συνεπώς τα ποσά δεν αποτελούν επίσημη λογιστική καταγραφή, αλλά εκτίμηση της συνολικής οικονομικής επιβάρυνσης.
Η Ευρώπη πλήρωσε ακριβότερα την ίδια ποσότητα ενέργειας. Στις 13 Απριλίου 2026, η ΕΕ ανέφερε ότι μέσα στις πρώτες 44 ημέρες της σύγκρουσης ο λογαριασμός εισαγωγών ορυκτών καυσίμων της ΕΕ είχε αυξηθεί κατά περισσότερο από €22 δισ., χωρίς αντίστοιχη αύξηση των εισαγόμενων ποσοτήτων. Η απλή αναγωγή αυτού του ποσού σε περίοδο περίπου 150–180 ημερών δίνει επιβάρυνση €75–90 δισ. Η αναγωγή δεν πρέπει να θεωρηθεί γραμμική πρόβλεψη, επειδή οι τιμές μεταβάλλονταν, αλλά παρέχει μια ρεαλιστική τάξη μεγέθους. Το ΔΝΤ υπολόγισε ότι τον Ιούνιο οι τιμές του πετρελαίου παρέμεναν περίπου 30% υψηλότερες από τα προπολεμικά επίπεδα, ενώ τον Ιούλιο το αργό κινήθηκε κυρίως στην περιοχή των 90–100 δολαρίων το βαρέλι.
Για την Ελλάδα, με βάση το μέγεθος της οικονομίας, την ενεργειακή εξάρτηση και τη σημαντική χρήση πετρελαϊκών προϊόντων στις μεταφορές και στη ναυτιλία, ο πρόσθετος λογαριασμός του εξαμήνου εκτιμάται περίπου σε €1,2–1,7 δισ. Πριν από τον πόλεμο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προέβλεπε ανάπτυξη 1,4% για την ΕΕ το 2026. Μετά την ενεργειακή διαταραχή, η πρόβλεψη περιορίστηκε στο 1,1%, δηλαδή υποχώρησε κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες.
Σε μια οικονομία μεγέθους περίπου €19 τρισ., η διαφορά αυτή αντιστοιχεί σε δυνητική ετήσια απώλεια παραγωγής της τάξης των €55–60 δισ. Το τμήμα που μπορεί να αποδοθεί στο διάστημα Φεβρουαρίου–Ιουλίου εκτιμάται περίπου σε €25–35 δισ., καθώς η πλήρης επίπτωση μεταφέρεται και στο δεύτερο εξάμηνο.
Για την Ελλάδα, η πρόβλεψη ανάπτυξης μειώθηκε από 2,2% πριν από τον πόλεμο σε 1,8%, δηλαδή κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες. Η διαφορά αυτή αντιστοιχεί σε περίπου €1 δισ. λιγότερο ετήσιο πραγματικό ΑΕΠ. Για το εξεταζόμενο εξάμηνο, η άμεση απώλεια εκτιμάται σε €400–700 εκατ. Η ελληνική οικονομία διατήρησε θετικό ρυθμό ανάπτυξης 2% στο πρώτο τρίμηνο, αλλά η επίπτωση εμφανίζεται κυρίως μέσω της χαμηλότερης κατανάλωσης, των ακριβότερων εισαγωγών και της υποχώρησης του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος.
Πριν από τη σύγκρουση, η Επιτροπή προέβλεπε πληθωρισμό 2,1% στην ΕΕ το 2026. Μετά το ενεργειακό σοκ, η πρόβλεψη αυξήθηκε περίπου στο 3%, ενώ η ΕΚΤ προέβλεψε κορύφωση του πληθωρισμού της Ευρωζώνης στο 3,4% κατά το δεύτερο εξάμηνο. Στην Ελλάδα, η πρόβλεψη αυξήθηκε από 2,3% σε 3,7%, ενώ ο εθνικός πληθωρισμός έφθασε στο 4,4% τον Ιούνιο.
Η διαφορά σημαίνει απώλεια πραγματικής αγοραστικής δύναμης, ιδίως για τα χαμηλότερα εισοδήματα. Για την Ελλάδα, η πρόσθετη πληθωριστική επιβάρυνση στην κατανάλωση κατά το εξάμηνο μπορεί να προσεγγίζει το €1 δισ., αλλά δεν πρέπει να προστεθεί ολόκληρη στο συνολικό κόστος, επειδή ενσωματώνει μέρος της ενεργειακής επιβάρυνσης που έχει ήδη υπολογιστεί.
Στη μεταφορές, ναυτιλία και εφοδιαστική αλυσίδα οι βασικές επιχειρηματικές επιβαρύνσεις είναι υψηλότερα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου, ακριβότερα ναυτιλιακά και αεροπορικά καύσιμα, μεγαλύτεροι χρόνοι μεταφοράς, ανάγκη διατήρησης υψηλότερων αποθεμάτων, καθυστερήσεις σε πρώτες ύλες και ενδιάμεσα προϊόντα, ακριβότερη χρηματοδότηση του κεφαλαίου κίνησης.
Η Ελλάδα επηρεάζεται περισσότερο από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο ως προς τις θαλάσσιες μεταφορές, τις ακτοπλοϊκές συνδέσεις και το κόστος καυσίμων. Από την άλλη πλευρά, τμήματα της ελληνόκτητης ναυτιλίας ενδέχεται να καταγράφουν υψηλότερους ναύλους. Αυτό όμως αποτελεί μεταφορά εισοδήματος προς συγκεκριμένες ναυτιλιακές αγορές και όχι αντιστάθμιση της συνολικής επιβάρυνσης της ελληνικής οικονομίας.
Τα δημοσιονομικά μέτρα που ανακοίνωσαν τα κράτη-μέλη για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης έφθαναν ήδη τα €14,5 δισ. έως τον Μάιο. Για την Ελλάδα, η Επιτροπή υπολογίζει τα προσωρινά μέτρα ενεργειακής στήριξης περίπου στο 0,2% του ΑΕΠ, δηλαδή κοντά στα €500 εκατ. Περιλαμβάνονται ενισχύσεις για καύσιμα, μεταφορές, γεωργία, οικογένειες και ακτοπλοϊκές επιχειρήσεις.
Το συμπέρασμα είναι πως η πιο ασφαλής συνολική εκτίμηση είναι ότι ο πόλεμος δημιούργησε στο εξάμηνο Φεβρουαρίου–Ιουλίου στην ΕΕ ακαθάριστη οικονομική επιβάρυνση €110–145 δισ., με κεντρική εκτίμηση περίπου €125 δισ., στην Ελλάδα επιβάρυνση €2–3 δισ., με κεντρική εκτίμηση περίπου €2,5 δισ.
Για την Ελλάδα, το ποσό αντιστοιχεί περίπου στο 0,8%–1,2% του ετήσιου ΑΕΠ. Δεν σημαίνει ότι το ΑΕΠ μειώθηκε ισόποσα, αλλά ότι αυτό είναι το άθροισμα της απώλειας παραγωγής, της επιδείνωσης του ενεργειακού ισοζυγίου, του δημοσιονομικού κόστους και των πρόσθετων επιχειρηματικών επιβαρύνσεων, αφού περιοριστεί όσο γίνεται η διπλή καταμέτρηση.
Η ουσία είναι ότι το εξάμηνο πολέμου δεν προκάλεσε μόνο έναν ακριβότερο ενεργειακό λογαριασμό. Αφαίρεσε εισόδημα από νοικοκυριά και επιχειρήσεις, περιόρισε την ανάπτυξη και μετέτρεψε τη γεωπολιτική αβεβαιότητα σε μόνιμο κόστος λειτουργίας για την ευρωπαϊκή και την ελληνική οικονομία.
Ο Βασίλης Κορκίδης είναι πρόεδρος του ΕΒΕΠ












![Χούθι: Ανοίγουν νέο μέτωπο στο πετρέλαιο [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/07/1-80-1024x681-1.jpg)






![Ειδική παράταση της παραγραφής μετά την έκδοση απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών [Μέρος 4ο]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/07/forologikes-diloseis.jpg)

















