Καμπανάκι για την αντοχή συγκεκριμένων κλάδων απέναντι στο αυξημένο ενεργειακό κόστος και στη γεωπολιτική αβεβαιότητα χτυπά η Τράπεζα της Ελλάδος, σε μία συγκυρία κατά την οποία τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα εμφανίζουν εκ νέου ανοδικές τάσεις.
Μέσω της Έκθεσης Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας η εγχώρια νομισματική αρχή προειδοποιεί για τις έμμεσες συνέπειες της κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Όπως επισημαίνει σχετικά, μπορεί η απευθείας έκθεση των συστημικών ομίλων σε αντισυμβαλλόμενους από την ευρύτερη περιοχή να είναι περιορισμένη, μιας και δεν ξεπερνά το 1% των χαρτοφυλακίων τους, οι επιπτώσεις της κρίσης ωστόσο σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα ενδέχεται να αποδειχθούν σημαντικότερες.
Κατά τους οικονομολόγους της, η μεγάλη αύξηση των ενεργειακών τιμών, σε συνδυασμό με την εξάρτηση της Ελλάδας και της Ευρώπης σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ασκεί πιέσεις σε φυσικά και νομικά πρόσωπα.
Θέτουν μάλιστα στο επίκεντρο συγκεκριμένους κλάδους με υψηλές ενεργειακές ανάγκες ή μεγαλύτερη ευαισθησία στις γεωπολιτικές εξελίξεις και καλούν τις τραπεζικές διοικήσεις σε συνεχή παρακολούθηση της ποιότητας των ανοιγμάτων τους.

Ο λόγος γίνεται για τους τομείς των μεταφορών, της αποθήκευσης, της μεταποίησης, της ακτοπλοΐας, της γεωργίας και των κατασκευών.
Σήμερα τα υψηλότερα ποσοστά μη εξυπηρετούμενων δανείων εντοπίζονται στην κλωστοϋφαντουργία και στην εστίαση, με 12,9%.
Ακολουθούν η βιομηχανία χάρτου, ξύλου και επίπλων με 7,9%, οι τηλεπικοινωνίες, η πληροφορική και η ενημέρωση με 7,1%, οι αγροτικές δραστηριότητες με 6,8%, καθώς και η μεταλλουργία και το εμπόριο με 6,1%.
Υψηλοί δείκτες καταγράφονται και σε επιμέρους δραστηριότητες της μεταποίησης.
Ωστόσο, όπως διευκρινίζει η έκθεση, αφορούν σχετικά μικρότερα υπόλοιπα χρηματοδοτήσεων, περιορίζοντας την επίδρασή τους στο συνολικό δείκτη του κλάδου.
Η πίεση στους μικρούς
Ένα ακόμη στοιχείο που αναδεικνύει η έκθεση αφορά στην έντονη διαφοροποίηση ανάλογα με το μέγεθος των επιχειρήσεων.
Με βάση τα στοιχεία που παρουσιάζονται, ο συνολικός δείκτης μη εξυπηρετούμενων επιχειρηματικών ανοιγμάτων παρέμεινε στο 2,2% τον Ιούνιο, αμετάβλητος έναντι του Δεκεμβρίου του 2025.
Η διατήρησή του σε αυτά τα επίπεδα είναι κυρίως αποτέλεσμα του χαμηλού ποσοστού επισφαλειών στις μεγάλες επιχειρήσεις, που ανέρχεται σε μόλις 0,9%.
Την ίδια στιγμή στις μικρομεσαίες εταιρείες διαμορφώνεται σε 4,6% και στις πολύ μικρές σε 11,2%.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στις μεταβολές από την αρχή του έτους. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια του α΄ εξαμήνου 2026, το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων επιχειρηματικών δανείων αυξήθηκε κατά 5,4%.
Η μεγαλύτερη άνοδος, 12,5%, καταγράφηκε στα δάνεια ελεύθερων επαγγελματιών, πολύ μικρών και ατομικών επιχειρήσεων.
Στις μεγάλες επιχειρήσεις η αύξηση ήταν 3,8% και στις μικρομεσαίες 1,2%, ενώ στις ναυτιλιακές καταγράφηκε μείωση 7,3%.
Παρ΄ όλα αυτά ο βασικός δείκτης καθυστερήσεων είναι σταθεροποιημένος, λόγω και των υψηλών ρυθμών πιστωτικής επέκτασης, 8,7 δισ. ευρώ, στο πρώτο μισό του 2026.
Τα δάνεια λιανικής
Στον αντίποδα στα νοικοκυριά ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων έφθασε το 8,6% στο τέλος του περασμένου Ιουνίου, με το απόθεμά τους να αυξάνεται κατά 14%.
Η άνοδος ήταν μεγαλύτερη στα στεγαστικά, φτάνοντας το 14,6% έναντι 11,7% στα καταναλωτικά.
Η Τράπεζα της Ελλάδος τονίζει πως μέρος της αύξησης στη στεγαστική πίστη συνδέεται με τη νομοθετική ρύθμιση για τη μετατροπή δανείων ελβετικού φράγκου σε ευρώ, αλλά και με πρωτοβουλίες των πιστωτικών ιδρυμάτων για συγκεκριμένες κατηγορίες ρυθμισμένων ανοιγμάτων ευάλωτων νοικοκυριών.
Συμπληρώνει ωστόσο πως παραμένει υπό αξιολόγηση ο βαθμός στον οποίο οι εξελίξεις αντανακλούν ευρύτερη επιδείνωση της ποιότητας των χαρτοφυλακίων.

Οι καλύψεις
Κατά τα άλλα, πρόσθετο προβληματισμό δημιουργεί στην Τράπεζα της Ελλάδος η υποχώρηση της κάλυψης των μη εξυπηρετούμενων δανείων από προβλέψεις στο 37,1%, από 38,7%.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών που παραθέτει η έκθεση, η Ελλάδα βρίσκεται περίπου τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παρότι ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων διαμορφώνεται σε 2,6%, έναντι 1,8% στην ΕΕ.
Η εικόνα των εξασφαλίσεων παρέμεινε σταθερή, με τον σχετικό δείκτη κάλυψης στο 71%.
Η αξία τους αυξήθηκε από 4 δισ. σε 4,4 δισ. ευρώ, ακολουθώντας την άνοδο των προβληματικών δανείων.
Παράλληλα, η κεντρική τράπεζα επισημαίνει ότι επιβραδύνθηκε ο ρυθμός αποκατάστασης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, στοιχείο που ενισχύει την ανάγκη επαγρύπνησης.
Στο πλαίσιο αυτό ζητεί από τις τράπεζες, μέσω της ίδιας έκθεσης, τον έγκαιρο εντοπισμό πιθανών εστιών πιστωτικού κινδύνου και συνετή πολιτική προβλέψεων, επισημαίνοντας παράλληλα την ανάγκη στενής παρακολούθησης των νέων καθυστερήσεων και των ενήμερων δανείων που εμφανίζουν αυξημένα ρίσκα αθέτησης πληρωμών (Stageο 2).



































![Ενοίκια: Τι ακίνητα προτιμούν οι Ελληνες – Μικρά και 20ετίας [γραφήματα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/08/ot_enoikia-1024x682-1.png)
