Η πρόωρη αποχώρηση της Κριστίν Λαγκάρντ ανοίγει τη μάχη για την επόμενη ηγεσία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με τον κύκλο των επαφών να έχει ξεκινήσει και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να καλούνται να αναζητήσουν μια συμφωνία σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον. Η ενεργειακή ακρίβεια, η πίεση στην ανάπτυξη και η αναταραχή στο γαλλικό χρέος δίνουν στη διαδοχή βάρος που ξεπερνά την επιλογή ενός προσώπου.
Η απόφαση της Λαγκάρντ να αποχωρήσει στις 7 Φεβρουαρίου 2027 φέρνει τη διαδικασία πριν από τις γαλλικές προεδρικές εκλογές. Οι σημερινοί Ευρωπαίοι ηγέτες αποκτούν έτσι τη δυνατότητα να επιλέξουν τον διάδοχό της πριν από μια αναμέτρηση που μπορεί να μεταβάλει τους πολιτικούς συσχετισμούς σε μία από τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης.
Το Παρίσι βρίσκεται ταυτόχρονα στο επίκεντρο της οικονομικής ανησυχίας. Η αβεβαιότητα για τα δημόσια οικονομικά και το αυξημένο κόστος δανεισμού αναδεικνύουν ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα για την επόμενη ΕΚΤ, τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίζει ενδεχόμενες αναταραχές στις αγορές ομολόγων ενώ εξακολουθεί να δίνει μάχη με τον πληθωρισμό.
Πρόσωπα και κρατικές ισορροπίες
Στην κούρσα διαδοχής, προς ώρας, ξεχωρίζουν ο Κλάας Κνοτ, πρώην διοικητής της ολλανδικής κεντρικής τράπεζας και ο Πάμπλο Ερνάντεθ ντε Κος, επικεφαλής της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών και πρώην διοικητής της Τράπεζας της Ισπανίας.
Η διαπραγμάτευση αναμένεται να δοκιμάσει τις ισορροπίες μεταξύ κυβερνήσεων που δίνουν διαφορετικό βάρος στην καταπολέμηση του πληθωρισμού, στην προστασία της ανάπτυξης και στη δημοσιονομική πειθαρχία. Η γεωγραφική προέλευση θα συνυπολογιστεί με την εμπειρία και την ικανότητα των υποψηφίων να διαμορφώνουν συναινέσεις. Οι δύο βασικοί διεκδικητές προέρχονται από τον Βορρά και τον Νότο, αλλά οι διαδρομές τους περιλαμβάνουν περισσότερες αποχρώσεις από έναν απλό γεωγραφικό διαχωρισμό.
Ο Κνοτ έχει συνδεθεί με αυστηρότερη στάση απέναντι στον πληθωρισμό και με αντιρρήσεις σε μέτρα νομισματικής τόνωσης της περιόδου Ντράγκι. Το Reuters τον περιγράφει ως πραγματιστή, επισημαίνοντας τη μεγαλύτερη σύγκλιση του με τη Λαγκάρντ. Η μακρά θητεία του στο Διοικητικό Συμβούλιο του προσφέρει εμπειρία τόσο από την κρίση χρέους όσο και από την περίοδο των μεγάλων αυξήσεων επιτοκίων.
Ο ντε Κος εμφανίζεται ως πιο μετριοπαθής και προσανατολισμένος στη διαμόρφωση συναινέσεων. Στις παρεμβάσεις του έχει υπογραμμίσει ότι οι κεντρικές τράπεζες χρειάζεται να επεμβαίνουν όταν δυσλειτουργίες των αγορών απειλούν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής. Παράλληλα, θεωρεί τη δημοσιονομική πειθαρχία βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητα τέτοιων παρεμβάσεων.
Το δύσκολο οικονομικό πεδίο
Η συνεδρίαση της Πέμπτης αποτύπωσε τις αντιφατικές πιέσεις που θα παραλάβει η νέα ηγεσία. Η ΕΚΤ διατήρησε το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,50%, αναγνωρίζοντας ότι η μεγαλύτερη ένταση και διάρκεια του ενεργειακού σοκ απειλούν να αυξήσουν τον πληθωρισμό και να περιορίσουν την ανάπτυξη. Ταυτόχρονα, οι χρηματοδοτικές συνθήκες έχουν γίνει αυστηρότερες, επιβαρύνοντας την κατανάλωση και τις επενδύσεις.
Στο περιβάλλον αυτό θα δοκιμαστεί η δυνατότητα της επόμενης ηγεσίας να κρατήσει κοινή γραμμή μεταξύ των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Ο πρόεδρος έχει κεντρικό ρόλο στην οικοδόμηση και στην επικοινωνία της συναίνεσης, ενώ οι αποφάσεις για τα επιτόκια και τα εργαλεία παρέμβασης παραμένουν συλλογικές.
Ιδιαίτερο βάρος αποκτά η αξιοπιστία της προστασίας απέναντι σε ενδεχόμενη μετάδοση της γαλλικής αναταραχής. Η ΕΚΤ επανέλαβε ότι το TPI παραμένει διαθέσιμο για αδικαιολόγητες και άτακτες κινήσεις των αγορών που απειλούν τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής. Η αξιολόγηση των συνθηκών και των προϋποθέσεων ενεργοποίησής του θα απαιτούσε δύσκολες αποφάσεις, με οικονομικό αντίκτυπο σε ολόκληρη την ευρωζώνη.
Ο ρόλος Πιερρακάκη και το ελληνικό χαρτί
Μέσα σε αυτή τη διαπραγμάτευση αποκτά σημασία η παρουσία του Κυριάκου Πιερρακάκη στην προεδρία του Eurogroup. Η διαδικασία προβλέπει ότι τα κράτη της ευρωζώνης προτείνουν υποψηφίους και οι υπουργοί Οικονομικών συζητούν και συμφωνούν στο πρόσωπο που θα προωθηθεί. Η τελική επιλογή ανήκει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, έπειτα από σύσταση του Συμβουλίου και διαβούλευση με το Ευρωκοινοβούλιο και την ΕΚΤ.
Ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών θα κληθεί, επομένως, να συντονίσει ένα κρίσιμο στάδιο των συζητήσεων και την προσπάθεια σύγκλισης διαφορετικών εθνικών προτεραιοτήτων. Η θέση αυτή προσφέρει στην ελληνική παρουσία θεσμικό βάρος και πρόσβαση στις διεργασίες, με τον πρόεδρο του Eurogroup να αναλαμβάνει την ευθύνη αναζήτησης κοινής λύσης για το σύνολο των κρατών.
Πηγές από ελληνικής πλευράς αναφέρουν ότι «όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά», καθώς ο κύκλος των επαφών βρίσκεται στην αρχή του. Στη φάση αυτή παραμένει ανοιχτή η κατάληξη της διαπραγμάτευσης, χωρίς να προκύπτει επιβεβαιωμένη ελληνική προτίμηση σε συγκεκριμένο πρόσωπο.
Για την ελληνική οικονομία, το διακύβευμα συνδέεται με το κόστος του χρήματος, τη χρηματοδότηση των επενδύσεων και την αντοχή της ευρωζώνης σε μια νέα αναταραχή. Οι άμυνες του ελληνικού δημόσιου χρέους περιορίζουν την άμεση έκθεσή του στις μεταβολές των επιτοκίων, ενώ επιχειρήσεις και νοικοκυριά εξακολουθούν να επηρεάζονται από τις συνθήκες δανεισμού. Η αναζήτηση συμφωνίας για την επόμενη ΕΚΤ ξεκινά όσο η ευρωπαϊκή οικονομία πιέζεται από ακριβή ενέργεια και αβεβαιότητα, με τα περιθώρια λανθασμένων χειρισμών να στενεύουν.






































