Η απόφαση της Κριστίν Λαγκάρντ να αποχωρήσει πρόωρα από την προεδρία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), τον Φεβρουάριο, εννέα μήνες πριν από την προγραμματισμένη ολοκλήρωση της οκταετούς θητείας της, σηματοδοτεί το τέλος μιας ιδιαίτερα απαιτητικής περιόδου για τη νομισματική πολιτική της Ευρωζώνης.
Σε αντίθεση με την αιφνιδιαστική επιλογή της το 2019 ως διαδόχου του Μάριο Ντράγκι, η επικείμενη αποχώρησή της δεν αποτέλεσε έκπληξη, καθώς οι σχετικές πληροφορίες κυκλοφορούσαν εδώ και αρκετούς μήνες. Η ίδια επικαλέστηκε την επιθυμία να αποκτήσει μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης των απόψεών της, ιδίως ενόψει των πολιτικών εξελίξεων στη Γαλλία, υποστηρίζοντας ότι δεν θα μπορούσε πλέον να διατηρήσει την απαιτούμενη ουδετερότητα, αναφέρουν οι Financial Times.
Η θητεία της Λαγκάρντ χαρακτηρίστηκε από διαδοχικές και πρωτοφανείς κρίσεις: την πανδημία της Covid-19, τον πόλεμο στην Ουκρανία, την ισχυρότερη πληθωριστική έξαρση των τελευταίων δεκαετιών και τις εμπορικές εντάσεις που προκάλεσε η αμερικανική πολιτική.
Θα πρέπει, πάντως, να αναγνωριστεί ότι η ανθεκτικότητα της Ευρωζώνης δεν οφείλεται αποκλειστικά στους χειρισμούς της ΕΚΤ. Η ευρωπαϊκή οικονομία αποδείχθηκε πιο ανθεκτική από ό,τι αναμενόταν απέναντι στην εκτίναξη των ενεργειακών τιμών, ενώ οι διεθνείς επενδύσεις στον τεχνολογικό τομέα, κυρίως στις ΗΠΑ, συνέβαλαν επίσης στη στήριξη της οικονομικής ανάπτυξης. Η θετική αυτή συγκυρία λειτούργησε συμπληρωματικά προς τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ, διευκολύνοντας τη διαχείριση των πληθωριστικών πιέσεων χωρίς σοβαρότερες επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα.
Παρά την απουσία προηγούμενης εξειδίκευσης στα οικονομικά και εμπειρίας στην άσκηση νομισματικής πολιτικής, η πρώην υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας και επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου κατάφερε να διαχειριστεί τις περισσότερες από αυτές τις προκλήσεις χωρίς να οδηγήσει την Ευρωζώνη σε μια νέα βαθιά οικονομική ύφεση. Η ικανότητά της να συνδυάζει πολιτική εμπειρία, διπλωματία και επικοινωνιακή ευχέρεια αναγνωρίστηκε ακόμη και από κορυφαίους παράγοντες της διεθνούς οικονομικής σκηνής.

Αποκατέστησε τη συνοχή της ΕΚΤ
Μία από τις σημαντικότερες επιτυχίες της ήταν η αποκατάσταση της εσωτερικής συνοχής της ΕΚΤ. Όταν ανέλαβε την προεδρία, τον Νοέμβριο του 2019, το Διοικητικό Συμβούλιο ήταν βαθιά διχασμένο εξαιτίας της πολιτικής νομισματικής χαλάρωσης του προκατόχου της. Η απόφαση του Ντράγκι να επανεκκινήσει το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις μεταξύ των κεντρικών τραπεζιτών της Ευρωζώνης.
Η Λαγκάρντ επέλεξε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα μέσα από τον διάλογο και την οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης. Οργάνωσε συναντήσεις εκτός της έδρας της ΕΚΤ, δίνοντας στα μέλη του Συμβουλίου τη δυνατότητα να εκφράσουν τις διαφωνίες και τις προτάσεις τους. Σταδιακά, διαμορφώθηκε ένα πιο συνεργατικό περιβάλλον, με αρκετές αποφάσεις για τα επιτόκια να λαμβάνονται πλέον ομόφωνα.
Ωστόσο, η νομισματική διαχείριση δεν υπήρξε απαλλαγμένη από αστοχίες. Τον Μάρτιο του 2020, κατά την έναρξη της πανδημίας, η δήλωσή της ότι η ΕΚΤ δεν είχε ως αποστολή να περιορίζει τις αποκλίσεις στα κρατικά ομόλογα προκάλεσε αναταραχή στις αγορές.
Ακόμη σημαντικότερη ήταν η καθυστερημένη αντίδραση στην άνοδο του πληθωρισμού μετά την πανδημία. Παρά το γεγονός ότι ο πληθωρισμός είχε ξεπεράσει τον στόχο του 2% ήδη από το καλοκαίρι του 2021, η ΕΚΤ άρχισε να αυξάνει τα επιτόκια μόνον όταν οι πληθωριστικές πιέσεις είχαν πλέον ενταθεί σημαντικά. Η αρχική εκτίμηση ότι η άνοδος των τιμών θα ήταν προσωρινή αποδείχθηκε λανθασμένη, αν και αντίστοιχη προσέγγιση είχαν υιοθετήσει και άλλες μεγάλες κεντρικές τράπεζες.

Η παρακαταθήκη της Λαγκάρντ
Από τον Ιούλιο του 2022, η ΕΚΤ προχώρησε σε δέκα διαδοχικές αυξήσεις επιτοκίων μέσα σε διάστημα δεκατεσσάρων μηνών, ανεβάζοντας το βασικό επιτόκιο από το ιστορικά χαμηλό -0,5% στο 4%.
Η αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής συνεχίστηκε ακόμη και κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αναταραχής του Μαρτίου 2023, όταν η κατάρρευση της Silicon Valley Bank και τα προβλήματα της Credit Suisse προκάλεσαν διεθνή ανησυχία. Η επιμονή της ΕΚΤ στη συγκράτηση του πληθωρισμού θεωρήθηκε από αρκετούς αναλυτές ως μία από τις ισχυρότερες στιγμές της προεδρίας της.
Παράλληλα, η Λαγκάρντ εισήγαγε το εργαλείο προστασίας της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής (TPI), προκειμένου να αποτρέψει αδικαιολόγητες αναταράξεις στις αγορές κρατικών ομολόγων. Αν και το εργαλείο δεν χρειάστηκε μέχρι σήμερα να ενεργοποιηθεί, η ύπαρξή του λειτούργησε ως μηχανισμός αποτροπής μιας νέας κρίσης χρέους. Εντούτοις, έχουν διατυπωθεί προβληματισμοί ότι η δυνατότητα παρέμβασης της ΕΚΤ ενδέχεται να ενθαρρύνει κυβερνήσεις και επενδυτές να αναλαμβάνουν μεγαλύτερους κινδύνους, προσδοκώντας μελλοντική στήριξη.
Ένα λιγότερο προβεβλημένο, αλλά ενδεχομένως ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο της παρακαταθήκης της Λαγκάρντ αφορά τον ψηφιακό μετασχηματισμό του νομισματικού συστήματος. Υπό την προεδρία της, η ΕΚΤ προχώρησε στην ανάπτυξη ψηφιακού χρήματος κεντρικής τράπεζας τόσο για τις συναλλαγές μεταξύ χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων όσο και για τη χρήση από το ευρύ κοινό. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η προοπτική του ψηφιακού ευρώ, το οποίο, εφόσον εξασφαλιστούν οι απαραίτητες πολιτικές αποφάσεις, θα μπορούσε να τεθεί σε εφαρμογή μέσα στα επόμενα χρόνια. Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να αποτελέσει μία από τις πιο μακροπρόθεσμες και ουσιαστικές αλλαγές που συνδέονται με τη θητεία της.
Στην κληρονομιά της περιλαμβάνονται επίσης η ενσωμάτωση της κλιματικής αλλαγής στις προτεραιότητες της ΕΚΤ και η προώθηση του ψηφιακού ευρώ, δύο πρωτοβουλίες που έχουν προκαλέσει αντιδράσεις, ιδιαίτερα στον τραπεζικό κλάδο. Παρά τις επιμέρους διαφωνίες, η διεθνής αναγνώριση της ηγετικής της παρουσίας υπήρξε σημαντική. Η Λαγκάρντ κατάφερε να ενισχύσει τη θέση της ΕΚΤ ως θεσμού σταθερότητας σε μια περίοδο έντονης διεθνούς αβεβαιότητας.
Η πρόωρη αποχώρησή της αφήνει, επομένως, μια σύνθετη παρακαταθήκη: επιτυχημένη διαχείριση κρίσεων και ενίσχυση της θεσμικής συνοχής, αλλά και καθυστερήσεις, αμφιλεγόμενες επιλογές και ανοιχτά ερωτήματα για τον μελλοντικό ρόλο της ΕΚΤ. Η επικείμενη αυτοβιογραφία της, με τίτλο Lady First, αναμένεται να προσφέρει τη δική της οπτική για τα γεγονότα. Το ουσιαστικότερο, ωστόσο, κριτήριο αξιολόγησης της θητείας της θα παραμείνει η ανθεκτικότητα της Ευρωζώνης και η ικανότητα της ΕΚΤ να διατηρήσει την εμπιστοσύνη των αγορών και των Ευρωπαίων πολιτών.
Η αποχώρησή της αποκτά ιδιαίτερη σημασία και λόγω της δημοσιονομικής κατάστασης της Γαλλίας, καθώς η χώρα βρίσκεται στο επίκεντρο της αυξημένης ανησυχίας των αγορών για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους. Η πιθανότητα μελλοντικής παρέμβασης της ΕΚΤ για τη στήριξη της γαλλικής αγοράς ομολόγων θα μπορούσε να δημιουργήσει ζητήματα θεσμικής ουδετερότητας, εφόσον επικεφαλής της τράπεζας παρέμενε Γαλλίδα. Υπό αυτή την έννοια, η αποχώρησή της πριν από την ολοκλήρωση της θητείας της αποκτά και μια ευρύτερη θεσμική διάσταση.


































