Περίπου το 90% των ύψους 540 δισ. δολαρίων επιδοτήσεων που δίδονται παγκοσμίως για τον αγροτικό τομέα, κάθε χρόνο, ζημιώνουν τον πλανήτη και την ανθρωπότητα. Αυτό υποστηρίζει έκθεση των Ηνωμένων Εθνών επισημαίνοντας πως οι ενισχύσεις στον αγροτικό τομέα βλάπτουν την ανθρώπινη υγεία, επιταχύνουν την κλιματική κρίση, καταστρέφουν τη φύση και διευρύνουν τις ανισότητες, καθώς εξαιρούν μικρούς αγρότες, κάποιοι από τους οποίους είναι γυναίκες.

Σύμφωνα με την έκθεση, μόνο μεταξύ 2013 και 2018, η στήριξη προς τους αγρότες ανήλθε στα 540 δισ. δολάρια ετησίως, από τα οποία το 87% κρίθηκαν ως «επιβαρυντικά». Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται επιδοτήσεις για καλλιέργειες και κτηνοτροφικές μονάδες, για λιπάσματα και παρασιτοκτόνα, για τον ισοσκελισμό δασμών και εξαγωγικών επιβαρύνσεων.

Οι υψηλές επιδοτήσεις φέρνουν υψηλότερους ρύπους

«Ο αγροτικός τομέας παράγει το ένα τέταρτο των ρύπων αερίων του θερμοκηπίου, ευθύνεται για το 70% της απώλειας της βιοποικιλότητας και του 80% της αποψίλωσης των δασών».

Η έκθεση επισημαίνει ότι οι μεγαλύτερες επιδοτήσεις δρομολογούνται προς κλάδους που ήδη ενοχοποιούνται για τις υψηλότερες εκπομπές ρύπων, όπως ο κτηνοτροφικός και γαλακτοκομικός κλάδος. Και μάλιστα καταλήγουν κυρίως σε μεγάλους ομίλους που ξεχωρίζουν και για τα επίπεδα ρύπων που παράγουν.

Εκτιμάται πως έως και 500 εκατ. μικροί αγρότες που θα έπρεπε να υποστηρίζονται, τελικά μένουν εκτός βοήθειας. Την ίδια ώρα η προώθηση των μεγάλων μονάδων ευνοεί την υπερκατανάλωση κρέατος στις πλούσιες χώρες, στον αντίποδα με την υπερκατανάλωση φτηνών τροφίμων με χαμηλή διατροφική αξία στις φτωχότερες χώρες.

Δίχως μεταρρυθμίσεις, ο όγκος των επιδοτήσεων αναμένεται να εκτιναχθεί έως και τα 1,8 τρισ. δολάρια μέχρι το 2030, επιβαρύνοντας περαιτέρω τις επιπτώσεις που προκύπτουν για τον άνθρωπο και το φυσικό περιβάλλον.

Για το λόγο αυτό η έκθεση προτείνει τη σημαντική μείωση των επιδοτήσεων προς τους ρυπογόνους κλάδους κρέατος και γαλακτοκομικών, όπως και των επιδοτήσεων που καταλήγουν σε ρυπογόνες χημικές βιομηχανίες λιπασμάτων και παρασιτοκτόνων.

Η Σύνοδος στις 23 Σεπτεμβρίου

Η έκθεση δημοσιεύεται εν όψει της επικείμενης διοργάνωσης της διεθνούς συνόδου των Ηνωμένων Εθνών για τα διατροφικά συστήματα, στις 23 Σεπτεμβρίου, στη Νέα Υόρκη που θα θέσει επί τάπητος τις προκλήσεις και τα νέα δεδομένα που δημιούργησε η πανδημία και θα χαράξει νέους στόχους για την ανάπτυξη βιώσιμων συστημάτων διατροφής για την πάταξη της πείνας, της φτώχειας και της ανισότητας.

Πολλαπλές μελέτες τα τελευταία χρόνια έχουν δείξει ότι το παγκόσμιο διατροφικό σύστημα παραμένει προβληματικό και η κατάσταση επιδεινώθηκε με την πανδημία, η οποία εκτίναξε τα ποσοστά φτώχειας, πείνας και οικονομικο-κοινωνικής ανισότητας. Μέσα στο 2020, το σύνολο των ανθρώπων που υπέφεραν από πείνα αυξήθηκαν στα 811 εκατ. παγκοσμίως, ενώ την ίδια ώρα το ένα τρίτο των τροφίμων (κυρίως στις δυτικές χώρες) καταλήγει στα σκουπίδια. Σε οικονομικούς όρους η ζημιά υπολογίζεται στα 12 τρισ. δολάρια, ήτοι πολύ παραπάνω από την αξία των τροφίμων που παράγονται.

«Η έκθεση είναι ένα σήμα για τις κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο να ξυπνήσουν και να ξανασκεφτούν τα συστήματα υποστήριξης του αγροτικού τομέα» σχολίασε χαρακτηριστικά ο γενικός διευθυντής του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO), Κου Ντογκγιού, επισημαίνοντας ότι το σύστημα θα πρέπει να επανεξεταστεί προς την κατεύθυνση της επίτευξης καλύτερων διατροφικών συστημάτων, καλύτερης παραγωγής, καλύτερου φυσικού περιβάλλοντος και τελικά καλύτερης ζωής.

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Green
Μαδαγασκάρη – H κλιματική αλλαγή φέρνει πρωτόγνωρο λιμό
Green |

H κλιματική αλλαγή φέρνει πρωτόγνωρο λιμό στη Μαδαγασκάρη

Στη νότια Μαδαγασκάρη δεκάδες χιλιάδες στρέμματα γης είναι εγκαταλειμμένα, καθώς η παρατεταμένη ξηρασία μετέτρεψε τους αγρούς σε σκόνη καταδικάζοντας περισσότερο από ένα εκατομμύριο ανθρώπους στην πείνα

«Μπλε τρόφιμα» – Μέχρι το 2050 θα διπλασιαστεί η κατανάλωσή τους
Green |

Μέχρι το 2050 θα διπλασιαστεί η κατανάλωση των «μπλε τροφίμων»

Η λεγόμενη «μπλε διατροφική επανάσταση» μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην αντιμετώπιση του υποσιτισμού διεθνώς, καθώς και στη μείωση του περιβαλλοντικού «αποτυπώματος» του παγκόσμιου διατροφικού συστήματος