Σαφάρι για να αγοράσουν πρωτογενή ή μη μέταλλα, κράματα μετάλλων και άλλες βιομηχανικές πρώτες ύλες, ώστε να προλάβουν τυχόν νέες ανατιμήσεις λόγω της πανδημίας κάνουν εταιρείες σε όλους τους κλάδους, από τα τρόφιμα μέχρι τις αυτοκινητοβιομηχανίες.

Οι τιμές στο αλουμίνιο έχουν αυξηθεί από τις αρχές του έτους κατά 46%, στο ατσάλι κατά 28%, στο λίθιο κατά σχεδόν 100% και στο χαλκό κατά 23% , ενώ μεγάλο είναι το ράλι και σε άλλες πρώτες ύλες όπως δείχνει ο πίνακας που παρουσιάζει σήμερα ο Οικονομικός Ταχυδρόμος.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για ανατιμήσεις σε όλη την αλυσίδα της εφοδιαστικής αλυσίδας, από τα κουτάκια στα οποία συσκευάζονται αναψυκτικά και μπύρες, μέχρι τα εξαρτήματα για αυτοκίνητα και άλλα βιομηχανικά είδη.

Οι ανατιμήσεις αυτές τελικά αναμένεται ότι θα φτάσουν και στους καταναλωτές αφού οι εταιρείες δεν θα μπορέσουν να τις απορροφήσουν πλήρως, ειδικά καθώς οι ανατιμήσεις συνεχίζονται.

Η ζήτηση είναι τέτοια μάλιστα, που πληθαίνουν οι αναφορές πως πολλά εργοστάσια παίρνουν εντολή να δέχονται ακόμη και φύλλα μετάλλων τα οποία δεν είναι κομμένα ή κατασκευασμένα σε στάνταρ μεγέθη ή ποιότητες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος για μείωση της ποιότητας σε σειρά προϊόντων, την ώρα που οι χρόνοι και οι διαδικασίες παραγωγής και τελικά ανεβαίνουν επιπρόσθετα κι άλλο οι τιμές.

Ήδη στις ΗΠΑ η Campbell Soup έχει αναφέρει ότι πληρώνει περισσότερο για τις μεταλλικές συσκευασίες στις οποίες συσκευάζει τις γνωστές της σούπες, η Peloton βλέπει το κόστος εξαρτημάτων φια ποδήλατα να ανεβαίνει, η Steelcase πληρώνει περισσότερο για να αγοράσει πρώτες ύλες που χρησιμοποιεί στην κατασκευή μεταλλικών ερμαρίων και αυτοκινητοβιομηχανίες όπως η Ford και η General Motors αγοράζουν μέταλλα σε πιο υψηλές τιμές από πριν, σύμφωνα με στοιχεία της Wall Street Journal.

Οι ανατιμήσεις αυτές έρχονται να προστεθούν και στα γενικότερα προβλήματα εφοδιαστικής που έχει προκαλέσει η πανδημία, με αποτέλεσμα σε ορισμένες χώρες όπως στη Βρετανία, εταιρείες όπως η Coca Cola να μην έχουν όσα κουτάκια θα ήθελαν για να συσκευάσουν αναψυκτικά, όπως αναφέρουν διεθνή μέσα ενημέρωσης. Αυτό οφείλεται εν μέρει και σε ιδιάζουσες συνθήκες λόγω Brexit, αλλά αντικατοπτρίζει το μέγεθος των προβλημάτων που δημιουργούνται γενικότερα στον εφοδιαστικό κλάδο.

Είναι ενδεικτικό ότι οι τιμές του αλουμινίου έχουν φτάσει κοντά στις 3.000 δολάρια ο τόνος, τη στιγμή που θα ύψη διαμορφώνονται και οι τιμές του ηλεκτρικού και της ενέργειας γενικότερα που απαιτείται για την επεξεργασία του μετάλλου –και κάθε άλλης επεξεργασμένης ή μη πρώτης ύλης.

Όπως σημειώνει σε ανάλυσή της η S&P Global Platts, η ζήτηση για πρωτογενή μέταλλα, για κράματα και για όλα τα επεξεργασμένα μέταλλα παραμένει πολύ ισχυρή, παρά το γεγονός ότι κλάδοι όπως οι αυτοκινητοβιομηχανίες για παράδειγμα αντιμετωπίζουν έλλειψη ημιαγωγών και κατά συνέπεια δεν μπορούν να παράγουν όσα οχήματα θα ήθελαν.

Όπως όλα δείχνουν, οι εταιρείες πάσης φύσης αναζητούν συνεχώς τρόπους να αγοράσουν μέταλλα και άλλες πρώτες ύλες προκειμένου να είναι θωρακισμένες για τη συνέχεια, καθώς δεν υπάρχουν προς το παρόν τουλάχιστον ενδείξεις για υποχωρήσεις τιμών λόγω της πανδημίας.

Ένας ακόμη παράγοντας που έχει επηρεάσει επίσης την αγορά ειδικά στο αλουμίνιο και το ατσάλι είναι οι δασμοί που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ οι οποίοι εξακολουθούν και ισχύουν σε μεγάλο βαθμό.

Αυτό αποκάλυψαν στη WSJ στελέχη της αμερικανικής ένωσης κατασκευαστών εξοπλισμού, της Association of Equipment Manufacturers, η οποία εκπροσωπεί εταιρείες οι οποίες παράγουν μηχανήματα και εξοπλισμό για τη γεωργία και τις κατασκευές. Τα στελέχη αυτά αναφέρουν ότι η νέα κυβέρνηση του προέδρου Τζο Μπάιντεν δεν έχει καταργήσει ακόμη πολλούς από τους δασμούς αυτούς με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η αγορά.

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Διεθνή