Μετά από χρόνια που η Eurimac κατόρθωσε να κυριαρχήσει στην αγορά των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας στον κλάδο των ζυμαρικών, στη διάρκεια της τελευταίας διετίας η ελληνο-ιταλική διοίκηση της βορειοελλαδίτικης βιομηχανίας – οι παραγωγικές της εγκαταστάσεις βρίσκονται στο Κιλκίς -, αποφάσισε να «επανσυστηθεί» στο καταναλωτικό κοινό και να «χτίσει» το brand name της «Μάκβελ»!
Κι όπως ανέφερε ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας κ. Οδυσσέας Παπαδόπουλος σε συνέντευξη τύπου, η εταιρεία δεν τα πηγαίνει καθόλου άσχημα.
Το συνολικό μερίδιο της στην αγορά των ζυμαρικών ανέρχεται στο 30% – είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός και εξαγωγέας του κλάδου σε 60 χώρες. Και το μερίδιο αυτό διαμορφώνεται από το 21% που κατέχει στην κατηγορία των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας – «παράγουμε για όλους τους λιανέμπορους» σημειώνει ο ιδρυτής της κ. Σταύρος Κωνσταντινίδης – το 3% προέρχεται από μικρές «μπράντες» που διακινούνται στην μικρή λιανική αγορά και το 6% είναι το μερίδιο της «Μάκβελ» στις αλυσίδες σούπερ μάρκετ.
Η συμφωνία της Eurimac στην «ψαροταβέρνα» και το 50-50 με τους Ιταλούς
Κι όπως υποστηρίζουν τα στελέχη της το ποσοστό προέρχεται από περιορισμένο αριθμό κωδικών – ο χώρος που κατέχουν στα ράφια των αλυσίδων είναι μικρός. Φέτος η εταιρεία κλείνει 30 χρόνια από τότε που ο κ. Κωνσταντινίδης συμφώνησε – μετά από πολλές απεγνωσμένες προσπάθειες – με το αφεντικό της ιταλικής Euricom SPA, την μετοχική τους συνεργασία. Μία συμφωνία, που όπως λέει ο ίδιος καταγράφηκε σε «μία χαρτοπετσέτα μέσα σε μία ψαροταβέρνα»!
Ετσι η Euricom απέκτησε το 50% της ελληνικής βιομηχανίας και η εταιρεία από Μάκβελ – Μακαρονοποιία Βορείου Ελλάδος σημαίνουν τα αρχικά της) μετονομάστηκε σε Eurimac ΑΕ. Δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο να υπάρχει μετοχική συνεργία «μισό – μισό», αλλά στην προκειμένη περίπτωση αυτό λειτουργεί στη διάρκεια των τελευταίων τριάντα χρόνων – και ο κ. Κωνσταντινίδης είναι αισιόδοξος ότι θα λειτουργήσει και στην επόμενη γενιά!
Επενδύσεις 26 εκατ. ευρώ και μηδενικός δανεισμός
Η εταιρεία σώθηκε το 1996 από την χρεοκοπία και σήμερα είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός ζυμαρικών στην ελληνική αγορά. Και κερδοφόρο δραστηριότητα! Φέτος ολοκληρώνεται ένα επενδυτικό σχέδιο ύψους 26 εκατ. ευρώ. Μάλιστα όπως είπε ο κ. Παπαδόπουλος από το 2022 ως και το 2025 η αγορά των ζυμαρικών αναπτύχθηκε κατά μέσο όρο με 5,3% – στην ίδια περίοδο η Eurimac αναπτύχθηκε με ρυθμό 7,2%! Κι ένα στοιχείο το οποίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό: η εταιρεία έχει μηδενικό τραπεζικό δανεισμό!
Ο διευθύνων σύμβουλος της βιομηχανίας αναφερόμενος στις εξαγωγικές επιδόσεις της τόνισε χαρακτηριστικά ότι «παράγει το 50% των ελληνικών ζυμαρικών που εξάγονται διεθνώς. Η εταιρεία δραστηριοποιείται σε 60 χώρες, ενώ περίπου το 55% των συνολικών πωλήσεών της προέρχεται από τις διεθνείς αγορές». Και σημείωσε ότι πρόκειται για «πολυετείς σχέσεις εμπιστοσύνης με συνεργάτες και οργανισμούς σε ολόκληρο τον κόσμο». Αναφορικά με το 2025 η Eurimac παρήγαγε 72.300 τόνους ζυμαρικών – έναντι 76.200 τόνων του 2024 – κι όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά η μείωση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι η ίδια η εταιρεία «έδιωξε» πωλήσεις γιατί δεν μπορούσε να τις εξυπηρετήσει και υπήρχε κίνδυνος να εκτεθεί στους συνεργάτες της.
Τα μεγέθη του 2025 και ο στόχος για 85.000 τόνους
Οι πωλήσεις της πέρυσι διαμορφώθηκαν στα 66,83 εκατ. ευρώ έναντι 72,56 εκατ. ευρώ το 2024, το ebitda ήταν στα 12,56 εκατ. ευρώ έναντι 13,81 εκατ. ευρώ, τα προ φόρων κέρδη ήταν 10,18 εκατ. ευρώ έναντι 11,79 εκατ. ευρώ και μετά φόρων κέρδη της εταιρείας διαμορφώθηκαν στα 8,63 εκατ. ευρώ έναντι 10,7 εκατ. ευρώ το 2024.
Φέτος στόχος της εταιρείας είναι η παραγωγή της να ξεπεράσει τα επίπεδα του 2024 και να ανέλθει στους περίπου 78.000 τόνους και μετά από το 2027 να υπερβεί τους 85.000 τόνους ζυμαρικών ετησίως. Κι όπως ανέφερε ο κ. Παπαδόπουλος «το 2025 αποτέλεσε για την εταιρεία μία χρονιά στρατηγικής προετοιμασίας για τα επόμενα στάδια ανάπτυξής της. Η διοίκηση επέλεξε να δώσει έμφαση στη μακροπρόθεσμη ενίσχυση της παραγωγικής και επιχειρησιακής βάσης της επιχείρησης, αποφεύγοντας την άμεση ανάπτυξη συνεργασιών πριν την ολοκλήρωση σημαντικού μέρους του επενδυτικού σχεδιασμού».
Καινοτομία, βιωσιμότητα και ελληνικό σιτάρι
Αξίζει να σημειωθεί ότι για την ανάπτυξη του brand name Μάκβελ «ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην καινοτομία των προϊόντων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη νέα σειρά ζυμαρικών ΜΑΚΒΕΛ Χαμηλού Γλυκαιμικού Δείκτη. Η ανταπόκριση της αγοράς, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, επιβεβαιώνει τη δυναμική της συγκεκριμένης κατηγορίας».
Επίσης ο διευθύνων σύμβουλος της Eurimac είπε πως «σημαντικό μέρος της στρατηγικής της εταιρείας αφορά και τη βιωσιμότητα. Η EURIMAC επενδύει διαχρονικά σε πρακτικές περιβαλλοντικής ευθύνης, ήδη από το 2013, όταν προχώρησε στην κατασκευή μονάδας καύσης βιομάζας για την παραγωγή θερμικής ενέργειας του εργοστασίου της.
Παράλληλα, αξιοποιεί ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, χρησιμοποιεί αποκλειστικά ανακυκλώσιμα υλικά συσκευασίας και εφαρμόζει τη φιλοσοφία μηδενικών αποβλήτων προς ταφή».
Η εταιρεία απασχολεί 202 εργαζομένους – έχοντας έλλειμμα 10 εργαζομένων – και χρησιμοποιώντας «λιτή δομή», επεξεργάζεται σκληρό σιτάρι αποκλειστικά ελληνικής παραγωγής – η Ελλάδα είναι όχι μόνο αυτάρκης σε σκληρό σίτο, αλλά και εξαγωγέας παράλληλα, κυρίως προς την Ιταλία.





































