Οι αυξανόμενοι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, η ενεργειακή αστάθεια και οι πιέσεις στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον συνθέτουν ένα σκηνικό υψηλής αβεβαιότητας για την παγκόσμια και ευρωπαϊκή οικονομία, με την Ελλάδα να καλείται να διατηρήσει την αναπτυξιακή της δυναμική μέσα σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον. Αυτό ήταν το βασικό μήνυμα της εισαγωγικής τοποθέτησης του Διοικητή της Τράπεζα της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα στην Επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων, Τραπεζών, Οργανισμών Κοινής Ωφελείας και Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης της Βουλής.
Ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας προειδοποίησε ότι η άνοδος του προστατευτισμού στο διεθνές εμπόριο, οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή και οι συνεχιζόμενες διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού επιβαρύνουν σοβαρά τις προοπτικές της διεθνούς οικονομίας. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ, το οποίο έχει προκαλέσει απότομη αύξηση στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, εντείνοντας τον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού, δηλαδή συνδυασμού υψηλού πληθωρισμού και χαμηλής ανάπτυξης, κυρίως για τις ευρωπαϊκές οικονομίες που εξαρτώνται ενεργειακά από εισαγωγές.
Διαβάστε εδώ ολόκληρη την ομιλία του διοικητή της ΤτΕ
Στουρνάρας: Η αβεβαιότητα
Παράλληλα, σημείωσε ότι η αβεβαιότητα έχει αυξήσει τη μεταβλητότητα στις χρηματοπιστωτικές αγορές και τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, ενώ προειδοποίησε ότι η διάρκεια και η ένταση της κρίσης στη Μέση Ανατολή θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τις επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία, στις επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά.
Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Στουρνάρας τόνισε ότι η νομισματική πολιτική βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση, καθώς καλείται από τη μία να συγκρατήσει τον πληθωρισμό προς τον στόχο του 2% και από την άλλη να αποφύγει μια υπερβολικά αυστηρή στάση που θα μπορούσε να πλήξει περαιτέρω την ανάπτυξη και τις επενδύσεις.
Αναφερόμενος στην ελληνική οικονομία, σημείωσε ότι διατήρησε ισχυρή αναπτυξιακή πορεία και το 2025, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 2,1%, ποσοστό υψηλότερο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Η ανάπτυξη στηρίχθηκε κυρίως στις επενδύσεις και στην ιδιωτική κατανάλωση, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη σημαντική αύξηση των ξένων άμεσων επενδύσεων και στη σταδιακή κάλυψη του επενδυτικού κενού της προηγούμενης δεκαετίας.
Ωστόσο, ο διοικητής της ΤτΕ εκτίμησε ότι η γεωπολιτική αβεβαιότητα αναμένεται να περιορίσει τη δυναμική της οικονομίας το 2026, με τον ρυθμό ανάπτυξης να προβλέπεται στο 1,9% και τον πληθωρισμό στο 3,1%. Όπως ανέφερε, οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη παραμένουν καθοδικοί, ενώ οι πληθωριστικές πιέσεις ενδέχεται να ενταθούν, κυρίως λόγω της ενεργειακής κρίσης και των διεθνών εξελίξεων.
Για το τραπεζικό σύστημα, ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν πλέον σημαντικά ισχυρότερα θεμελιώδη μεγέθη. Η κερδοφορία, η ρευστότητα και η ποιότητα των χαρτοφυλακίων βελτιώθηκαν περαιτέρω μέσα στο 2025, ενώ ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων υποχώρησε στο 3,3%, στο χαμηλότερο επίπεδο από την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η ενίσχυση του ανταγωνισμού στον τραπεζικό τομέα, μέσω της παρουσίας ξένων τραπεζών και νέων ψηφιακών υπηρεσιών πληρωμών, δημιουργεί ένα νέο τραπεζικό οικοσύστημα με θετικές επιδράσεις για επιχειρήσεις και καταναλωτές.
Οι προκλήσεις
Ο διοικητής της ΤτΕ αναφέρθηκε επίσης στις νέες προκλήσεις που δημιουργούν η ψηφιακή μετάβαση, τα κρυπτονομίσματα και η τεχνητή νοημοσύνη για τις κεντρικές τράπεζες, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο ψηφιακό ευρώ και στον εκσυγχρονισμό των ευρωπαϊκών συστημάτων πληρωμών.
Κλείνοντας, ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι η Ελλάδα έχει πλέον ανακτήσει σημαντικό μέρος της αξιοπιστίας της, με το δημόσιο χρέος να αποκλιμακώνεται, τις επενδύσεις να αυξάνονται και τον τραπεζικό τομέα να έχει εξυγιανθεί. Προειδοποίησε όμως ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές διαρθρωτικές προκλήσεις, όπως το επενδυτικό κενό, η χαμηλή παραγωγικότητα και το επίμονο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, η κεντρική πρόκληση για την ελληνική οικονομία είναι να μετατρέψει τη σημερινή μακροοικονομική σταθερότητα σε υψηλότερη παραγωγικότητα, περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις και ταχύτερη σύγκλιση με την Ευρώπη.






































