Τη μεγάλη ιστορία επιτυχίας του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης μετά την πανδημία επρόκειτο να αποτελέσει η Ιταλία. Με σχεδόν 194 δισεκατομμύρια ευρώ σε επιχορηγήσεις και χαμηλότοκα δάνεια — το μεγαλύτερο μερίδιο από τον συνολικό μηχανισμό της ΕΕ — η χώρα είχε μια μοναδική ευκαιρία να αναζωογονήσει την οικονομία της, να επιταχύνει μεταρρυθμίσεις δεκαετιών και να καλύψει το αναπτυξιακό χάσμα με τους Ευρωπαίους εταίρους της.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, όμως, η εικόνα παραμένει αντιφατική, παρατηρούν οι Financial Times. Παρά τα δισεκατομμύρια που έχουν ήδη εκταμιευθεί, η ιταλική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται με αργούς ρυθμούς, ενώ το δημόσιο χρέος συνεχίζει να αυξάνεται. Το αποτέλεσμα είναι να εντείνεται η συζήτηση γύρω από το κατά πόσο το φιλόδοξο σχέδιο μετασχηματισμού πέτυχε τους στόχους του ή αν εξελίσσεται σε μια χαμένη ευκαιρία.
Ο οικονομολόγος Τίτο Μποέρι, πρώην επικεφαλής του ιταλικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και συν-συγγραφέας του βιβλίου «The Big Binge», εμφανίζεται ιδιαίτερα επικριτικός. Όπως υποστηρίζει, η Ιταλία βγαίνει από αυτή τη διαδικασία με υψηλότερο χρέος αλλά χωρίς ουσιαστική βελτίωση του αναπτυξιακού της δυναμικού.
«Δεν σημαίνει ότι όλα τα χρήματα σπαταλήθηκαν», σημειώνει. «Όμως οι βαθιές μεταρρυθμίσεις που είχε ανάγκη η χώρα δεν προχώρησαν όσο έπρεπε. Και για μια οικονομία με ήδη τεράστιο χρέος, αυτό αποτελεί σοβαρό πρόβλημα», είπε στους FT.
Το ιταλικό σχέδιο ανάκαμψης, γνωστό ως PNRR, εγκρίθηκε το 2021 υπό την κυβέρνηση του Μάριο Ντράγκι και παρουσιάστηκε ως ένα «μετασχηματιστικό» πρόγραμμα επανεκκίνησης της οικονομίας. Περιλάμβανε επενδύσεις σε υποδομές, ψηφιοποίηση του κράτους, αναβάθμιση σιδηροδρόμων, παιδικούς σταθμούς, πράσινη μετάβαση και μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση και τη δικαιοσύνη.
Στόχος ήταν να αντιμετωπιστούν χρόνιες αδυναμίες της ιταλικής οικονομίας: η γραφειοκρατία, η αργή απονομή δικαιοσύνης, η χαμηλή παραγωγικότητα και η περιορισμένη συμμετοχή γυναικών και νέων στην αγορά εργασίας.

Η εκλογή Μελόνι αλλάζει το σκηνικό
Ωστόσο, το σχέδιο άρχισε γρήγορα να συναντά δυσκολίες. Η ενεργειακή κρίση και ο πληθωρισμός που ακολούθησαν τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αύξησαν σημαντικά το κόστος των δημόσιων έργων, ενώ η Τζόρτζια Μελόνι, η οποία ανέλαβε την εξουσία το 2022, προχώρησε σε σειρά αναθεωρήσεων του σχεδίου.
Σύμφωνα με τον Στέφανο Φίρπο, που είχε συμμετάσχει στη σύνταξη του αρχικού προγράμματος, περίπου το 70% των στόχων τροποποιήθηκε τουλάχιστον μία φορά μετά την αλλαγή κυβέρνησης.
«Το σχέδιο που εφαρμόζεται σήμερα είναι πολύ διαφορετικό από εκείνο που εγκρίθηκε το 2021», επισημαίνει. «Σε πολλές περιπτώσεις, όταν ρωτά κανείς πού ακριβώς κατευθύνθηκαν τα χρήματα, οι απαντήσεις είναι μάλλον ασαφείς», είπε στους FT.
Ανάλογη κριτική ασκεί και ο Μάρκο Λεονάρντι, πρώην οικονομικός σύμβουλος του Ντράγκι, ο οποίος θεωρεί ότι η Κομισιόν επέδειξε υπερβολική επιείκεια απέναντι στις συνεχείς αλλαγές που ζητούσε η Ρώμη.
«Η Επιτροπή δεν ήταν ιδιαίτερα αυστηρή στους ελέγχους», λέει. «Σε μεγάλο βαθμό άφησε την Ιταλία να κάνει ό,τι ήθελε».
Από την πλευρά τους, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι απορρίπτουν την κριτική ότι το πρόγραμμα αποδυναμώθηκε. Υποστηρίζουν ότι οι τροποποιήσεις αποτελούσαν αναγκαία προσαρμογή στις νέες οικονομικές συνθήκες και όχι εγκατάλειψη των αρχικών φιλοδοξιών.

Η Ιταλία εξασφάλισε τις δόσεις
Παρά τις δυσκολίες, η Ιταλία έχει ήδη εξασφαλίσει εννέα από τις δέκα δόσεις του Ταμείου Ανάκαμψης, συνολικού ύψους 166 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η κυβέρνηση Μελόνι παρουσιάζει αυτό το στοιχείο ως απόδειξη ότι η χώρα προχωρά επιτυχώς στις μεταρρυθμίσεις.
Ωστόσο, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, μέχρι το τέλος του 2025 η Ιταλία είχε δαπανήσει μόλις το 57% των διαθέσιμων πόρων. Πολλοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση αποφεύγει να δώσει πλήρη εικόνα για το πού κατευθύνονται τα κονδύλια και πόσα χρήματα ενδέχεται τελικά να μείνουν αναξιοποίητα.
Την ίδια ώρα, οι μακροοικονομικές επιδόσεις της χώρας παραμένουν αδύναμες. Η ανάπτυξη της ιταλικής οικονομίας διαμορφώθηκε μόλις στο 0,5% το 2025 — ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη — ενώ το δημόσιο χρέος αυξήθηκε πάνω από το 137% του ΑΕΠ και αναμένεται να συνεχίσει ανοδικά.
Αρκετοί αναλυτές παραδέχονται πάντως ότι χωρίς τα ευρωπαϊκά κονδύλια η Ιταλία πιθανότατα θα είχε βυθιστεί σε ύφεση. Το ερώτημα όμως είναι αν οι επενδύσεις αυτές δημιουργούν μακροπρόθεσμη ανάπτυξη ή απλώς προσωρινή τόνωση της οικονομίας.

Χρηματοδότηση για απίθανα έργα
Οι επικριτές θεωρούν ότι το αρχικό πρόγραμμα ήταν υπερβολικά κατακερματισμένο, με μικρές επενδύσεις διασκορπισμένες σε χιλιάδες έργα αμφίβολης χρησιμότητας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν ακόμη και σχέδια όπως ηλιακά καταφύγια για αδέσποτα ζώα, ανακαινίσεις ιπποδρόμων ή ποδοσφαιρικά γήπεδα, ορισμένα από τα οποία απορρίφθηκαν αργότερα από τις Βρυξέλλες.
Η κυβέρνηση Μελόνι αφιέρωσε σχεδόν έναν χρόνο στην επανεξέταση πολλών έργων, επιχειρώντας να περιορίσει — όπως υποστήριξε — τις «σπάταλες» δαπάνες. Παράλληλα, αρκετοί στόχοι χαλάρωσαν ώστε να καταστεί ευκολότερη η επίτευξή τους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί πρόγραμμα 4,4 δισεκατομμυρίων ευρώ για την επανεκπαίδευση ανέργων και ευάλωτων εργαζομένων σε «πράσινες» και ψηφιακές δεξιότητες. Αρχικά, οι συμμετέχοντες έπρεπε να ολοκληρώνουν την κατάρτιση και να βρίσκουν εργασία. Στη συνέχεια όμως, τα κριτήρια άλλαξαν και αρκούσε απλώς η εγγραφή σε πρόγραμμα κατάρτισης.
Παρά τις αδυναμίες, οι Βρυξέλλες και η Ρώμη επιδιώκουν να διασώσουν το εγχείρημα. Πέρυσι συμφώνησαν σε νέα αναθεώρηση που θα επιτρέψει στην Ιταλία να συνεχίσει ορισμένες επενδύσεις και μετά το 2026, κυρίως σε φοιτητικές κατοικίες, ευρυζωνικά δίκτυα, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και γυναικεία επιχειρηματικότητα.
Η οικονομολόγος Βερόνικα Ντε Ρομάνις συνοψίζει ίσως καλύτερα το αποτέλεσμα μέχρι στιγμής: «Όταν ρίχνεις τόσα χρήματα στην οικονομία, σίγουρα υπάρχει επίδραση. Το ερώτημα είναι αν αυτή η επίδραση θα έχει διάρκεια. Κάτι άλλαξε, αλλά όχι στον βαθμό που πολλοί περίμεναν».






































