Η απομάκρυνση του Άλμπερτ Μάνιφολντ από τη θέση του προέδρου της BP σηματοδοτεί ακόμη ένα επεισόδιο αναταραχής για τον βρετανικό ενεργειακό κολοσσό, στρέφοντας παράλληλα την προσοχή στη νέα διευθύνουσα σύμβουλο Μεγκ Ο’Νιλ, η οποία καλείται να οδηγήσει την εταιρεία σε μια γρήγορη και σταθερή ανάκαμψη.
Η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου να απολύσει τον Μάνιφολντ ελήφθη έπειτα από «σοβαρές ανησυχίες» σχετικά με τη συμπεριφορά και τη διαχείριση που επεφύλαξε για την εταιρεία, ενώ πηγές ανέφεραν ότι υπήρξαν πολλαπλές καταγγελίες από πληροφοριοδότες για φερόμενο εκφοβισμό εργαζομένων.
Ο ίδιος ο Μάνιφολντ δήλωσε ότι η απόφαση ήταν αιφνιδιαστική και αρνήθηκε κατηγορηματικά τους χαρακτηρισμούς περί ανάρμοστης συμπεριφοράς. Μέσω εκπροσώπου, υποστήριξε στους Financial Times ότι στόχος του ήταν να μεταρρυθμίσει την BP, περιορίζοντας τα κόστη και επιβάλλοντας υψηλότερα πρότυπα λειτουργίας. Τόνισε επίσης ότι δεν θα αφήσει, όπως είπε, μια «ψευδή αφήγηση» να παραμείνει αναπάντητη.
Η υπόθεση έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή μόλις πριν από λίγους μήνες ο Μάνιφολντ θεωρούνταν βασικός αρχιτέκτονας της νέας εποχής της BP. Ήταν εκείνος που φέρεται να έπεισε τη Μεγκ Ο’Νιλ να αναλάβει τη θέση της διευθύνουσας συμβούλου, σε μια περίοδο κατά την οποία η εταιρεία είχε αποκτήσει φήμη «δηλητηριασμένου δισκοπότηρου», αφού είχε αλλάξει δύο CEOs και δύο προέδρους μέσα σε τρία χρόνια.
Η συνεχής αστάθεια στην κορυφή της διοίκησης έχει δημιουργήσει ανησυχία στους επενδυτές και έχει ενισχύσει την εικόνα μιας εταιρείας που δυσκολεύεται να χαράξει σταθερή στρατηγική.

Ο αποπεμφθείς Άλμπερτ Μάνιφολντ
Τα βαθύτερα προβλήματα της BP
Οι επικριτές θεωρούν ότι η αποπομπή του Μάνιφολντ αποδεικνύει βαθύτερα προβλήματα διακυβέρνησης. Η BP έχει περάσει μια μακρά περίοδο στρατηγικής αβεβαιότητας, κυρίως μετά την αποτυχημένη προσπάθεια στροφής προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας υπό τον πρώην CEO Μπερνάρντ Λούνεϊ.
Η στρατηγική αυτή αποξένωσε πολλούς επενδυτές, χωρίς να αποφέρει τα αναμενόμενα οικονομικά αποτελέσματα, αφήνοντας την εταιρεία πίσω από ανταγωνιστές όπως η Shell. Παρότι η μετοχή της BP είχε παρουσιάσει άνοδο άνω του 20% από την είσοδο του Μάνιφολντ στην εταιρεία, η είδηση της απομάκρυνσής του οδήγησε σε πτώση περίπου 4%.
Αναλυτές εκφράζουν φόβους στους FT ότι η νέα κρίση ενισχύει το αίσθημα αβεβαιότητας σε μια περίοδο όπου η BP χρειάζεται ριζική αναδιοργάνωση. Ο Πολ Σάνκεϊ της Sankey Research χαρακτήρισε την κατάσταση «γελοίο επίπεδο αβεβαιότητας», επισημαίνοντας ότι οι συνεχείς αλλαγές ηγεσίας δυσκολεύουν την αποκατάσταση εμπιστοσύνης από την αγορά.
Παράλληλα όμως, άλλοι βλέπουν την εξέλιξη ως ευκαιρία ενίσχυσης της Μεγκ Ο’Νιλ. Η Ο’Νιλ, η πρώτη γυναίκα που ηγείται μεγάλης πετρελαϊκής εταιρείας, διαθέτει φήμη σοβαρής και αποτελεσματικής ηγέτιδας. Το διοικητικό συμβούλιο της BP φέρεται να στήριξε ομόφωνα την απομάκρυνση του Μάνιφολντ, θεωρώντας ότι η συμπεριφορά του υπονόμευε την εξουσία και τη λειτουργία της CEO.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Μάνιφολντ είχε αναπτύξει συγκρουσιακές σχέσεις με μέλη της διοίκησης και του συμβουλίου, καθώς συχνά λειτουργούσε σαν εκτελεστικό στέλεχος που παρενέβαινε στην καθημερινή διοίκηση της εταιρείας.
Επιπλέον, κατηγορήθηκε ότι μιλούσε υποτιμητικά σε εργαζομένους όλων των βαθμίδων και ότι διατηρούσε ένα υπερβολικά αυταρχικό μοντέλο διοίκησης, το οποίο θεωρήθηκε ασύμβατο με τη σύγχρονη κουλτούρα της BP. Αναφέρθηκαν επίσης παραβιάσεις εσωτερικών πολιτικών σχετικά με τη χρήση προσωπικών συσκευών και λογαριασμών email για εταιρικές υποθέσεις.

Μεγκ Ο’Νιλ
Η Μεγκ Ο’Νιλ υπό πίεση
Από την ανάληψη των καθηκόντων της τον Απρίλιο, η Ο’Νιλ έχει ήδη ξεκινήσει σημαντικές αλλαγές. Προχώρησε στον διαχωρισμό της BP σε δύο βασικές επιχειρηματικές μονάδες, επαναφέροντας ουσιαστικά μια πιο παραδοσιακή δομή πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η στρατηγική αυτή σηματοδοτεί απομάκρυνση από το φιλόδοξο αλλά προβληματικό σχέδιο μετατροπής της BP σε ευρύτερη «ενεργειακή εταιρεία».
Η νέα CEO καλείται τώρα να πετύχει δύο δύσκολους στόχους: να επιταχύνει την οικονομική ανάκαμψη και ταυτόχρονα να σταθεροποιήσει μια εταιρεία που έχει ταλαιπωρηθεί από συνεχείς αποχωρήσεις ανώτερων στελεχών. Η αποχώρηση του Μάνιφολντ ενισχύει την εξουσία της, αλλά παράλληλα αυξάνει και την προσωπική της ευθύνη απέναντι στους επενδυτές, οι οποίοι αναζητούν άμεσα αποτελέσματα.
Αναλυτές όπως ο Τζόσουα Στόουν της UBS εκτιμούν ότι η παρουσία της Ο’Νιλ μπορεί να καθησυχάσει την αγορά, καθώς θεωρείται ικανή να αντιστρέψει χρόνια αδυναμίας. Ωστόσο, παραμένουν ερωτήματα για τη συνολική λειτουργία του διοικητικού συμβουλίου. Πρώην στελέχη της BP υποστηρίζουν ότι τα προβλήματα της εταιρείας πηγάζουν από ένα συμβούλιο που συχνά επιχειρεί να διοικεί αντί να επιβλέπει.
Η εταιρεία αναμένεται να διορίσει νέο πρόεδρο αργότερα μέσα στη χρονιά, κάτι που αρκετοί θεωρούν ευκαιρία για ένα πραγματικό νέο ξεκίνημα. Παράλληλα, η BP προετοιμάζεται για πιθανές νομικές ενέργειες από τον Μάνιφολντ, γεγονός που μπορεί να παρατείνει την αρνητική δημοσιότητα.
Παρά τις δυσκολίες, η στρατηγική κατεύθυνση της BP φαίνεται προς το παρόν να παραμένει αμετάβλητη. Το βασικό ερώτημα είναι αν η Μεγκ Ο’Νιλ θα καταφέρει να μετατρέψει την κρίση σε αφετηρία ανασυγκρότησης ή αν η συνεχής αστάθεια θα συνεχίσει να αποδυναμώνει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και τη θέση της BP στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά.







































