Η χθεσινή μεγάλη αποκλιμάκωση των τιμών του πετρελαίου μετά τις ανακοινώσεις για συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν, που προβλέπει μεταξύ άλλων και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, είναι ενδεικτική της σοβαρής επίδρασης προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση που έχουν οι εξελίξεις από το μέτωπο στη Μέση Ανατολή.
Έρχεται δε μόλις λίγες ημέρες μετά την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) να προχωρήσει για πρώτη φορά μετά από 3 χρόνια σε αύξηση των παρεμβατικών της δεικτών, λόγω της ανόδου του πληθωρισμού πάνω από το 3% το Μάιο στην Ευρωζώνη.
Ο επικεφαλής της Κριστίν Λαγκάρντ και όλοι οι κεντρικοί τραπεζίτες που τοποθετήθηκαν δημόσια τα τελευταία 24ωρα, ξεκαθάρισαν ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένος οδικός χάρτης για το ύψος των επιτοκίων τους επόμενους μήνες, σημειώνοντας πως όλα θα εξαρτηθούν από τα εισερχόμενα δεδομένα.
Αναλυτές θεωρούν ότι εφόσον έχουμε ένα βιώσιμο deal Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, που θα διασφαλίζει την ειρήνη στην ευρύτερη περιοχή σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, οι προσδοκίες για ταχεία μείωση των πληθωριστικών πιέσεων θα ενισχυθούν σημαντικά.

Η επόμενη ημέρα στη Μέση Ανατολή
Όπως λένε, «μπορεί η υποχώρηση των ενεργειακών τιμών σε προπολεμικά επίπεδα να χρειαστεί κάποιο χρόνο, ωστόσο δύσκολα η ΕΚΤ θα αποφάσιζε μία δεύτερη προς τα πάνω αναπροσαρμογή των παρεμβατικών της δεικτών, εάν δεν υπάρξει νέα αναζωπύρωση της κρίσης. Κι αυτό διότι η ανάπτυξη στη Γηραιά Ήπειρο παραμένει ασθενική».
Με αυτά τα δεδομένα, σημειώνουν οι ίδιοι κύκλοι, θα πρέπει να πορευτούν και οι τράπεζες.
Μία νέα αύξηση του κόστους χρήματος κατά 25 μονάδες βάσης θα λειτουργούσε θετικά στα καθαρά έσοδά τους, χωρίς να αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο για επιβράδυνση των ρυθμών πιστωτικής επέκτασης ή για δημιουργία νέων επισφαλειών.
‘Έτσι, χωρίς ιδιαίτερο κόπο θα έβλεπαν το έντοκο εισόδημά τους να αυξάνεται, μιας και το μεγαλύτερο μέρος του υφιστάμενου δανειακού χαρτοφυλακίου είναι κυμαινόμενου επιτοκίου, άμεσα συνδεδεμένου με κάποιον ευρωπαϊκό δείκτη αναφοράς.
Εάν όμως δεν επαληθευτεί αυτό το σενάριο, δεν θα έχουν άλλο όφελος δια της συγκεκριμένης οδού.

Τα πολυετή πλάνα
Σύμφωνα με πηγή από συστημικό όμιλο, «η μη περαιτέρω αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής, δεν είναι αρνητική για τα αποτελέσματά μας».
Όπως λέει, «τα τραπεζικά επιχειρησιακά πλάνα, στα οποία ποντάρει η διεθνής επενδυτική κοινότητα, δεν στηρίζονται στην άνοδο του κόστους χρήματος, αλλά σε άλλες πτυχές, με κυριότερη την καταγραφή ισχυρής πιστωτικής επέκτασης».
Ως εκ τούτου, υπογραμμίζουν, «το τέλος του πολέμου θα σηματοδοτήσει όχι μόνο τη βελτίωση της εμπιστοσύνης, αλλά και τη μείωση του κόστους χρήματος, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να συνεχίσουμε την προσφορά ελκυστικών δανειακών προϊόντων».
Πρόκειται, όπως εξηγούν, «για αναγκαία συνθήκη, ειδικά στη μετά Ταμείου Ανάκαμψης εποχή, προκειμένου να διατηρηθεί η ζήτηση για χρηματοδοτήσεις, τόσο από επιχειρήσεις, όσο και από νοικοκυριά, στα επίπεδα που στοχεύουν τα πολυετή μας πλάνα».
Σημειώνεται ότι στα τέλη του επόμενου μήνα θα παρουσιαστούν οι επιδόσεις των τραπεζών για το β΄ τρίμηνο του 2026.
Οι διοικήσεις τους στις τελευταίες επαφές με αναλυτές παραπέμπουν σε αυτές τις παρουσιάσεις τις όποιες αναπροσαρμογές στις εκτιμήσεις τους για τα αποτελέσματα του συνόλου της εφετινής χρήσης και ενδεχομένως της επόμενης.
Η πιστωτική επέκταση
Τους πρώτους μήνες του 2026 πάντως η αύξηση του δανειακού χαρτοφυλακίου στην Ελλάδα έχει επιβραδυνθεί.
Κι αυτό παρά την ανάκαμψη της στεγαστικής πίστης που γύρισε για πρώτη φορά μετά από 16 χρόνια σε θετικό έδαφος.
Συγκεκριμένα, τον περασμένο Απρίλιο ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των δανείων στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε σε 6,8% από 7,9% το Δεκέμβριο του 2025 και 10,7% τον περασμένο Σεπτέμβριο.
Η μείωση είναι αποτέλεσμα της υποχώρησης της πιστωτικής επέκτασης στις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις από τη ζώνη του 15% – 17% μέχρι και τις αρχές του προηγούμενη φθινοπώρου, σε 9,5%.
Φυσικά το ενεργητικό των τραπεζών συνεχίζει να μεγεθύνεται, απλά αυτό γίνεται πλέον με μικρότερη ταχύτητα.
Αναφορικά με τη ρευστότητα που έχει πέσει στην πραγματική οικονομία, από τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος προκύπτουν οι ακόλουθες καθαρές εισροές στο α΄ τετράμηνο του 2026:
- 287 εκατ. ευρώ στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα
- 1,18 δισ. ευρώ για τις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις
- 71 εκατ. ευρώ για τα νοικοκυριά











![Αγορά εργασίας: Απλήρωτες υπερωρίες δουλεύουν 4 στους 10 εργαζόμενους [γραφήματα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/06/burnout-1-1024x683-1.jpg)



























