Οι χρηματιστηριακές αγορές, εθισμένες επί δεκαέξι χρόνια στην πρακτική της αγοράς κάθε πτώσης («buy the dip») με τη διαρκή υποστήριξη της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed), δείχνουν σήμερα μια χαρακτηριστική αδυναμία να αποτιμήσουν ορθολογικά τους γεωπολιτικούς κινδύνους.
Εν μέσω μιας παρατεταμένης σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, οι επενδυτές συχνά αρκούνται σε επιφανειακές πολιτικές ενδείξεις για να προεξοφλήσουν την αποκλιμάκωση.
Αγνοούν, ωστόσο, ότι από τη στιγμή που το Ιράν απέδειξε πως μπορεί να διαταράξει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, το παγκόσμιο status quo άλλαξε ριζικά. Χωρίς μια αξιόπιστη συμφωνία προστασίας των Στενών, η γεωπολιτική αβεβαιότητα θα συνεχίσει να ρίχνει βαριά τη σκιά της στην παγκόσμια αγορά ενέργειας και να τροφοδοτεί δομικά τον πληθωρισμό.
Το τι ακριβώς θα πυροδοτήσει ένα γενικευμένο sell-off παραμένει άγνωστο, όπως ακριβώς συνέβη και με το ξέσπασμα της πανδημίας του 2020, όταν οι αγορές αδρανούσαν μέχρι να καταγραφεί ο πρώτος νεκρός στην Ευρώπη.
Η ουσία βρίσκεται, όπως πάντα, στην αντίδραση της Fed. Αν η αμερικανική κεντρική τράπεζα επιμείνει σε έναν αυστηρό ορισμό της νομισματικής της δικαιοδοσίας χωρίς διάθεση άμεσης στήριξης, μια χρηματιστηριακή διόρθωση μπορεί εύκολα να μετεξελιχθεί σε ευρύτερη οικονομική κρίση.
Υπό αυτό το πρίσμα, η πραγματική απειλή για την ανάπτυξη δεν προέρχεται απαραίτητα από μια βραχυπρόθεσμη εκτίναξη του πετρελαίου στα 150 δολάρια, αλλά κυρίως από τον παρατεταμένο χρόνο παραμονής των τιμών σε υψηλά επίπεδα των 85-95 δολαρίων.
Αυτή η συνθήκη επαναφέρει στο προσκήνιο το φάντασμα του στασιμοπληθωρισμού. Ενώ στις ΗΠΑ, με πραγματική ανάπτυξη άνω του 2%, το σενάριο αυτό φαντάζει απομακρυσμένο, στην Ευρώπη της αναιμικής ανάπτυξης (κάτω του 1%) είναι πολύ πιο υπαρκτό. Το κλειδί θα είναι η εξέλιξη του πληθωρισμού σε μισθούς και υπηρεσίες, όταν θα έχει πλέον απορροφηθεί η όποια αποκλιμάκωση στα καύσιμα.
Με τον πληθωρισμό να κινείται επίμονα μεταξύ 3% και 4%, οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται εγκλωβισμένες. Η Fed, με τα επιτόκια στο 3,75%, και η ΕΚΤ, στο 2,25%, βρίσκονται σε διαφορετικά σημεία του νομισματικού κύκλου, καθιστώντας την ευρωπαϊκή τράπεζα πολύ πιο πιθανή να προχωρήσει σε νέα αύξηση επιτοκίων.
Σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, διαμορφώνονται ξεκάθαροι νικητές και ηττημένοι στην πραγματική οικονομία.
Η ναυτιλία (tankers και LNG carriers) ευνοείται δομικά από την ανακατεύθυνση των εμπορικών ροών και διαθέτει την τιμολογιακή δύναμη (pricing power) να μετακυλίσει το κόστος.
Αντίθετα, η ενεργοβόρα μεταποίηση χωρίς αντίστοιχη δυνατότητα (όπως το αλουμίνιο και ο χάλυβας) και κλάδοι όπως ο τουρισμός και οι αερομεταφορές δέχονται ασφυκτικές πιέσεις στα περιθώριά τους.
Για την ελληνική οικονομία, οι συνέπειες αναμένονται άμεσες και ηχηρές. Ως χώρα που εισάγει ακριβή ενέργεια, η Ελλάδα αντιμετωπίζει έναν πληθωρισμό που απειλεί ευθέως την κατανάλωση, η οποία αποτελεί δυσανάλογα μεγάλο μέρος του ΑΕΠ, ειδικά από τη στιγμή που τα νοικοκυριά στερούνται ισχυρού αποταμιευτικού μαξιλαριού.
Ο κρίσιμος τομέας του τουρισμού πλήττεται, ο δημοσιονομικός χώρος συμπιέζεται, ενώ στο Χρηματιστήριο Αθηνών μια ευρύτερη οικονομική επιβράδυνση θα ροκανίσει την κερδοφορία των τραπεζών, παρά τα όποια πρόσκαιρα οφέλη από τα υψηλά επιτόκια.
Μέσα σε αυτό το τοπίο ενός ύστερου κύκλου χρέους, η αναζήτηση «ασφαλών καταφυγίων» μοιάζει πλέον με ψευδαίσθηση. Ο χρυσός χαρακτηρίζεται από ακραία μεταβλητότητα, με αποτέλεσμα μια επένδυση του Ιανουαρίου 1980 να χρειαστεί να φτάσει στον Οκτώβριο του 2025 για να καταγράψει πραγματικά κέρδη έναντι του πληθωρισμού.
Με τον Λευκό Οίκο να μην επιθυμεί ένα ισχυρό δολάριο, τα αμερικανικά ομόλογα χάνουν την ελκυστικότητά τους, ενώ τα ευρωπαϊκά υπονομεύονται από τη δημοσιονομική αδυναμία κρατών όπως η Γαλλία και η Ιταλία. Ακόμη και το γερμανικό Bund, με απόδοση 3,1%, δεν επαρκεί για να προστατεύσει από τον πληθωρισμό, επιβεβαιώνοντας πως η εποχή της απόλυτης επενδυτικής ασφάλειας έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.
*Ο Γιώργος Λαγαρίας είναι Chief Economist, Director Economics Hub της Forvis Mazars Financial Planning UK






































