Όσο οι κρίσεις διαδέχονται η μία την άλλη, όλο και περισσότερο μοιάζει πως έχουμε αρχίσει να συνηθίζουμε κάτι που κανονικά θα έπρεπε να μας ανησυχεί. Είναι αλήθεια πως πολλές φορές η κρίση πραγματικά φέρνει και ευκαιρίες, όσο επώδυνη κι αν είναι για την κοινωνία. Αυτό όμως που μοιάζει να γίνεται η νέα πραγματικότητα είναι οτι οι κρίσεις φέρνουν δημοσιονομικές ευκαιρίες για το κράτος. Οι διαδοχικές κρίσεις του τελευταίου διαστήματος έχουν φέρει “ζεστό” Ευρωπαϊκό χρήμα στα κρατικά ταμεία. Ταυτόχρονα ενώ η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά, φουσκώνει τα φορολογικά έσοδα. Η ενεργειακή κρίση αδειάζει τα πορτοφόλια, αλλά γεμίζει τα κρατικά ταμεία. Αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής είναι να μην συζητάμε για το πώς θα πέσουν οι τιμές, αλλά πόσα επιδόματα θα μοιραστούν από το υπερπλεόνασμα.
Τα στοιχεία του προϋπολογισμού είναι αποκαλυπτικά. Στο πρώτο εξάμηνο, ο ΦΠΑ απέφερε επιπλέον 573 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον στόχο, σχεδόν όση ήταν συνολικά η υπέρβαση των φορολογικών εσόδων. Οι πολίτες όμως δεν κατανάλωσαν περισσότερο, στην πραγματικότητα πλήρωσαν ακριβότερα για να αγοράσουν λιγότερα.
Κι όμως, η απάντηση της πολιτείας παραμένει σχεδόν πάντα η ίδια. Όχι χαμηλότεροι έμμεσοι φόροι. Όχι μόνιμες παρεμβάσεις που θα περιορίσουν το κόστος ζωής. Αλλά επιδόματα, έκτακτες ενισχύσεις και παροχές που επιστρέφουν ένα μέρος από αυτά που το ίδιο το κράτος εισέπραξε χάρη στην ακρίβεια.
Ίσως αυτό να είναι και το μεγαλύτερο παράδοξο της ελληνικής οικονομίας. Αναζητούμε διαρκώς δημοσιονομικό χώρο μέσα από τις κρίσεις, αντί να δημιουργούμε ανάπτυξη που θα τον εξασφαλίζει χωρίς αυτές. Κάθε εξωτερικός κλυδωνισμός μετατρέπεται σε έναν μηχανισμό αναδιανομής, πρώτα μέσω των υψηλότερων τιμών και της αυξημένης φορολογίας και ύστερα μέσω των κρατικών παροχών.
Αργά ή γρήγορα, όμως, θα πρέπει να αποφασίσουμε τι οικονομία θέλουμε. Μια οικονομία που στηρίζεται στην ανθεκτικότητα των πολιτών απέναντι στις αλλεπάλληλες κρίσεις ή μια οικονομία που δεν έχει ανάγκη από κρίσεις για να εμφανίζει πλεονάσματα. Γιατί, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, έχουμε αρχίσει να συμπεριφερόμαστε σαν να μας είναι περισσότερο χρήσιμες από όσο θα έπρεπε. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της δημόσιας συζήτησης.






































