Ότανμιλάμε για κάλυψη τεκμηρίων, δεν εννοούμε την κάλυψη του «πόθεν έσχες». Η διοίκηση μπορεί να επιβάλει φόρο στην διαφορά εισοδήματος και τεκμηρίων, το φορολογικό έτος που παρουσιάστηκε αυτή η διαφορά, αλλά έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον φορολογούμενο να αποδείξει την πηγή των χρήματων αυτών.
Να θυμίσουμε ότι στην φορολογική ανάλωση του κεφαλαίου υπολογίζουμε πραγματικά εισοδήματα, φορολογητέα, αφορολόγητα και φορολογηθέντα με ειδικό τρόπο, με τεκμαρτές δαπάνες.
Συνεπώς δεν φτάνει μόνο η κάλυψη των τεκμηρίων με την φορολογική ανάλωση κεφαλαίου, αλλά πρέπει να μπορέσει ο φορολογούμενος, σε τυχόν φορολογικό έλεγχο, να αποδείξει εάν πραγματικά διαθέτει αυτά τα χρήματα για την απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων.
Στην περίπτωση αυτή ο έλεγχος θα γίνει πάνω σε πραγματικά στοιχεία, δηλαδή στο πραγματικό εισόδημα που έχει ο/η φορολογούμενος/νη και στις πραγματικές δαπάνες, όπως οι κωδικοί 049-050 για τις ηλεκτρονικές δαπάνες, τα χρήματα που δόθηκαν για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων και τα υπόλοιπα μετρήσιμα ποσά , όπως τα χρήματα για ιδιωτικά στοιχεία , οι φόροι που έχουν πληρωθεί για εισόδημα ΕΝΦΙΑ κ.λπ.
Ακόμη και τα περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν τεκμήρια μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου από τις αρχές, για τον τρόπο απόκτησης των χρημάτων για την αγορά τους.
Δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων
Με τις διατάξεις του άρθρου 32 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΦΕ – ν.4172/2013) προσδιορίζονται τα χρηματικά ποσά που πραγματικά καταβάλλονται από το φορολογούμενο, τη σύζυγό του και τα εξαρτώμενα μέλη για απόκτηση περιουσιακών στοιχείων και λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του ετήσιου εισοδήματος.
Σημειώνεται ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται μόνο όταν τις οικείες δαπάνες πραγματοποιούν φυσικά πρόσωπα, ως ιδιώτες και όχι στα πλαίσια άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας όπου οι σχετικές αγορές έχουν καταχωρηθεί στα λογιστικά τους αρχεία.
Επίσης λαμβάνονται υπόψη μόνο τα ποσά που πραγματικά καταβάλλονται στο φορολογικό έτος (ποσό δόσης, προκαταβολής κ.τ.λ.) και όχι το συνολικό ποσό της αγοράς που πιθανόν μέρος του να καταβληθεί σε επόμενο φορολογικό έτος.
Σημειώνεται ότι ο φορολογικός κάτοικος αλλοδαπής με πραγματικό εισόδημα στην Ελλάδα που πραγματοποιεί δαπάνη απόκτησης περιουσιακών στοιχείων στην Ελλάδα εάν αποδείξει, προσκομίζοντας τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, ότι το τίμημα της απόκτησης καταβλήθηκε στην αλλοδαπή δεν προσμετράται η δαπάνη αυτή.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, ως ετήσια δαπάνη του φορολογουμένου της συζύγου του και των εξαρτώμενων μελών του λογίζονται τα χρηματικά ποσά που πραγματικά καταβάλλονται, για:
α) για την αγορά ή χρηματοδοτική μίσθωση αυτοκινήτων, δίτροχων κ.λπ. οχημάτων
β) για την αγορά ή χρηματοδοτική μίσθωση πλοίων αναψυχής, λοιπών σκαφών αναψυχής και αεροσκαφών
γ) για την αγορά χρηματοδοτική μίσθωση κινητών πραγμάτων αξίας πάνω από 10.000€
δ) για αγορά επιχειρήσεων, εταιρικών μεριδίων και χρεογράφων γενικά και τις καταβολές για ασφαλιστικά επενδυτικά συμβόλαια κατά το μέρος που αποτελούν επενδυτικό προϊόν
ε) για την αγορά ή χρονομεριστική ή χρηματοδοτική μίσθωση ακινήτων ή ανέγερση οικοδομών κ.λπ.
στ) για τη χορήγηση δανείων προς οποιονδήποτε
ζ) για δωρεές ή γονικές παροχές ή χορηγίες χρηματικών ποσών άνω των 300€ (εκτός από το Δημόσιο κ.λπ.)
η) για την τοκοχρεωλυτική απόσβεση δανείων οποιασδήποτε μορφής
Προσοχή: Στην συμπλήρωση των σχετικών ποσών στο Έντυπο Φορολογίας Εισοδήματος των Φυσικών Προσώπων (έντυπο Ε1), για τους κωδικούς 719 έως 728, οι οποίοι αφορούν σε δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, υπάρχει διάκριση αν πρόκειται για δαπάνη που πραγματοποιήθηκε στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή. Επίσης, ζητείται ο ΑΦΜ του συμβαλλόμενου κατά περίπτωση.
Νομοθετικό πλαίσιο
Όπως αναφέρεται στο άρθρο 32 του ν.4172/2013, ως ετήσια δαπάνη του φορολογουμένου της συζύγου του και των εξαρτώμενων µελών του λογίζονται και τα χρηματικά ποσά που πραγματικά καταβάλλονται για:
α) Αυτοκίνητα – οχήματα γενικά.
Αφορούν τα συνολικά ποσά (τίμημα και λοιπά έξοδα), που καταβάλατε από τον φορολογούμενο, για την αγορά ή χρηματοδοτική μίσθωση αυτοκινήτων Ι.Χ., δίτροχων ή τρίτροχων αυτοκινούμενων οχημάτων της οικογένειάς σας ή της ατομικής επιχείρησής σας.
Εξαιρούνται όσα αποτελούν το άμεσο αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας καθώς και τα επιβατικά Δ.Χ. καθώς και τα φορτηγά Δ.Χ. και Ι.Χ. που αποτελούν πάγιο εξοπλισμό επαγγελματικής χρήσης. Στην έννοια του επαγγελματικού εξοπλισμού δεν περιλαμβάνεται η απόκτηση Ι.Χ. επιβατικού αυτοκινήτου, για τα οποία ισχύει σε κάθε περίπτωση το τεκμήριο απόκτησης.
Επίσης, εξαιρούνται τα επιβατικά ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητα που είναι ειδικά διασκευασμένα για πρόσωπα που παρουσιάζουν κινητικές αναπηρίες που υπερβαίνουν σε ποσοστό το εξήντα επτά τοις εκατό (67%), καθώς και οχήματα μηδενικών ρύπων με ΛΤΠΦ μέχρι 50.000 ευρώ Εφόσον συντρέχει κάποια από τις παραπάνω περιπτώσεις που εξαιρούνται της δαπάνης απόκτησης, δεν θα συμπληρώνονται οι κωδικοί αυτοί. Ως επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης ειδικά διασκευασμένα για κινητικά ανάπηρους θεωρούνται εκείνα που διασκευάστηκαν ύστερα από άδεια της αρμόδιας αρχής για να οδηγούνται από πρόσωπα που παρουσιάζουν κινητικές αναπηρίες που υπερβαίνουν με ποσοστό τουλάχιστον 67% ή για να μεταφέρουν αυτά τα πρόσωπα μαζί με τα αντικείμενα που είναι απαραίτητα για τη μετακίνησή τους.
Επισημαίνεται ότι, δεν συμπληρώνονται τα συνολικά ποσά (τίμημα και λοιπά έξοδα) που καταβάλατε για την αγορά ή χρηματοδοτική μίσθωση αυτοκινήτων Ι.Χ., δίτροχων ή τρίτροχων αυτοκινούμενων οχημάτων εφόσον ανήκετε στα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 12 της Συμφωνίας Έδρας μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας Εμπορίου και Ανάπτυξης του Ευξείνου Πόντου, που κυρώθηκε με το ν.2707/1999 (Α΄78).
(Σχετικές οι εγκύκλιοι ΠΟΛ.1076/26.3.2015 και Α.1062/2026 )
Προσοχή: Σύμφωνα με το άρθρο 33 του ίδιου νόμου (Μη εφαρμογή αντικειμενικών δαπανών και υπηρεσιών), δεν θεωρείται τεκμήριο απόκτησης περιουσιακού στοιχείου η δαπάνη:
i) Για την αγορά πάγιου εξοπλισμού επαγγελματικής χρήσης από πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα. Στην έννοια του πάγιου εξοπλισμού περιλαμβάνονται μηχανήματα, υπολογιστές, έπιπλα, σκεύη, Φ.Δ.Χ. αυτοκίνητα, Φ.Ι.Χ. αυτοκίνητα, Ε.Δ.Χ. αυτοκίνητα, μοτοποδήλατα, μοτοσυκλέτες, σκάφη, αεροσκάφη που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την άσκηση επιχείρησης ή ελευθέριου επαγγέλματος. Να σημειώσουμε ακόμη , ότι από το φορολογικό έτος 2018, με απόφαση της διοίκηση διευκρινίστηκε ότι από 1.1.2018 η αγορά Ε.Ι.Χ. αυτοκινήτου από ατομική επιχείρηση, θεωρείται τεκμήριο του φυσικού προσώπου. «Στην έννοια του επαγγελματικού εξοπλισμού δεν περιλαμβάνεται η αγορά ή ανέγερση ακινήτου καθώς και η απόκτηση Ι.Χ. επιβατικού αυτοκινήτου, για τα οποία ισχύει σε κάθε περίπτωση το τεκμήριο απόκτησης».
ii) Ως επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης ειδικά διασκευασμένα για κινητικά αναπήρους θεωρούνται εκείνα που διασκευάστηκαν ύστερα από άδεια της αρμόδιας αρχής για να οδηγούνται από πρόσωπα που παρουσιάζουν κινητική αναπηρία με ποσοστό πάνω από εξήντα επτά τοις εκατό (67%) ή για να μεταφέρουν αυτά τα πρόσωπα μαζί με τα αντικείμενα που είναι απαραίτητα με τη μετακίνησή τους.
Σε ποιο φορολογικό έτος υπολογίζουμε το τεκμήριο;
Σε περίπτωση που το αυτοκίνητο εξοφληθεί με δόσεις, τεκμήριο θεωρείται το ποσό που αποδίδεται μέσα στο φορολογικό έτος και όχι το σύνολο.
Δηλαδή αν αγοράσουμε ένα αυτοκίνητο τον 10ο του 2025, αξίας 15.000 ευρώ και δώσουμε 5.000 ευρώ προκαταβολή στην παραλαβή, και το υπόλοιπο σε 10 δόσεις, σαν τεκμήριο του φορολογικού έτους 2025 θεωρείται η προκαταβολή 5.000 και οι δόσεις του Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου (1.000 Χ 2) δηλαδή 2.000 ευρώ. Το συνολικό ποσό που θα εγγραφεί στον αντίστοιχο κωδικό είναι 7.000 ευρώ.
Αν το όχημα αγοραστεί με δάνειο, θα αναγράψουμε όλο το ποσό της αξίας αγοράς και στον πίνακα 6 του εντύπου Ε1 θα σημειώσουμε το σύνολο του δανείου που έχουμε λάβει. Σαν τεκμήριο θα αποτελέσει τα επόμενα φορολογικά έτη το τοκοχρεολύσιο του δανείου.
Σε περίπτωση που αγοράσαμε ένα αυτοκίνητο στις 27 Δεκεμβρίου και το δάνειο εγκρίθηκε στις 9 Ιανουαρίου, στην περίπτωση που δεν έχουμε πληρώσει κανένα ποσό για την εξόφληση του οχήματος, η εγγραφή στον πίνακα 5.2 του Ε1 θα γίνει την επόμενη χρονιά, αφού τεκμήριο αποτελεί η πληρωμή του περιουσιακού στοιχείου και όχι η αγορά του.
Ο Απόστολος Αλωνιάτης είναι οικονομολόγος – φοροτεχνικός, Α’ Αντιπρόεδρος του Ινστιτούτου Οικονομικών & Φορολογικών Μελετών (Ι.Ο.ΦΟ.Μ), Σύμβουλος Διοίκησης της ENTERSOFTONE και συγγραφέας






































