Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εισέλθει οριστικά σε μια περίοδο δομικά υψηλότερων αμυντικών δαπανών. Ο συνεχιζόμενος πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία και η εντεινόμενη αβεβαιότητα γύρω από τις σχέσεις ασφαλείας με τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πολλαπλασιάσει την πίεση στα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη να επεκτείνουν τους στρατιωτικούς τους προϋπολογισμούς.
Όπως αναλύει σε άρθρο του στο Social Europe ο Φίλιπ Χάιμπεργκερ, οικονομολόγος στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Μελετών της Βιέννης (wiiw), οι μακροοικονομικές συνέπειες αυτής της στροφής κρύβουν σοβαρούς κινδύνους για τα δημόσια οικονομικά. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη που εκπονήθηκε κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να δημιουργήσει δημοσιονομικό χώρο για εξοπλισμούς απλώς αναβάλλει τη δύσκολη συζήτηση για το ποιος θα πληρώσει τελικά τον λογαριασμό.
Η προσωρινή ανάσα της ρήτρας διαφυγής
Για να διευκολύνει τα κράτη-μέλη, η Κομισιόν έχει ενθαρρύνει τη συντονισμένη ενεργοποίηση της αποκαλούμενης «εθνικής ρήτρας διαφυγής» (National Escape Clause – NEC). Η ρήτρα αυτή επιτρέπει μια προσωρινή απόκλιση από τη συμφωνημένη δημοσιονομική πορεία της κάθε χώρας, αποκλειστικά για την κάλυψη πρόσθετων αμυντικών δαπανών.
Η επιτρεπόμενη απόκλιση περιορίζεται στο 1,5% του ΑΕΠ ετησίως, σε σχέση με το επίπεδο δαπανών του έτους αναφοράς (που είναι το 2021 ή, για ορισμένες χώρες, το 2024), και εφαρμόζεται για την περίοδο 2025-2028. Μάλιστα, οι συμβάσεις για την προμήθεια αμυντικού υλικού που συνάπτονται σε αυτό το διάστημα παραμένουν επιλέξιμες για εξαίρεση, ακόμη και αν οι πληρωμές γίνουν αργότερα.
Μέχρι τον Οκτώβριο του 2026, 18 κράτη-μέλη είχαν ενεργοποιήσει τη ρήτρα: Ελλάδα, Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Κροατία, Τσεχία, Δανία, Εσθονία, Φινλανδία, Γερμανία, Ουγγαρία, Λετονία, Λιθουανία, Πολωνία, Πορτογαλία, Σλοβακία, Σλοβενία και Ισπανία. Επιπλέον, από τον Ιούνιο του 2026, η ευελιξία αυτή επεκτάθηκε για να καλύψει και μέτρα μείωσης της εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, με ανώτατο όριο το 0,3% του ΑΕΠ ετησίως και σωρευτικά 0,6% για την περίοδο 2026-2028.
Οι αμυντικές δαπάνες είχαν ήδη αρχίσει να αυξάνονται πριν από την πρόσκληση της Κομισιόν. Στην ΕΕ των 27, ο μέσος όρος ανέβηκε από 1,3% του ΑΕΠ το 2021 σε 1,5% το 2024. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφηκαν σε χώρες που βρίσκονται γεωγραφικά κοντά στη Ρωσία, όπως η Εσθονία (από 2,0% σε 3,7%) και η Πολωνία (από 1,6% σε 2,9%). Ωστόσο, την ίδια περίοδο, οι αμυντικές δαπάνες παρέμειναν στάσιμες σε χώρες όπως η Σλοβακία, η Πορτογαλία και η Ισπανία, ενώ μειώθηκαν σε Ελλάδα, Βουλγαρία και Ιταλία. Σύμφωνα με ανάλυση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η στρατιωτική δαπάνη στην Ευρωζώνη αναμένεται να φτάσει το 1,7% του ΑΕΠ το 2026, οδηγούμενη από χώρες όπως η Εσθονία, η Φινλανδία και η Γερμανία.
Μια απλή αναβολή του λογαριασμού
Η ανάλυση του wiiw καταδεικνύει ότι η ρήτρα διαφυγής απλώς μεταθέτει χρονικά τις πιέσεις δημοσιονομικής εξυγίανσης. Μόλις λήξει αυτή η ευελιξία μετά το 2028, τα κράτη-μέλη θα βρεθούν αντιμέτωπα με επιτακτική ανάγκη προσαρμογής στους ευρωπαϊκούς κανόνες, με το μεγαλύτερο βάρος να πέφτει στις χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος και μεγάλα ελλείμματα.
Μεσοπρόθεσμα, η διατήρηση υψηλών αμυντικών δαπανών, σε συνδυασμό με την τήρηση του δημοσιονομικού πλαισίου της ΕΕ, θα απαιτήσει είτε υψηλότερους φόρους, είτε περικοπές σε άλλους τομείς, είτε συνδυασμό και των δύο. Αυτό αναπόφευκτα θα δημιουργήσει σύγκρουση με άλλες βασικές προτεραιότητες, όπως οι επενδύσεις για το κλίμα και την ψηφιακή μετάβαση, αλλά και με τις κοινωνικές δαπάνες.
Δεν είναι τυχαίο ότι υπερχρεωμένα κράτη αποφεύγουν να κάνουν πλήρη χρήση αυτής της ευελιξίας. Η Ιταλία δεν ενεργοποίησε καθόλου τη ρήτρα, ενώ η Πορτογαλία κάνει πολύ περιορισμένη χρήση, προφανώς από τον φόβο ότι ο πρόσθετος δανεισμός σήμερα θα απαιτήσει πολύ πιο σκληρά μέτρα προσαρμογής αύριο. Για χώρες όπως η Αυστρία, που έχουν ενεργοποιήσει τη ρήτρα ενώ βρίσκονται ήδη σε Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείμματος, οι υψηλότερες αμυντικές δαπάνες ενδέχεται να παρατείνουν την παραμονή τους σε καθεστώς αυστηρής επιτήρησης, καθώς τα χρήματα αυτά συνεχίζουν να προσμετρώνται στο συνολικό έλλειμμα.
Πενιχρό αναπτυξιακό όφελος και εξάρτηση από τις ΗΠΑ
Η μελέτη καταρρίπτει επίσης τον μύθο ότι οι εξοπλισμοί λειτουργούν ως μοχλός ισχυρής ανάπτυξης. Οι μακροοικονομικές προσομοιώσεις δείχνουν ότι η ώθηση είναι θετική αλλά απολύτως περιορισμένη. Σύμφωνα με την Κομισιόν, μια σταδιακή αύξηση των αμυντικών δαπανών κατά 1,5% του ΑΕΠ έως το 2028 θα αυξήσει το ευρωπαϊκό ΑΕΠ μόλις κατά 0,5%, ενώ ο πληθωρισμός θα παραμείνει αυξημένος κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες. Το ΔΝΤ είναι ελαφρώς πιο αισιόδοξο, εκτιμώντας αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,9% και του πληθωρισμού κατά 0,25 μονάδες.
Ο βασικός λόγος για αυτό το φτωχό αναπτυξιακό αποτέλεσμα είναι ο κατακερματισμός της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας και η τεράστια εξάρτηση από τρίτες χώρες. Οι εισαγωγές όπλων των ευρωπαϊκών κρατών του ΝΑΤΟ την περίοδο 2021-2025 ήταν κατά 143% υψηλότερες σε σχέση με την περίοδο 2016-2020, με τις ΗΠΑ να προμηθεύουν το 58% αυτών των εισαγωγών. Επιπλέον, το μεγαλύτερο μέρος των νέων δαπανών κατευθύνεται σε μισθοδοσία και λειτουργικά έξοδα, και όχι σε έρευνα, ανάπτυξη και παραγωγικές επενδύσεις.
Για να υπάρξει πραγματικό όφελος, απαιτείται ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγικής ικανότητας, κοινές προμήθειες και κοινή ευρωπαϊκή χρηματοδότηση της άμυνας, ώστε να μετριαστεί το τεράστιο χάσμα στο κόστος δανεισμού μεταξύ των κρατών-μελών.
Η απειλή για το κοινωνικό κράτος
Το βασικό ερώτημα παραμένει το πώς θα χρηματοδοτηθεί αυτή η μόνιμη στροφή στους εξοπλισμούς από το 2029 και μετά. Η πίεση της δημοσιονομικής προσαρμογής αναμένεται να πέσει δυσανάλογα στις δαπάνες κοινωνικής προστασίας, οι οποίες αντιπροσωπεύουν σήμερα περίπου το 40% των συνολικών κρατικών δαπανών στην ΕΕ. Τυχόν βαριές περικοπές στον κοινωνικό προϋπολογισμό όχι μόνο θα φρενάρουν την οικονομική δραστηριότητα, αλλά θα πυροδοτήσουν βαθιές κοινωνικές συγκρούσεις, αυξάνοντας κατακόρυφα τον κίνδυνο πολιτικής αστάθειας.
Αντιθέτως, η στόχευση των δημόσιων πόρων στην πράσινη μετάβαση και την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα θεωρείται επένδυση με πολύ ισχυρότερο αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή, καθώς θωρακίζει την οικονομία από μελλοντικά πληθωριστικά σοκ.
Η ιστορία δείχνει ότι οι περίοδοι μαζικού επανεξοπλισμού χρηματοδοτούνται κατά κανόνα μέσω ενός μείγματος υψηλότερων ελλειμμάτων και αυξημένης φορολογίας. Εάν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θέλουν να διατηρήσουν τις υψηλές αμυντικές δαπάνες χωρίς να διαλύσουν τη δημόσια παιδεία, την υγεία, την κοινωνική προστασία και τη δράση για το κλίμα, η επιβολή νέων φόρων θεωρείται μονόδρομος. Η διασφάλιση ότι τα πιο εύπορα οικονομικά στρώματα θα επωμιστούν το μεγαλύτερο μέρος αυτού του πρόσθετου φορολογικού βάρους, αποτελεί ίσως τον μοναδικό τρόπο για να περιοριστούν οι αρνητικές συνέπειες στις ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Πηγή: In.gr






































