Η ελληνική οικονομία έχει ενισχύσει τις αντοχές της απέναντι στις διεθνείς κρίσεις και αναμένεται να διατηρήσει ρυθμούς ανάπτυξης κοντά στο 2% την περίοδο 2026-2028, όμως η επιμονή του πληθωρισμού, το υψηλό έλλειμμα εξωτερικών συναλλαγών και οι αδυναμίες της παραγωγικής βάσης δεν επιτρέπουν εφησυχασμό. Αυτό ήταν το κεντρικό μήνυμα που έστειλε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, σε ομιλία σε εκδήλωση της Aegean Baltic Bank, με επίκεντρο την ανθεκτικότητα της ευρωζώνης και της ελληνικής οικονομίας και τον ρόλο της ναυτιλίας και των τραπεζών.
Ο διοικητής περιέγραψε μια οικονομία που βρίσκεται σε σαφώς ισχυρότερη θέση σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία, χάρη στη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών, την εξυγίανση των τραπεζών και την ανάκαμψη των επενδύσεων. Έθεσε, ωστόσο, ως ζητούμενο η σημερινή σταθερότητα να μετατραπεί σε διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας, της ανταγωνιστικότητας και των πραγματικών εισοδημάτων, αντί να περιοριστεί στην απορρόφηση των διαδοχικών εξωτερικών κραδασμών.
Η ακρίβεια παραμένει η βασική βραχυπρόθεσμη πίεση
Παρά τη θετική αναπτυξιακή εικόνα, ο κ. Στουρνάρας χαρακτήρισε τον πληθωρισμό ως τη σημαντικότερη βραχυπρόθεσμη πίεση για την ελληνική οικονομία, καθώς περιορίζει την αγοραστική δύναμη και επιβαρύνει ιδιαίτερα τα χαμηλότερα εισοδήματα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 4% το πρώτο δεκάμηνο του 2026, έναντι 2,9% την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Τον Οκτώβριο, βάσει της προκαταρκτικής εκτίμησης της Eurostat που επικαλέστηκε, αυξήθηκε στο 5,6%, από 5,1% τον Σεπτέμβριο.
Οι ανατιμήσεις δεν περιορίζονται στην ενέργεια. Ο πληθωρισμός των υπηρεσιών διατηρείται στο 6,3%, ενώ ο πυρήνας του πληθωρισμού αυξήθηκε στο 4,7%, έναντι 2,5% στην ευρωζώνη. Ο διοικητής συνέδεσε τη διεύρυνση της απόκλισης με την ισχυρή ζήτηση, το θετικό παραγωγικό κενό, την αύξηση του ενεργειακού κόστους και του κόστους υπηρεσιών, αλλά και τις στρεβλώσεις σε επιμέρους αγορές.
Στο πλαίσιο αυτό, έδωσε έμφαση σε παρεμβάσεις που ενισχύουν την προσφορά και τον ανταγωνισμό: αποτελεσματικότερη εφαρμογή της πολιτικής ανταγωνισμού, περιορισμό των εμποδίων εισόδου νέων επιχειρήσεων, μεγαλύτερη διαφάνεια στις τιμές και ευκολότερη σύγκριση χρεώσεων. Στην ενέργεια, προέταξε τις επενδύσεις σε δίκτυα, διασυνδέσεις, ανανεώσιμες πηγές και αποθήκευση, ενώ για τη στέγαση υπογράμμισε την ανάγκη αύξησης της προσφοράς κατοικιών, ώστε να περιοριστούν οι πιέσεις στα ενοίκια.
Οι επενδύσεις στηρίζουν την ανάπτυξη — το στοίχημα μετά το 2026
Σύμφωνα με την ομιλία, το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση το πρώτο εξάμηνο του 2026, έναντι 0,9% στην ευρωζώνη. Οι επενδύσεις αποτέλεσαν τον κύριο προωθητικό παράγοντα, καθώς αυξήθηκαν περίπου κατά 9% και συνέβαλαν κατά 1,6 ποσοστιαίες μονάδες στην ανάπτυξη. Η εγχώρια ζήτηση, με βασικές συνιστώσες τις επενδύσεις και την ιδιωτική κατανάλωση, αναμένεται να παραμείνει ο βασικός μοχλός της οικονομικής δραστηριότητας τα επόμενα χρόνια.
Ο κ. Στουρνάρας στάθηκε ιδιαίτερα στη μεταβολή που έχει συντελεστεί από το 2020: έως το 2025, ο ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου αυξήθηκε κατά 91,7% σε πραγματικούς όρους, με το μερίδιό του στο ΑΕΠ να ανεβαίνει από 12,3% σε 18%. Παράλληλα, οι εισροές ξένων άμεσων επενδύσεων ανήλθαν σε 12,9 δισ. ευρώ το 2025 και σε 7,9 δισ. ευρώ το πρώτο οκτάμηνο του 2026. Διευκρίνισε, πάντως, ότι μέρος αυτών των εισροών αφορά μεγάλες μεμονωμένες επιχειρηματικές συναλλαγές και δεν αντιστοιχεί εξ ολοκλήρου στη δημιουργία νέων παραγωγικών εγκαταστάσεων.
Κρίσιμο ερώτημα παραμένει η διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής μετά τη λήξη του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας στο τέλος του 2026. Όπως ανέφερε, η Ελλάδα έχει εισπράξει 24,6 δισ. ευρώ, από τα οποία 12,9 δισ. σε επιχορηγήσεις και 11,7 δισ. σε δάνεια, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 68% της συνολικής χρηματοδότησης. Τα εναπομείναντα αιτήματα πληρωμής, συνολικού ύψους 11,3 δισ. ευρώ, έχουν υποβληθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Η ολοκλήρωση του προγράμματος, ωστόσο, δεν σημαίνει αυτόματη διακοπή των επενδύσεων. Ο διοικητής επισήμανε ότι πολλά έργα έχουν πολυετή ορίζοντα, ενώ οι εκταμιεύσεις των σχετικών δανείων προς τους τελικούς δικαιούχους μπορούν να συνεχιστούν έως το 2029. Πρόσθετη στήριξη αναμένεται από άλλα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, το εθνικό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και τα ιδιωτικά κεφάλαια. Η μετάβαση σε περισσότερο αυτοτροφοδοτούμενη επενδυτική ανάπτυξη προϋποθέτει, όπως τόνισε, μετατροπή της προσωρινής χρηματοδότησης σε μόνιμη παραγωγική ικανότητα.
Η δημοσιονομική πρόοδος δεν καταργεί την ανάγκη πειθαρχίας
Σημαντικό στήριγμα της ανθεκτικότητας αποτελεί, κατά τον διοικητή της ΤτΕ, η βελτίωση των δημόσιων οικονομικών. Το 2025 η γενική κυβέρνηση κατέγραψε δημοσιονομικό πλεόνασμα 2% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 5,1%, ενώ ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ μειώθηκε στο 145,4%, από 153,5% το προηγούμενο έτος. Η μεγάλη μέση διάρκεια του χρέους, το σχετικά χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης και τα ταμειακά διαθέσιμα περιορίζουν την άμεση έκθεση της χώρας στις αυξήσεις των διεθνών επιτοκίων.
«Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον κάθε διεθνή χρηματοπιστωτική αναταραχή από θέση δημοσιονομικής αδυναμίας», σημείωσε χαρακτηριστικά. Η αποκατάσταση της αξιοπιστίας έχει οφέλη όχι μόνο για το Δημόσιο, αλλά και για τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις, καθώς η μείωση του κινδύνου χώρας βελτιώνει τις συνθήκες άντλησης κεφαλαίων. Σύμφωνα με τον ίδιο, από τον Απρίλιο του 2023 η διαφορά αποδόσεων των ελληνικών κρατικών ομολόγων έναντι των γερμανικών έχει περιοριστεί περίπου κατά 80 μονάδες βάσης.
Παρ’ όλα αυτά, το χρέος παραμένει υψηλό, ενώ οι δημογραφικές πιέσεις και οι επενδυτικές ανάγκες δημιουργούν πρόσθετες προκλήσεις. Γι’ αυτό και η συνέχιση της συνετής δημοσιονομικής πολιτικής, η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και η καθοδική πορεία του χρέους παραμένουν, κατά τον κ. Στουρνάρα, προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση μελλοντικών κρίσεων.
Οι τράπεζες καλούνται να μετατρέψουν τα κέρδη σε χρηματοδότηση
Για το τραπεζικό σύστημα, ο διοικητής περιέγραψε τη μετάβαση από την εξυγίανση σε μια νέα φάση πιστωτικής επέκτασης και εξωστρέφειας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ομιλίας, οι ελληνικές τράπεζες κατέγραψαν καθαρά κέρδη 4,7 δισ. ευρώ το 2025, ενώ το πρώτο εξάμηνο του 2026 τα κέρδη υπερέβησαν τα 2,5 δισ. ευρώ. Από τα κέρδη του 2025 διένειμαν στους μετόχους 2,83 δισ. ευρώ. Παράλληλα, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων υποχώρησε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, συγκλίνοντας προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η επόμενη πρόκληση είναι αυτή η ισχυρότερη θέση να μετατραπεί σε σταθερή και υγιή χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Ο κ. Στουρνάρας έδωσε έμφαση στη χρηματοδότηση περισσότερων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, έργων υποδομής, επενδύσεων στην πράσινη μετάβαση και καινοτόμων δραστηριοτήτων, προειδοποιώντας ταυτόχρονα ότι η ποιότητα των νέων δανείων είναι εξίσου σημαντική με τον όγκο τους.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στα μικρότερα πιστωτικά ιδρύματα, επισημαίνοντας ότι η εξυγίανση των ισολογισμών και η ενίσχυση των κεφαλαίων τους δημιουργούν προϋποθέσεις ισχυρότερης παρουσίας στην αγορά. Η δημιουργία πέμπτου τραπεζικού πόλου και η ανάπτυξη εξειδικευμένων επιχειρηματικών μοντέλων μπορούν, όπως ανέφερε, να ενισχύσουν τον ανταγωνισμό και να διευρύνουν τις επιλογές χρηματοδότησης.
Περισσότερη εγχώρια αξία από τη ναυτιλία
Στη ναυτιλία, το μήνυμα του διοικητή ήταν ότι η διεθνής ισχύς του ελληνόκτητου στόλου πρέπει να συνδεθεί στενότερα με την εγχώρια παραγωγή. Την περίοδο 2021-2025, οι εισπράξεις από υπηρεσίες θαλάσσιων μεταφορών ανήλθαν κατά μέσο όρο σε 18 δισ. ευρώ ετησίως, αντιστοιχώντας περίπου στο 8,2% του ΑΕΠ. Οι καθαρές εισπράξεις, μετά την αφαίρεση των αντίστοιχων πληρωμών, διαμορφώθηκαν περίπου σε 6,6 δισ. ευρώ ετησίως, καλύπτοντας σχεδόν το ένα πέμπτο του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών.
Παρά το μεγάλο μέγεθος του κλάδου, υπάρχουν σημαντικά περιθώρια αύξησης του εγχώριου οικονομικού αποτυπώματος. Ο κ. Στουρνάρας επικαλέστηκε στοιχεία του ΟΟΣΑ, σύμφωνα με τα οποία την περίοδο 2018-2022 η εγχώρια προστιθέμενη αξία αντιπροσώπευε περίπου το 36% των συνολικών εξαγωγών θαλάσσιων μεταφορών, ενώ το υπόλοιπο 64% αφορούσε εισαγόμενη προστιθέμενη αξία.
Σε αυτό το πεδίο εντόπισε ευκαιρίες για ναυπηγεία, επισκευές, ναυτιλιακό εξοπλισμό, λιμενικές υποδομές, ψηφιακές υπηρεσίες και έρευνα. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι οι υψηλοί ναύλοι δεν πρέπει να οδηγήσουν σε υπερβολικές παραγγελίες νέων πλοίων, οι οποίες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μελλοντική υπερπροσφορά χωρητικότητας. Μέρος των αυξημένων πόρων μπορεί, αντίθετα, να κατευθυνθεί σε παραγωγικές επενδύσεις στην Ελλάδα.
Έθεσε επίσης το ζήτημα της ελληνικής σημαίας: παρότι ο ελληνόκτητος στόλος κατείχε το 2025 την πρώτη θέση παγκοσμίως, με μερίδιο άνω του 16% της παγκόσμιας χωρητικότητας σε τόνους dwt, μόνο περίπου ένα στα δέκα ελληνόκτητα πλοία φέρει πλέον ελληνική σημαία, έναντι ενός στα πέντε πριν από μία δεκαετία. Ως βασικό ανασταλτικό παράγοντα προσδιόρισε την έλλειψη Ελλήνων ναυτικών, υπογραμμίζοντας την ανάγκη ενίσχυσης της ναυτικής εκπαίδευσης και προσέλκυσης νέων επαγγελματιών.
Η στάση της ΕΚΤ και οι ευρωπαϊκές προτεραιότητες
Στο μέτωπο της νομισματικής πολιτικής, ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι μια προσωρινή ενεργειακή διαταραχή δεν απαιτεί αυτομάτως αύξηση επιτοκίων. Εάν, όμως, οι πληθωριστικές πιέσεις αποκτήσουν διάρκεια και μεταδοθούν στους μισθούς, στις υπόλοιπες τιμές και στις προσδοκίες, η αντίδραση πρέπει να είναι αποφασιστική. Όπως υπενθύμισε, η ΕΚΤ αύξησε τα επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης τον Ιούνιο και εκ νέου τον Σεπτέμβριο του 2026, ενώ τα διατήρησε σταθερά τον Οκτώβριο, με το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων στο 2,5%.
Για την Ευρώπη συνολικά, ο Γιάννης Στουρνάρας προέταξε τη βάθυνση της Ενιαίας Αγοράς, την επιτάχυνση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων και την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης, περιλαμβανομένου ενός κοινού συστήματος ασφάλισης καταθέσεων. Στόχος είναι μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων να κατευθύνεται σε παραγωγικές επενδύσεις εντός Ευρώπης, με αποτελεσματικότερη χρηματοδότηση των καινοτόμων επιχειρήσεων.
Για την Ελλάδα, η τελική προτεραιότητα παραμένει η αναβάθμιση της παραγωγικής βάσης: καλύτερη λειτουργία της δικαιοσύνης και της δημόσιας διοίκησης, επενδύσεις στην τεχνολογία, διάχυση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στενότερη σύνδεση της εκπαίδευσης με την παραγωγή. Όπως κατέληξε ο Γιάννης Στουρνάρας, «ζητούμενο είναι, πέρα από την ανθεκτικότητα, να επιτύχουμε ταχύτερη, δικαιότερη και διατηρήσιμη ανάπτυξη».




































