Με λιγότερους από πέντε μήνες να μένουν μέχρι τις εκλογές, η ώρα των απολογισμών για τον Εμανουέλ Μακρόν έχει φθάσει. Το Ινστιτούτο Δημόσιων Πολιτικών (ΙΡΡ), ένας οργανισμός που λειτουργεί υπό την αιγίδα της Οικονομικής Σχολής του Παρισιού (École d‘économie de Paris) δημοσίευσε μια μελέτη για τις δημοσιονομικές και αναδιανεμητικές επιπτώσεις της φορολογικής και κοινωνικής πολιτικής που άσκησε ο Μακρόν κατά την πενταετή θητεία του, την ανανέωση της οποίας θα διεκδικήσει τον προσεχή Απρίλιο. Και το κεντρικό συμπέρασμα της μελέτης είναι, αν το δει κανείς με «εκλογική ματιά», θετικό για τον πρόεδρο.  

Το επίπεδο ζωής ανέβηκε στη Γαλλία επί των ημερών του Μακρόν. Ενισχύθηκε η αγοραστική δύναμη των Γάλλων, όπως και άλλες έρευνες έχουν δείξει – πλέον πρόσφατη εκείνη του Γαλλικού Παρατηρητηρίου των Οικονομικών Συγκυριών (OFCE). Αλλά ενισχύθηκε ασύμμετρα και εν τέλει άνισα: όσο πιο ευκατάστατος ήταν κάποιος τόσο περισσότερο ευνοήθηκε οικονομικά από τις πολιτικές του Μακρόν.  

Επί Μακρόν, δηλαδή, οξύνθηκαν οι οικονομικές ανισότητες στη γαλλική κοινωνία. Κι αυτό είναι κάτι που έδειξε και η ετήσια έκθεση για την φτώχεια στη Γαλλία που δημοσίευσε σήμερα, Πέμπτη, η θρησκευτική φιλανθρωπική οργάνωση Secours catholique βασιζόμενη σε επίσημα στοιχεία της Γενικής Διεύθυνσης για την Κοινωνική Συνοχή (DGCS) – πρόκειται για υπηρεσία της κεντρικής κυβέρνησης της Γαλλίας. Το ότι οι φτωχοί εξαιρούνται από την καταγεγραμμένη ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των Γάλλων συνολικά, είχε επισημάνει εξάλλου και το μεγαλύτερο εργατικό συνδικάτο CGT όταν στις αρχές του φθινοπώρου είχε δημοσιευθεί η έρευνα του OFCE

Μείωση φόρων 28,1 δισ. ευρώ 

Ως «πρόεδρο των πλουσίων» άρχισαν να κατηγορούν σχεδόν αμέσως μετά την εκλογή του τον Μακρόν τα «κίτρινα γιλέκα» και άλλες ομάδες «διαμαρτυρόμενων πολιτών». Εξαρχής οι ομάδες αυτές κατηγορήθηκαν για λαϊκισμό και όχι αδίκως. Διότι ο Μακρόν αποδείχθηκε ότι δεν ήταν ο πρόεδρος μόνο των πλουσίων. Ευνόησε και τη μεσαία τάξη και αυτό από εκλογικής απόψεως είναι σαφώς θετικό για τον ηλικίας μόλις 44 ετών πολιτικό (τα κλείνει το Δεκέμβριο), στο μέτρο που η μεσαία τάξη εκλέγει τις κυβερνήσεις στις σύγχρονες δημοκρατίες. «Πρόεδρος των φτωχών» σίγουρα δεν ήταν κατά τη θητεία του αυτή ο Μακρόν, αλλά ούτε διεκδίκησε και ποτέ τον τίτλο αυτό. 

Βάζοντας στο μικροσκόπιο την πολιτική που άσκησε ο πρόεδρος τα τελευταία τεσσεράμιση, για την ακρίβεια, χρόνια, οι οικονομολόγοι του ΙΡΡ διαπίστωσαν ότι τα γαλλικά νοικοκυριά ευνοήθηκαν στο σύνολό τους από μια μείωση της φορολόγησής τους κατά 28,1 δισ. ευρώ. Τα οφέλη αυτά προήλθαν από τη μείωση του φόρου στα εισοδήματα, από την κατάργηση του φόρου στέγασης και από την αντικατάσταση την 1η Ιανουαρίου του 2018 του φόρου κοινωνικής αλληλεγγύης που πλήρωναν οι Γάλλοι με βάση το σύνολο των περιουσιακών τους στοιχείων (ISF) με ένα φόρο που επιβάλλεται μόνο στην ακίνητη περιουσία (IFI) και από άλλα οικονομικά μέτρα που υιοθετήθηκαν το διάστημα αυτό. 

Παράλληλα επί των ημερών του Μακρόν υπήρξε μια διόλου ευκαταφρόνητη ελάφρυνση των κοινωνικών εισφορών (για την ανεργία, την στήριξη της στέγασης κλπ) κατά 4,2 δισ. ευρώ. Ο απολογισμός είναι σε γενικές γραμμές θετικός για τους Γάλλους, αφού κατά μέσον όρο το οικογενειακό εισόδημα (και το επίπεδο ζωής) ενισχύθηκαν κατά 1,6% από την αρχή της πενταετίας.  

Όμως, «δεν μπορεί να βάζει κανείς όλο τον κόσμο σε μια βάρκα», σημειώνει η ρεπόρτερ του «Figaro» Αν Ντε Γκινιέ. Διότι «ο αντίκτυπος της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης είναι διαφορετικός σε κάθε νοικοκυριό ανάλογα με τα εισοδήματά του, την περιουσία που κληρονόμησε, τον τομέα των δραστηριοτήτων του και άλλους παράγοντες». 

Κίνητρα για εργασία 

Έτσι, σύμφωνα με τους οικονομολόγους του Ινστιτούτου, τη μεγαλύτερη ενίσχυση (σε ποσοστό) του επιπέδου ζωής τους απόλαυσαν οι ανήκοντες στο 1% των πλουσιότερων Γάλλων. Χάρη κυρίως στην κατάργηση του ISF και την αντικατάστασή του από το φόρο ακίνητης περιουσίας (IFI) και επίσης στην καθιέρωση της εφάπαξ ενιαίας φορολόγησης των κεφαλαιακών κερδών, «το επίπεδο ζωής της κατηγορίας αυτής των Γάλλων ενισχύθηκε κατά 2,8%», αναφέρουν οι ερευνητές.  

Εξυπακούεται ότι πρόκειται για το εισόδημα του 1% των πλουσιότερων Γάλλων που αυξήθηκε κατά 2,8% και όχι για το επίπεδο ζωής τους. Διότι για κάποιον που κερδίζει 1 εκατ. ευρώ ετησίως ή και ακόμα και 100.000 ετησίως ευρώ και λογίζεται ως «ανώτερη μεσαία τάξη», τα 28.000 ευρώ στην πρώτη περίπτωση ή τα 2.800 ευρώ στη δεύτερη δεν αλλάζουν το επίπεδο της ζωής του, είτε αν προστεθούν στο εισόδημά του είτε αν αφαιρεθούν από αυτό.  

Θα παρατηρούσε κανείς, βέβαια, ότι η έστω και συμβολική αύξηση ενός ήδη υψηλού εισοδήματος έχει ψυχολογικό αντίκτυπο (wealth effect) και λειτουργεί ως κίνητρο για αύξηση της κατανάλωσης, των επενδύσεων, της ανάπτυξης της οικονομίας, ενώ ενισχύουν και το αίσθημα προσωπικής ικανοποίησης που έχει κάποιος από τη ζωή του. 

Ευνοημένη, όμως, από τη φορολογική και εν γένει την οικονομική πολιτική των κυβερνήσεων που διόρισε ο πρόεδρος Μακρόν από το 2017 που εκλέχθηκε είναι και η μεσαία τάξη, καθώς η έρευνα του ΙΡΡ έδειξε ότι το «επίπεδο ζωής» της ενισχύθηκε κατά 2%.  

Αντίθετα, το 5% των φτωχότερων Γάλλων είδε τα εισοδήματά του να μειώνονται κατά 0,5% επί προεδρίας Μακρόν. Και το επίπεδο ζωής του – και ασφαλώς το ηθικό του – να πέφτουν πολύ περισσότερο από το ποσοστό αυτό, αν σκεφτεί κανείς ότι για κάποιον που κερδίζει 10.000 ευρώ ετησίως τα 50 ευρώ αντιστοιχούν στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι του. 

10% στα πανδημικά συσσίτια 

Εξυπακούεται ότι τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα στη Γαλλία, όπως εξάλλου και σε ολόκληρη την Ευρώπη, βίωσαν οδυνηρότερα και την υγειονομική κρίση την τελευταία διετία. «Οι πιο φτωχοί είναι τα πρώτα θύματα της κρίσης», σημειώνει η έκθεση της Secours catholique και αναφέρει στοιχεία της Γενικής Διεύθυνσης Κοινωνικής Συνοχής, σύμφωνα με τα οποία από 5 έως 7 εκατομμύρια άτομα προσέφυγαν το 2020 σε επισιτιστική βοήθεια στη Γαλλία. 

 «Πρόκειται σχεδόν για το 10% του πληθυσμού της χώρας. Αντιλαμβάνεστε ότι είναι ταπεινωτικό ένας στους δέκα πολίτες να καταφεύγει στα συσσίτια για να τραφεί, έστω και κάποιες ημέρες του χρόνου», δήλωσε στην οικονομική εφημερίδα «Les Echos» η Βερονίκ Ντεβίζ, πρόεδρος της Secours catholique. Και πρόσθεσε ότι το πιο ανησυχητικό είναι ότι την χρονιά που διανύουμε το επίπεδο ζωής των ατόμων που ανήκουν στην εισοδηματική αυτή κατηγορία επιδεινώθηκε περαιτέρω.  

Σύμφωνα με την Secours catholique το έτος 2020, που καλύπτει η έρευνά της, το μέσο εισόδημα του 10% των φτωχότερων Γάλλων διαμορφώθηκε στα 537 ερυώ μηνιαίως, ήταν δηλαδή 6 ευρώ χαμηλότερο συγκριτικά με την προηγούμενη χρονιά. Το επίπεδο της φτώχειας είχε οριστεί το 2018 στα 1.063 ευρώ μηνιαίως στη Γαλλία, ενώ ο κατώτατος μισθός στη χώρα αυξήθηκε τον περασμένο Ιούνιο στα 1.539,42 ευρώ.  

Διακηρυγμένος στόχος της διακυβέρνησης Μακρόν ήταν εξαρχής να δώσει κίνητρα για την απασχόληση, σημειώνει η ρεπόρτερ του «Figaro». Η Secours catholique πάντως, για να ανταπεξέλθει στις επισιτιστικές ανάγκες των ασθενέστερων οικονομικά Γάλλων αναφέρει ότι, επικουρούμενη από το κράτος, διένειμε 5 εκατ. ευρώ το έτος 2020 υπό μορφή εξαργυρώσιμων επιταγών και κουπονιών αξίας έως 50 ευρώ.  

«Η αρωγή αυτή επέτρεψε σε 67.000 νοικοκυριά να αγοράσουν τρόφιμα και προϊόντα προσωπικής υγιεινής της επιλογής τους», σημειώνει η επικεφαλής της οργάνωσης Βερονίκ Ντεβίζ.  

Ακολουθήστε τον ot.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στον ot.gr

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Επικαιρότητα