Τελικά πόσο θα επηρεάσει ο πόλεμος στην Ουκρανία και η αύξηση της τιμής πετρελαίου την ελληνική οικονομία; Το ΔΝΤ μείωσε την εκτίμησή του για τις προοπτικές ανάπτυξης κατά 1,1 ποσοστιαίες μονάδες, στο 3,5% το 2022. Και αυτό όταν η τιμή του  Brent έχει αυξηθεί από τα 79 δολάρια ανά βαρέλι στα τέλη του 2021 στα 100+ δολάρια ανά βαρέλι στο τέλος Απριλίου του 2022.

Αντί όμως να κάνουμε προβλέψεις για το πόση ταχύτητα θα «κόψει» η ελληνική οικονομία, θα μπορούσαμε να δούμε τον βαθμό κατά τον οποίο πετρέλαιο και άλλοι παράγοντες επηρεάζουν την ανάπτυξη.

Από τη δεκαετία του 1970 (όταν το πετρέλαιο αυξήθηκε από τα 3,9 δολάρια το 1973 στα 10,4 δολάρια το 1974 και το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 6,4%) μέχρι και σήμερα η ελληνική οικονομία επηρεάζεται κατά κύριο λόγο από την τιμή πετρελαίου, την ανταγωνιστικότητα τιμών (μισθολογικό κόστος στην Ελλάδα σε σχέση με το μισθολογικό κόστος στο εξωτερικό) και το spread μεταξύ του 10ετούς κόστους δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου και του αντίστοιχου γερμανικού (ως μέτρο προσέγγισης του επενδυτικού ρίσκου).

Τι «δείχνει», λοιπόν, το εμπειρικό μοντέλο;

Βραχυπρόθεσμα (δηλαδή εντός ενός έτους), ο ρυθμός ανάπτυξης επηρεάζεται σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό (μέχρι και 77% της συνολικής του διακύμανσης) από το «ιστορικό» της ελληνικής ανάπτυξης. Κατόπιν, ο ρυθμός ανάπτυξης επηρεάζεται, μέχρι και 11% της διακύμανσής του, από το επενδυτικό ρίσκο. Ακολουθεί η ανταγωνιστικότητα τιμών με επίδραση 9% και μετά η τιμή πετρελαίου με επίδραση 3%.

Μεσοπρόθεσμα (ήτοι σε βάθος τετραετίας) όμως, ο ρυθμός οικονομικής μας ανάπτυξης επηρεάζεται σε μικρότερο βαθμό (μέχρι και 57% της συνολικής του διακύμανσης) από το «ιστορικό» της ελληνικής ανάπτυξης. Η επίδραση του «momentum» της ελληνικής οικονομίας μειώνεται δηλαδή, ενώ ανεβαίνει η επίδραση των οικονομικών «fundamentals». Πράγματι, σε βάθος τετραετίας, ο ρυθμός ανάπτυξης επηρεάζεται, μέχρι και 20% της διακύμανσής του, από το επενδυτικό ρίσκο. Ακολουθεί η τιμή πετρελαίου με επίδραση 15% (σε όρους διακύμανσης) στην οικονομική μας ανάπτυξη και μετά η ανταγωνιστικότητα τιμών με επίδραση 8%.

Τι συμπεραίνουμε λοιπόν;

1.  Οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας επηρεάζονται σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό από το επενδυτικό ρίσκο. Αυτό συμβαίνει βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα.
2.  Η επίδραση της τιμής του πετρελαίου εξακολουθεί να υφίσταται (και μάλιστα με αυξανόμενη βαρύτητα) όταν αναλύουμε τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
3.  Η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας καταγράφει περίπου ισόποση επίδραση τόσο σε βραχυπρόθεσμο όσο και σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
4. Ίσως περισσότερο σημαντικό, η μεγάλη, και αυξανόμενη με τον χρόνο, επίδραση του επενδυτικού ρίσκου στην οικονομία μας επιτάσσει την προώθηση περαιτέρω διαρθρωτικών αλλαγών/μεταρρυθμίσεων έτσι ώστε να συμπιεσθεί το spread στο κόστος δανεισμού της χώρας.

Μέσα στις διαρθρωτικές αλλαγές, οι οποίες χρειάζονται εύλογο χρονικό διάστημα προκειμένου να αποδώσουν καρπούς, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και πολιτικές απεξάρτησης της ελληνικής παραγωγής από το πετρέλαιο.

Ο κ. Κώστας Μήλας είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικών, University of Liverpool Management School.

Ακολουθήστε τον ot.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στον ot.gr

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Experts
Από την COVID-19, στην ευλογιά των πιθήκων, τη λέπρα και τα άλλα «νοσήματα στέρησης»
Academia |

Από την COVID-19, στην ευλογιά των πιθήκων, τη λέπρα και τα άλλα «νοσήματα στέρησης»

Ο SARS-CoV-2 δεν κάνει διακρίσεις, καθώς ανάγκασε υγειονομικά συστήματα προηγμένων χωρών να γονατίσουν, δουλεύοντας  σε συνθήκες «ιατρικής ελαχίστων πόρων», όχι σε κάποιο νοσοκομείο της Ιφακάρα, ή στη ζούγκλα του Μορογκόρο, αλλά στις Πρωτεύουσες της δυτικής Ευρώπης και στις Πολιτείες της Αμερικής.

Χρηματοδότηση της Οικολογικής Μετάβασης και Αποδοτικότητα
Academia |

Χρηματοδότηση της Οικολογικής Μετάβασης και Αποδοτικότητα

Σύμφωνα με την έκθεση του Intergovernmental Panel on Climate Change (IPCC), τα πρόσφατα επίπεδα επενδύσεων σε όλους τους τομείς και τις περιφέρειες της Ευρώπης είναι τρεις έως έξι φορές χαμηλότερα από ότι θα χρειαζόταν μεταξύ 2020 και 2030 για να περιοριστεί η υπερθέρμανση του πλανήτη στους +1,5C ή ακόμη και στους +2C.