Μέσα στον συνήθη προεκλογικό διαγκωνισμό, πέρασε στα ψιλά η επισήμανση πριν από μερικές μέρες του προέδρου της Alpha Bank Βασίλη Ράπανου για το φορολογικό μας σύστημα. «Δεν υπάρχει πεδίο που να έχει μεταρρυθμιστεί τόσο πολύ τα τελευταία 50 χρόνια στην ελληνική διοίκηση, όσο το φορολογικό μας σύστημα. Σε δομή, όμως, παραμένει όπως ήταν πριν από 50 χρόνια και είναι κοντά στη δομή φορολογικών συστημάτων αναπτυσσόμενων χωρών και πρώην κομμουνιστικών κρατών, όχι χωρών της ευρωζώνης» ανέφερε ο πολύπειρος οικονομολόγος, πιάνοντας τον πυρήνα ενός προβλήματος που παραδοσιακά στην Ελλάδα το συζητάμε μόνο σε επίπεδο φορολογικών συντελεστών.

Κλωθογυρίζουμε μόνιμα μια συζήτηση γύρω από τους κατάλληλους συντελεστές, λες και αν τους βρούμε θα λύσουμε το πρόβλημα. Το θέμα είναι ότι σπανίως συζητάμε για το ποιο είναι το πρόβλημα. Για αυτό είναι σημαντική η παρέμβαση Ράπανου.

Πριν από μερικά χρόνια το ΙΟΒΕ σε μια έρευνά του υπολόγιζε ότι το έμμεσο κόστος φορολογικής συμμόρφωσης για τις επιχειρήσεις ξεπερνάει ετησίως τα 330 εκατ. ευρώ. Αυτά είναι χρήματα που δαπάνησαν οι εταιρείες για να είναι φορολογικά τυπικές, αλλά δεν τα πήρε το κράτος – χάθηκαν στις γραφειοκρατικές διαδικασίες και τη σπατάλη ανθρώπινου δυναμικού και χρόνου. Τα στοιχεία αφορούν μια χρονιά στην καρδιά των Μνημονίων, αλλά μη γελιέστε δεν έχουν αλλάξει και πολύ τα πράγματα. Αν ρωτούσατε τον επικεφαλής μιας επιχείρησης θα σας έλεγε ότι ο μεγαλύτερος φόβος τους από έναν έλεγχο δεν είναι το πρόστιμο, αλλά το γεγονός ότι θα μπλέξει για άγνωστο χρονικό διάστημα με τον απαρχαιωμένο θεσμό επίλυσης διαφορών.

Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται σύμφωνα με τον ΙΟΒΕ και μια ακόμα ελληνική πρωτιά: η Ελλάδα εμφανίζει το μεγαλύτερο ποσοστό εργαζομένων στη φορολογική διοίκηση που απασχολούνται σε διοικητικές υπηρεσίες και στη συλλογή φόρων, και πολύ μικρότερα ποσοστά από τον μέσο όρο απασχολουμένων σε ελέγχους και σε πληροφοριακά συστήματα. Υποστελέχωση δηλαδή στις υπηρεσίες πρώτης γραμμής, όπου δίνεται η μάχη με τη φοροδιαφυγή, πλεόνασμα εργαζομένων στις διοικητικές-υποστηρικτικές υπηρεσίες.

Με αυτή την οργάνωση, πρέπει να ελεγχθούν οι «μαύρες» συναλλαγές εκατομμυρίων που γίνονται ξανά αυτό διάστημα στα ακίνητα. Με αυτή την οργάνωση πρέπει να ελεγχθεί το λαθρεμπόριο των καυσίμων, με τη φορολογική διοίκηση παρά το σύστημα εισροών – εκροών, να μην αναρωτιέται πώς είναι δυνατόν να πωλούνται καύσιμα κάτω του κόστους αγοράς από τα διυλιστήρια.

Με αυτό το πλαίσιο θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση αρνείται (χωρίς να εξηγεί ότι δεν μπορεί να ελέγξει το λαθρεμπόριο) να μειωθεί ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στα καύσιμα. Αυτό το πλαίσιο οδηγεί στην υπερφορολόγηση των πιο παραγωγικών και σκληρά εργαζομένων Ελλήνων και των οικογενειών τους, οι οποίοι έχουν μια καλή αμοιβή. Οπως σωστά επισημαίνει ο Β. Ράπανος τους τιμωρεί με έναν φόρο δημευτικό. Είναι δυνατόν να μιλάμε για αύξηση των αμοιβών κατά 25% την επόμενη τετραετία και να θεωρούμε φυσιολογικό έναν συντελεστή φορολόγησης 44% για εισοδήματα άνω των 40.000 ευρώ; Αντίστροφα, μπορούμε να μιλάμε για αφορολόγητο στα 10.000 ευρώ για ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες, όπως προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ, όταν το 70% των πρώτων και σχεδόν όλοι οι δεύτεροι δηλώνουν εισοδήματα κάτω από αυτό το όριο;

Οπότε καλή η συζήτηση για μείωση των φόρων, αλλά πριν την ξεκινήσουμε μήπως πρώτα πρέπει να συμφωνήσουμε στα βασικά, ξεκινώντας από την επανίδρυση του φορολογικού μας συστήματος;

Ακολουθήστε τον ot.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στον ot.gr

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Opinion